Κωνσταντίνος Καβάφης, δυο ποιήματα για τον έρωτα

 

Ι.  Γκρίζα

Κυττάζοντας ένα οπάλιο μισό γκρίζο

θυμήθηκα δυο ωραία γκρίζα μάτια

που είδα· θά ‘ναι είκοσι χρόνια πριν…

Για ένα μήνα αγαπηθήκαμε.

Έπειτα έφυγε, θαρρώ στην Σμύρνη,

για να εργασθεί εκεί, και πια δεν ιδωθήκαμε.

Θ’ ασχήμισαν – αν ζει – τα γκρίζα μάτια·

θα χάλασε τ’ ωραίο πρόσωπο.

Μνήμη μου, φύλαξέ τα συ ως ήσαν.

Και, μνήμη, ό,τι μπορείς από τον έρωτά μου αυτόν,

ό,τι μπορείς, φέρε με πίσω απόψε.

 

Προσέγγιση. Ας  αναπτύξουμε την εικόνα. Έχει νυχτώσει από ώρα. Και ο ποιητής μόνος του κοιτάζει κάποια πετράδια που έχει στην κατοχή του. Μέχρι που η  ματιά σταματά σε ένα γκρίζο πετράδι από οπάλιο. Το γκρίζο οπάλιο απετέλεσε την αιτία, ώστε από τα τρίσβαθα της μνήμης του να αναδυθεί  ένα έρωτας, που άνθισε πριν από είκοσι χρόνια και κράτησε μόνον έναν μήνα. Έπειτα χάθηκε κάπου στην Σμύρνη. Εκεί που κάλεσαν το όμορφο αγόρι με τα γκρίζα μάτια οι ανάγκες της επιβίωσης. Από τον έρωτα αυτόν ο ποιητής κράτησε μόνον τα ωραία γκρίζα μάτια. Και αυτά θέλει να θυμάται.  Σκέψεις πως μετά από είκοσι χρόνια ο νέος, αν ακόμη ζει,  θα έχει μεγαλώσει αρκετά, ώστε τα όμορφα γκρίζα του μάτια να έχουν ασχημήνει, δεν τον βοηθούν καθόλου και δεν γεμίζουν το απέραντο κενό  της μοναξιά του. Βιάζεται να τις διώξει. Από την μνήμη του ζητά να ζωντανέψει ανέπαφη την εικόνα του ωραίου εραστή με τα όμορφα γκρίζα μάτια και από το ερμάρι των ερώτων του να του φέρει στην επιφάνεια ό,τι έχει σχέση με αυτόν τον παλιό έρωτα, να του ξαναδώσει σήμερα την δύναμη και την ζωντάνια που είχε τότε, ώστε να μπορέσει και ο ίδιος  μέσα από τις μνήμες  του παρελθόντος να γεμίσει την ατέλειωτη μοναξιά του. Με ό,τι και με όσα  ράκη η μνήμη μπορεί να ανασύρει από ένα τόσο μακρινό παρελθόν.

 

ΙΙ. Μέρες του 1903

Δεν τα ηύρα πιά ξανά – τα τόσο γρήγορα χαμένα…

τα ποιητικά τα μάτια, το χλωμό

το πρόσωπο… στο νύχτωμα του δρόμου…

Δεν τα ηύρα πιά – τ’ αποκτηθέντα κατά τύχην όλως,

που έτσι εύκολα παραίτησα

και που κατόπιν με αγωνίαν ήθελα.

Τα ποιητικά τα μάτια, το χλωμό το πρόσωπο,

τα χείλη εκείνα, δεν τα ηύρα πιά.

 

Προσέγγιση:  Μια διαφορετική εικόνα σε αυτό το ποίημα από τις αναμνήσεις του ποιητή πάνω στον ίδιο καμβά. Στον καμβά των ερώτων του.  Ο ποιητής σε ώρες μοναξιάς και περισυλλογής αναδεύει πάλι τις μνήμες του και πάλι έρχονται στο προσκήνιο δυο μάτια. Όχι γκρίζα αυτήν την φορά. Δυο μάτια ποιητικά. Πώς να εννοεί ο ποιητής τα ποιητικά τα μάτια άραγε; Μελαγχολικά; Προβληματισμένα; Σκεπτικά; Όλα μαζί ίσως; Δυο ποιητικά μάτια, λοιπόν, που συνοδεύονται από πρόσωπο χλωμό και δυο  χείλη. Αυτά συνθέτουν την εικόνα του  εραστή της μιας βραδιάς, που μετά το τέλος του ερωτικού σμιξίματος ο ποιητής εξαφανίστηκε σαν τον κλέφτη, σαν να ήθελε να ξεχάσει ό,τι έγινε, να μην θυμάται. Ντροπή; Ενοχές; Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι ο ποιητής σχεδόν αμέσως μετά το σκασιαρχείο του άρχισε να αναζητά με αγωνία τον χλωμό εραστή της μιας τυχαίας βραδιάς. Αλλά, όπως ο ίδιος με πίκρα ομολογεί: «δεν τα ηύρα πια».

Έτσι, με σύντομες σιωπές, με μικρές σιωπηλές φράσεις, με σκόπιμες ελλειπτικές προτάσεις εκφράζει το πόσο μετάνοιωσε που δεν προχώρησε την τυχαία αυτήν ερωτική συνάντηση. Ίσως, αν πέρα από τα κορμιά  μιλούσαν τα λόγια, οι σκέψεις, τα συναισθήματα, ίσως να μην ήταν τόσο μόνος.  Απόψε και πάντα μόνος. Όλη του την ζωή μόνος.

Τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν από τον ποιητή το 1916, δηλαδή πριν από έναν αιώνα. Για μια ακόμη φορά ο δημιουργός διαπραγματεύεται με τον τρόπο του το αιώνιο πρόγραμμα της μοναξιά του ανθρώπου, άλλοτε ως απόφαση επιλογής, άλλοτε ως απόφαση παρορμητισμού, άλλοτε ως απόρροια συμπτώσεων και τύχης.

Αυτή είναι η ποίηση του Καβάφη. Πέρα για πέρα ανθρώπινη, δυνατή, αξεπέραστη, γι αυτό και αιώνια ερωτική.

 

 

 

 

 

Έλα στον έβδομο ουρανό

Νύχτωσε για τα καλά.  Βγήκα στην βεράντα. Κάθισα με την πλάτη στην θάλασσα. Τα μάτια στο βουνό. Στον ουρανό τα αστέρια άπειρα. Κατέβαιναν χαμηλά και αγκάλιαζαν τις γυμνές κορφές του. Τις τριγύριζαν παιχνιδιάρικα, τις χάιδευαν με φωτεινά δάχτυλα, τις στόλιζαν σαν Χριστούγεννα. Και στην κορυφή του ψηλού λόφου να, ακουμπά  λαμπρό άστρο και το στεφανώνει με αρχοντιά και μεγαλοπρέπεια.

Έμεινα να κοιτώ γοητευμένη, μαγνητισμένη  τα παιχνιδίσματα του ασημιού  πάνω στο μαύρο της νύχτας. Ταιριάζει τόσο όμορφα το μαύρο με το ασημί. Το βλέμμα μου μπλέχτηκε στον όμορφο συνδυασμό. Έμεινα να τον θαυμάζω μαγεμένη. Κι όταν το ασημένιο αστέρι από την βουνοκορφή  άρχισε να κατεβαίνει λικνιστικά στην πλαγιά, καμία έκπληξη δεν ένοιωσα.   Έβλεπα την ασημένια φωτεινή μπάλα να γλιστρά με σκέρτσο, να σκορπά απλόχερα το φως της στο γυμνό  τοπίο, να χαρίζει ασημένια χαμόγελα παντού, καθώς κατέβαινε, και να ξοδεύει απλώχερα γύρω αρχοντιά και μεγαλοπρέπεια. Έμεινα να την ακολουθώ με το βλέμμα μου στο ταξίδι της.  Την είδα να ακουμπά απαλά στους πρόποδες και να στέκεται υπερήφανα στα τέσσερα πόδια της. Από τους ώμους της άνοιξαν διάπλατα δεξιά και αριστερά φτερούγες τεράστιες, δυνατές, χρυσαφένιες, που φώτισαν ένα γύρω το τοπίο, καθώς τις τίναξε.  Ο Πήγασος, ψιθύρισα με θαυμασμό. Ασημένιος Πήγασος με χρυσά φτερά στους ώμους, έτοιμος για ένα μεγάλο ταξίδι, για άλλους τόπους, ονειρικούς, μαγικούς, για άλλους ουρανούς. Χωρίς σταθμό, το θεϊκό άτι διέσχισε χωράφια, άλλα χορταριασμένα, άλλα γυμνά και με το κεφάλι ψηλά με πλησίαζε. Τότε προβληματίστηκα. Πού πάει τελικά; Σε μένα; Με τούτο και με κείνο η απόσταση μεταξύ μας όλο και λιγόστευε. Μια δρασκελιά μόνο και με ένα σάλτο βρέθηκε στην βεράντα και στάθηκε μπροστά μου. Έβαλα πολύ μέλι στην φωνή μου.

-Τι γυρεύεις; Γιατί άφησες τα απέραντα παλάτια σου; Εδώ κάτω μόνο μιζέρια θα συναντήσεις, κακία και μίσος, φόνο και αίμα, θάνατο. Εμείς οι άνθρωποι ακόμη δεν ξεφύγαμε από το θηρίο μέσα μας.

-Ήλθα να σε πάρω, να σε οδηγήσω στους επτά ουρανούς, μίλησε με μεταλλική φωνή. Εκεί θα βρεις την ανθρωπιά που ψάχνεις. Γιατί αυτό αναζητάς, το έβλεπα στα μάτια σου, καθώς με κοιτούσαν με πάθος να ερωτοτροπώ με  την κορυφή του γυμνού λόφου. Έλα μαζί μου, θα σε πάω σ’ έναν κόσμο αγγελικό. Εκεί οι άνθρωποι ζουν αρμονικά, σέβεται ο ένας τον άλλον, αγαπάει ο ένας το άλλον πραγματικά. Στον έβδομο ουρανό η θεϊκή  ρήση «αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν» πραγματώνεται κάθε στιγμή. Ο καθένας γνωρίζει τις ανάγκες του άλλου και μοιράζεται μαζί του άγια ζωή.  Δεν υπάρχει πόνος ούτε πίκρα, δεν υπάρχει καημός ούτε θλίψη. Μια απέραντη ευδαιμονία κυριαρχεί.  Οι  άνθρωποι εκεί νοιώθουν ασφαλείς και σίγουροι, δεν αγωνιούν για το τι θα τους ξημερώσει.

Άκουγα το άτι να μου μιλάει για τον παραδεισένιο έβδομο κόσμο και ήδη βρισκόμουν με την σκέψη μου ανάμεσα σε αυτούς τους πανευτυχείς και αγνούς ανθρώπους, τους γεμάτους αγάπη, ηρεμία και σιγουριά. Τριγύριζα ανάμεσά τους, τους αντιλαμβανόμουν να κοιτούν ο ένας τον άλλον με στοργή.  Εμένα όμως δεν με κοίταζαν, σαν να μην υπήρχα.  Προσπάθησα να ακουμπήσω κάποιον από αυτούς που περνούσαν δίπλα μου, μα το χέρι μου έπιασε το κενό. Επέστρεψα στην ματωμένη γη μας.

-Δεν μπορώ ακόμη να πάω εκεί, ομολόγησα στο φτερωτό άτι με πίκρα,  και ούτε ξέρω αν θα μπορέσω ποτέ να βρεθώ ισότιμα ανάμεσά τους. Έχω πολύ δρόμο ακόμη να βαδίσω, αναστέναξα, μέχρι να νικήσω το θηρίο μέσα μου, γιατί τότε μόνον θα με δεχτούν στον έβδομο ουρανό οι αγνοί. Άσε με ακόμη στις συμπληγάδες  μου. Τις συνήθισα, ξέρεις, και μπορεί και να μου λείψουν.

Δεν μου απάντησε. Ούτε προσπάθησε περισσότερο να με πείσει. Αργά και σταθερά μου γύρισε τα υπερήφανα καπούλια του και άρχισε να απομακρύνεται. Επέστρεφε στην θέση του σκορπίζοντας γύρω του ασημόχρυσο  φως και ομορφιά. Και όσο μάκραινε, γινόταν ένα αστέρι, ώσπου χάθηκε. Ξημέρωσε πια.

 

 

 

Η εκδίκηση ήταν δική της

Η Ήρα είναι γνωστή  ως θεά ζηλιάρα και εκδικητική. Πρώτα όμως θα ήθελα να γνωρίσουμε την λέξη που θα αποτελέσει τον λίθο στην υπόθεσή μας, την λέξη εκ-δίκ-η-σ-η. Η ρίζα της είναι δικ- και φανερώνει μια δύναμη που απορρέει ορμητικά από τον ουρανό κάτω στην γη προκειμένου με συντονισμένες ενέργειες  (δίκη) να επαναφέρει την αρμονία ανάμεσα στην γη και το σύμπαν, που διασαλεύτηκε  από ανθρώπινες πράξεις έξω από τις καθιερωμένες αξίες. Από την ίδια ρίζα προέρχεται:  το ρήμα δικ-άζω και αναφέρεται στις ενέργειες που γίνονται για την αποκατάσταση της συμπαντικής αρμονίας, το ουσ. δικ-αστής, είναι το πρόσωπο που ενεργεί για την επίτευξη του ιερού σκοπού, όπως και το δικ-ασ-τήριο, που είναι  ο τόπος. Γνωστή είναι και η έννοιας εκ-δικ-άζω, που σημαίνει την ολοκλήρωση της προσπάθειας να επανέλθει η τάξη και η ισορροπία. Εξίσου γνωστή επίσης είναι και η από την ίδια ρίζα  λέξη εκ-δικ-ούμαι. Ανάμεσα στο ρήμα δικάζω ή εκδικάζω και το εκδικούμαι η διαφορά είναι ποιοτική. Όταν διενεργείται δίκη στο δικαστήριο σύμφωνα με τον νόμο, που εκφράζει την βούληση των πολλών, η απόφαση αποβλέπει στην ικανοποίηση και προστασία του συνόλου και όχι  στα άτομα ξεχωριστά. Η εκδίκηση όμως ως απόφαση και εκτέλεση του ενός  για προσωπική του ικανοποίηση  αποβλέπει στο άτομο.

Η Ήρα  επιθυμούσε να εκδικηθεί τον βασιλιά της Ιωλκού Πελία, επειδή δεν την τιμούσε ανάμεσα στις θεές του θεϊκού Πανθέου, όπως της άξιζε. Είχε όμως κι άλλον ένα λόγο να θέλει να βοηθήσει τον Ιάσονα. Όταν ο γιος του Αίσονα επέστρεφε στην Ιωλκό, από τις πολλές βροχές  είχε πλημμυρίσει ο ποταμός Άναυρος (σημερινός Ξεριάς) και ήταν πολύ δύσκολο να τον περάσει κάποιος. Στην όχθη του χειμάρρου καθόταν μια γριούλα και παρακαλούσε να την βοηθήσουν να περάσει απέναντι. Ο Ιάσων δεν δίστασε, την πήρε στους ώμους του και την πέρασε. Αυτή ήταν η Ήρα, που έκανε την ανήμπορη γριά, για να δει την ευσπλαχνία των ανθρώπων. Η προθυμία του Ιάσονα την συγκίνησε πολύ και έκτοτε υποσχέθηκε στον εαυτό της να τον βοηθά, όταν θα είχε ανάγκη.

Όταν ο Ιάσων επέστρεψε στην γενέτειρά του και ζητούσε να πάρει τον θρόνο του πατέρα του ως νόμιμος διάδοχος του οίκου των Μινυών, ο Πελίας και θείος του τού ζήτησε να φέρει από την Κολχίδα πίσω στην Ιωλκό το χρυσόμαλλο δέρας, που είχε φτάσει εκεί μαζί με τον Φρίξο. Ο Ιάσων δεν μπορούσε να αρνηθεί τον άθλο, διότι, σύμφωνα με μια αρχαία παράδοση,  έπρεπε να αποδείξει εμπράκτως στον λαό του ότι άξιζε να κατέχει τον τίτλο του βασιλιά, ότι ήταν ήρωας και είχε και την εύνοια των θεών, πράγμα που προϋποθέτει ότι διέθετε κρυφές ακόμη  αρετές. Για την επιτυχία του ταξιδιού κινητοποιήθηκαν όλοι οι ήρωες της εποχής, καθώς  και η ίδια η θεά Αθηνά, που πολύ συμπαθούσε τον Ιάσονα και γενικά όσους αγαπούσαν τις περιπέτειες και τολμούσαν.

Η Ήρα με σκοπό την εκδίκηση προσέγγισε την κόρη του Δία και προσφέρθηκε να συμβάλει στην επιτυχία του ταξιδιού του Ιάσονα.  Ανέπτυξε μάλιστα στην Αθηνά το σχέδιό της. Η θεά της σοφίας συμφώνησε και μαζί οι δυο τους έφτασαν στο παλάτι της Αφροδίτης. Χωρίς περιστροφές της ζήτησαν να πείσει τον γιο της τον έρωτα με τα βέλη του να φυτέψει στην καρδιά της Μήδειας, της κόρης του Αιήτη, ερωτικό πάθος για τον Ιάσονα. Έτσι η ερωτευμένη  Μήδεια, θα βοηθούσε τον γιο του Αίσονα και θα πετύχαινε τον σκοπό του.

Πέρασε από πολλές περιπέτειες  ο Ιάσονας και οι άλλοι ήρωες, ώσπου να φτάσουν στον Φάση ποταμό. Εκεί συναποφάσισαν αυτός μαζί με τους γιους της Χαλκιόπης, της άλλης κόρης του Αιήτη,  και άλλους δυο ήρωες  να συναντήσουν τον βασιλιά Αιήτη και να του ζητήσουν το χρυσόμαλλο δέρας. Η συνάντηση Ιάσονα και Μήδειας έγινε στο παλάτι  του  Αιήτη την στιγμή που ο Ιάσονας και η παρέα του έφταναν εκεί και η Μήδεια με τις δούλες της έβγαιναν για να πάνε στο διαμέρισμα της Χαλκιόπης. Στην συνάντηση παρευρίσκετο και ο γιος της Αφροδίτης, ο θεός του έρωτα,  με  σκοπό να ανάψει καημού φωτιά στην παρθενική ψυχή της Μήδειας. Αμέσως έβαλε καινούργιο βέλος στην φαρέτρα του και τόξευσε στην τρυφερή καρδιά της όμορφης κόρης.  Ευθύς η νεαρή  «ένα θάμπος ένιωσε μέσα στην ψυχή της» και από την στιγμή εκείνη ήταν δεμένη και δοσμένη στον Έλληνα ήρωα. Παρασυρμένη από το πάθος της για εκείνον έκανε την υπόθεσή του δική της υπόθεση. Και τί δεν έκανε για χάρη του. Θα τα απαριθμήσω πολύ σύντομα, γιατί η ανάπτυξή τους θα μας έπαιρνε χρόνο.

Ο  Αιήτης, στο αίτημα  του Ιάσονα να του δώσει το χρυσόμαλλο δέρας, ως απάντηση του ζήτησε  να επιτελέσει δύο άθλους. α) Να ζέψει δύο ταύρους με χάλκινα πόδια, που έβγαζαν φλόγες από τα ρουθούνια τους, δώρο του Ηφαίστου. β) Να οργώσει με αυτούς ένα χωράφι και να το σπείρει με τα δόντια του δράκου που είχε σκοτώσει ο Κάδμος στη Βοιωτία, τα μισά από τα οποία είχε δώσει ο Κάδμος στον Αιήτη. Σκοπός και των δύο άθλων ήταν η εξόντωση του νέου.

Ο Ιάσονας με τις μαγικές  αλοιφές και  τις συμβουλές της  Μήδειας κατάφερε και να ζέψει τους ταύρους χωρίς να καεί από τις φλόγες τους  και να γλυτώσει από την επιθετική μανία των «Σπαρτών» της Κολχίδας. Επίσης με τα μάγια της αποκοιμήθηκε επιτέλους ο ακοίμητος δράκος που φρουρούσε το δέρας και έτσι ο ήρωας το ξεκρέμασε από το δένδρο  χωρίς να ματώσει ρουθούνι. Αμέσως μετά οι ήρωες, με τον Ιάσονα και την Μήδεια ξεκίνησαν για την Ελλάδα.

Όταν ο γιος του Αιήτη κατεδίωξε το ζευγάρι με πλοίο, η Μήδεια με δόλο παρέσυρε τον αδελφό της στο πλοίο τους και με την συμβουλή της ο Ιάσων έσφαξε τον Άψυρτο, τον κομμάτιασε και πετούσε ένα-ένα τα κομμάτια στη θάλασσα, οπότε ο Αιήτης έχασε πολύ χρόνο στην ηθική προσπάθεια να περισυλλέξει τα κομμάτια του γιου του. Έτσι οι Αργοναύτες διέφυγαν.

Στην Κρήτη τρέλανε με τα ξόρκια και το μαγικό της βλέμμα τον γίγαντα Τάλω, που προστάτευε το νησί, του έστειλε απατηλά οράματα και τον έκανε να σχίσει τη φλέβα του αστραγάλου του πάνω σε ένα βράχο  και να πεθάνει. Κατά άλλη εκδοχή πέθανε, αφού τον έπεισε πως αν του τραβήξει έξω το καρφί που συγκρατούσε το αίμα της φλέβας θα γινόταν αθάνατος. Είτε έτσι είτε αλλιώς, η θητεία του χάλκινου γίγαντα τελείωσε και μπόρεσαν έτσι οι Αργοναύτες να αποβιβαστούν και να διανυκτερεύσουν με ασφάλεια στο νησί.

Στην Ιωλκό η Μήδεια για χάρη του Ιάσονα αποφάσισε να εκδικηθεί τον Πελία για τον κίνδυνο στον οποίο είχε υποβάλλει τον άνδρα της.  Με τα μαγικά της κόλπα έπεισε τις θυγατέρες του βασιλιά να σφάξουν τον γέροντα Πελία και να τον βράσουν,  ώστε να ξαναγίνει νέος. Έτσι ο Πελίας βρήκε φρικτό θάνατο και τόσο η Ήρα όσο και ο Ιάσων πήραν την εκδίκησή τους.

Μετά τον θάνατο του Πελία το ζευγάρι κατέφυγε στην Κόρινθο, τόπο καταγωγής του πατέρα της Μήδειας Αιήτη. Σύμφωνα με τον Διόδωρο έζησαν δέκα χρόνια μαζί αγαπημένοι και ευτυχισμένοι. Μέχρι που ο Ιάσονας αποφάσισε να δεχτεί την πρόταση του βασιλιά Κρέοντα να τον παντρέψει με την κόρη του Γλαύκη ή Κρέουσα. Η Μήδεια θα εξοριζόταν. Με την προθεσμία μιας μέρας που κέρδισε η Μήδεια ετοίμασε την εκδίκησή της και την έστρεψε σε δύο κατευθύνσεις. Πρώτα βύθισε σε μαγική αλοιφή-δηλητήριο ένα πολύχρωμο πανέμορφο φόρεμα, ένα χρυσό στεφάνι και άλλα στολίδια και κοσμήματα και τα έστειλε στην Γλαύκη ως δώρο με τα παιδιά της και παιδιά του Ιάσονα.  Ενθουσιασμένη η νεαρή κόρη τα φόρεσε. Το δηλητήριο ενεργοποιήθηκε αμέσως και το κορίτσι κάηκε. Το ίδιο και ο πατέρας της που έτρεξε να τη βοηθήσει. Στην συνέχεια, όταν τα παιδιά τους επέστρεψαν στον οίκο, η Μήδεια τα έσφαξε.  Έτσι πήρε και την δική της διπλή εκδίκηση.

 

ΑΠΟ ΤΟ ΟΡΛΑΝΤΟ ΣΤΗ ΓΕΦΥΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ – ΛΙΓΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΒΙΑ

Το άρθρο μου το έστειλε ο πολύ αγαπητός μου φίλος Νίκος Μιχαλόπουλος, αθλητής, παιδαγωγός και συγγραφέας. Το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον και πολύ διδακτικό, γι αυτό με την άδειά του το ανεβάζω στο ιστολόγιό μου και σας παρακαλώ να το διαβάσετε προσεκτικά. Μας αξίζει.

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2016

•Είναι σίγουρο πως δεν εξοικειώνουμε τα παιδιά μας με κάθε μορφή βίας; Σωματική, λεκτική, ψυχολογική; Δεν γίνεσαι εύκολα δολοφόνος.
•Λαμβάνουμε τα μηνύματα βίας που στέλνουν τα παιδιά μας με την συμπεριφορά τους; Τι κάνουμε γι’αυτό; Αδιαφορούμε ή το επιβραβεύουμε;
•Γιατί στο αγόρι είναι πάντα πιο αποδεκτή η επιθετική συμπεριφορά; Γιατί η ευαισθησία στα αγόρια είναι απόδειξη διαταραχής φύλου;
•Είναι σίγουρο ότι ελέγχουμε τα παιχνίδια, οι ταινίες και τα όποια μέσα διασκέδασης των παιδιών μας να είναι απαλλαγμένα από βία;
•Η βία διδάσκεται, δεν υπάρχει μέσα μας. Πρώτα τη ζείς, την ανέχεσαι, εξοικειώνεςαι με αυτή και μετά την κάνεις πράξη.
•Συνάντησα πατέρα σε σχολείο,που δίδασκα,που θεώρησε προσβολή το ότι ο γιός του ήταν ένα ευγενικό και συνεργάσιμο παιδί.»Ο γιος ο δικός μου;»
•Όταν βρίζουμε μπροστά στα παιδιά μας, όταν χειροδικούμε, όταν σκοτώνουμε ένα ζώο, όταν βλέπουμε μαζί τους θρίλερ, τα εκπαιδεύουμε στη βία.
•Όταν αποκαθηλώνουμε στα μάτια των παιδιών μας φιγούρες σύμβολα και πρότυπα, όπως αυτές των δασκάλων ή των παππούδων, τα οδηγούμε στη βία.
•Η τιμωρία δεν πρέπει να έχει τη μορφή βίας, αλλά μόνο στέρησης συγκεκριμένων πραγμάτων για τα οποία έχει υπάρξει από πριν αμοιβαία συμφωνία.
•Όσο αντιμετωπίζουμε ένα παιδί με την ίδια σοβαρότητα,που αντιμετωπίζουμε έναν ενήλικα,διδάσκουμε υπευθυνότητα,σοβαρότητα και πλαίσια δράσης.
•Η βία, είτε ενδοσχολική, είτε όχι δεν είναι κάτι καινούργιο. Όλοι το έχουμε υποστεί ή το έχουμε κάνει ως ένα βαθμό. Τώρα όμως έχει όνομα!!!
•Ποτέ πια bullying!
•Ποτέ πια βία!
•Ποτέ πια Ορλάντο!
•Ποτέ πια κηρύγματα μίσους! Η μητέρα Τερέζα έλεγε: «δεν πρέπει να μιλάμε κατά του πολέμου, αλλά υπέρ της ειρήνης»

 

Όταν η Μήδεια συνάντησε τον Ιάσονα

Όταν η Μήδεια γνώρισε τον Ιάσονα ερωτεύτηκε τρελά τον όμορφο Έλληνα ήρωα. Όλοι οι Έλληνες ήρωες ήσαν όμορφοι, έξυπνοι και γενναίοι.  Αυτά τα χαρίσματα διέκριναν όλους τους αρχαίους Έλληνες, που κρατούσαν από βασιλική γενιά:  παλικαριά, λεβεντιά και ομορφιά.  Το βεβαιώνει άλλωστε  και στο ποίημά του ο ποιητής Εγγονόπουλος, το αφιερωμένο στον μεγάλο επαναστάτη Μπολιβάρ. «Μπολιβάρ, του λέει υμνώντας την παλικαριά του, είσαι ωραίος ως Έλλην».

Ο Ιάσων ήταν γιος του βασιλιά της Ιωλκού Αίσονα και της Πολυμήδης ή Αλκιμέδης. Ανατράφηκε κοντά στον σοφό Κένταυρο Χείρωνα. Από αυτόν  διδάχθηκε όλα τα αναγκαία, ώστε να καταστεί ικανός να υλοποιήσει το πάγιο ομηρικό αίτημα προς τους ευγενείς: «Αιεν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων».

Όταν επέστρεψε στην Ιωλκό, τον θρόνο του οίκου του είχε σφετερισθεί ο αδελφός του πατέρα του   Πελίας. Η εμφάνιση του Ιάσονα στην Ιωλκό με ένα μόνον σανδάλι, γιατί το άλλο το είχε χάσει στην προσπάθειά του να περάσει τον ποταμό, φόβισε τον Πελία, ο οποίος ζήτησε από τον ανεψιό του να πάει στην Κολχίδα και να φέρει το Χρυσόμαλλο Δέρας. Ο νεαρός Ιάσων έπρεπε να κάνει αυτόν τον άθλο, για να αποδείξει στον κύκλο του ότι πλέον είχε ανδρωθεί, ότι είχε θάρρος και ηρωισμό,  αρετές που αρμόζουν σε γόνους βασιλικών οικογενειών.

Για την επιτυχία του ταξιδιού προσέτρεξαν στο πλευρό του όλοι οι σπουδαίοι και ονομαστοί ήρωες της εποχής του, μεταξύ των οποίων ήσαν ο Ηρακλής και ο Ορφέας. Ακόμη και η θεά Αθηνά προσέτρεξε από τα Ολύμπια δώματα στην Ιωλκό, για  να διδάξει τον Άργο πώς θα φτιάξει την περίφημη Αργώ, πλοίο ικανό να αντέξει στο δύσκολο ταξίδι. Αλλά εκείνη που με αυτοθυσία στήριξε με πολλούς τρόπους τον Ιάσονα ήταν η κόρη του Αιήτη, του βασιλιά της Κολχίδας και κατόχου του χρυσόμαλλου δέρατος, Μήδεια. Η Μήδεια, γυναίκα μυστήριο, γυναίκα μάγισσα,   για χάρη του  Έλληνα ήρωα έβαλε σε εφαρμογή τις μαγικές της γνώσεις, προκειμένου ο άνδρας της καρδιάς της  να επιτύχει τον σκοπό του. Γιατί τελικά ο έρωτας αποδεικνύεται πιο δυνατός και από τα μάγια.

Η Μήδεια και ο Ιάσων συναντήθηκαν στον ναό της Εκάτης. Η Μήδεια λέγεται ότι ήταν ιέρεια της χθόνια αυτής σεληνιακής θεότητας. Δικαιολογείται λοιπόν η παρουσία της στον ναό. Ο Ιάσων όμως πώς βρέθηκε εκεί;  Να υποθέσουμε πως πήγε σκόπιμα  στον ναό, ώστε να γοητεύσει την Μήδεια και να  την πείσει να τον βοηθήσει; Σημασία έχει πάντως ότι η κόρη του Αιήτη  κεραυνοβολήθηκε  από έρωτα για τον γιο του Αίσονα και αυτό απετέλεσε την αιτία μιας αιματοβαμμένης ερωτικής ιστορίας.

Ο  Αιήτης ζήτησε από τον Ιάσονα να  εκτελέσει δυο άθλους προκειμένου να του δώσει  το χρυσόμαλλο δέρας. Πρώτα, του ζήτησε να ζέψει δύο άζευτους μέχρι εκείνη τη στιγμή ταύρους με χάλκινα πόδια, που έβγαζαν φλόγες από τα ρουθούνια τους, δώρο του Ηφαίστου. Στην συνέχεια του ζήτησε να οργώσει με αυτούς τους χάλκινους ταύρους ένα χωράφι και να το σπείρει με τα δόντια του δράκου που είχε σκοτώσει ο Κάδμος στη Βοιωτία, τα μισά από τα οποία είχε δώσει ο Κάδμος στον Αιήτη. Σκοπός και των δύο άθλων ήταν η εξόντωση του Ιάσονα.

Η Μήδεια όμως του έδωσε μιαν αλοιφή που είχε φτιάξει από  ένα βότανο που είχε φυτρώσει από το αίμα της πληγής του Προμηθέα, το προμήθειον. Με αυτό ο Ιάσονας, αφού πρώτα  προσευχήθηκε στην Εκάτη,  άλειψε το σώμα του και τα όπλα του και παρέμεινε προστατευμένος για εικοσιτέσσερις ώρες -τόσο διαρκούσε η δύναμη της αλοιφής. Έτσι, προμήθειο και προσευχή τον προφύλαξαν από τις πύρινες ανάσες και τα χάλκινα πόδια των ταύρων, ώστε να μπορέσει να τους περάσει τον ζυγό.

Ακολούθως η Μήδεια αποκάλυψε στον Ιάσονα ότι μόλις έσπερνε τα δόντια του δράκου, θα φύτρωναν αμέσως οπλισμένοι πολεμιστές, που θα επεδίωκαν να τον σκοτώσουν, όπως είχε συμβεί και με τον Κάδμο στην Αρεία πηγή. Τον συμβούλευσε λοιπόν να κάνει ό,τι και ο Κάδμος: να ρίξει μια πέτρα ανάμεσα στους πολεμιστές που «έσπειρε», οπότε αυτοί, «οι σπαρτοί»,  θα αλληλοσκοτώνονταν θεωρώντας ότι κάποιος από τους ίδιους την έριξε.

Με τις συμβουλές της Μήδειας ο Ιάσονας πέτυχε και τους δυο άθλους. Αλλά  όταν παρουσιάστηκε στον Αιήτη και του ζήτησε το δέρας, ο βασιλιάς αθέτησε την υπόσχεσή του. Την νύχτα μάλιστα προσπάθησε να κάψει  την Αργώ, και τους Αργοναύτες.  Ο Ιάσονας λοιπόν ώφειλε να πάρει το δέρας μόνος του. Πράγμα πολύ δύσκολο, γιατί το  φύλαγε ακοίμητος δράκος. Τον βοήθησε όμως η  Μήδεια, η οποία με τα μαγικά της κόλπα   αποκοίμισε τον ακοίμητο δράκο. Άφοβα τότε ο Ιάσων πλησίασε, ξεκρέμασε το Χρυσόμαλλο Δέρας από το δέντρο, όπου ήταν κρεμασμένο, και το πήρε μαζί του μαζί με την πολύτιμη γι αυτόν Μήδεια.  Αλλά δεν ήσαν μόνον αυτά που έκανε η κόρη του Αιήτη για χάρη του. Όταν ο Αιήτης κατεδίωξε το ζευγάρι με πλοίο,  η Μήδεια έσφαξε τον αδελφό της  Άψυρτο, τον κομμάτιασε και πετούσε ένα-ένα τα κομμάτια του στην θάλασσα. Με αποτέλεσμα  ο Αιήτης να καθυστερήσει, προκειμένου να περισυλλέξει τα κομμάτια του γιου του και να τον θάψει. Έτσι οι Αργοναύτες διέφυγαν.

Όταν οι Αργοναύτες με το ζευγάρι έφτασαν στην Κρήτη, η Μήδεια πάλι τρέλανε με ξόρκια και μάγια τον γίγαντα Τάλω, ώστε να σχίσει τη φλέβα του αστραγάλου του, κέντρο της δύναμής του, πάνω σε βράχο. Κατά άλλη εκδοχή τον έπεισε  πως, αν την αφήσει να του τραβήξει έξω το καρφί που συγκρατούσε το αίμα της φλέβας, θα γινόταν αθάνατος. Ο Τάλως συμφώνησε και αυτό ήταν το τέλος του. Μπόρεσαν όμως οι Αργοναύτες να αποβιβαστούν και να διανυκτερεύσουν με ασφάλεια στο νησί.

Όταν οι Αργοναύτες επέστρεψαν στην Ιωλκό η Μήδεια πάλι με τα  μαγικά της κόλπα έπεισε τον Πελία  ότι για να ξαναγίνει νέος θα έπρεπε οι κόρες του να τον σκοτώσουν τη νύχτα που θα κοιμόταν, να τον κομματιάσουν και να τον βράσουν με τα φάρμακα που θα τους έδινε. Οι θυγατέρες του τότε με εντολή του κατέσφαξαν τον γέροντα Πελία προσδοκώντας τη μετατροπή του σε νέο. Η ίδια με το πρόσχημα πως έπρεπε  να προσευχηθεί στην Εκάτη με πυρσούς, ανέβηκε στο πιο ψηλό δώμα του παλατιού και στην κολχική γλώσσα έστειλε μήνυμα για να μπουν οι Αργοναύτες στην πόλη. Παρόλα αυτά όμως ούτε ο γέροντας Πελίας έγινε παλικάρι ούτε ο Ιάσων πήρε πίσω τον θρόνο του πατέρα του, αφού μετά το φονικό δεν  μπορούσε να μείνει εκεί ούτε ο ίδιος ούτε η Μήδεια. Στον θρόνο ανέβηκε  ο γιος του Πελία.

Με όλα αυτά που έκανε η Μήδεια για χάρη του Ιάσονα, έπεισε τον ήρωα να την παντρευτεί. Τον γάμο τους τέλεσε κρυφά η βασίλισσα των Φαιάκων Αρήτη, επειδή ο σύζυγός της βασιλιάς Αλκίνοος υποσχέθηκε στους διώκτες της Μήδειας Κόλχους να τους την παραδώσει, αν δεν είχε ακόμη δεθεί ερωτικά με τον Ιάσονα. Γι αυτό γάμος και ένωση επισπεύσθηκαν.  Ο γάμος τους έγινε  στο σπήλαιο της Μάκριδος στη Σχερία, που έκτοτε θεωρούνταν ιερό της Μήδειας.  Σύμφωνα με μεταγενέστερη εκδοχή, οι γάμοι τελέστηκαν στην Κολχίδα, όπου παρέμεινε ο Ιάσονας για τέσσερα χρόνια πριν τελέσει τους άθλους του.

Γιατί τα Αρχαία Ελληνικά από το πρωτότυπο

Η   διδασκαλία του μαθήματος των Αρχαίων Ελληνικών  από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο και το Λύκειο  υπηρετεί έναν πολυδύναμο και πολυδιάστατο σκοπό.

Πρωταρχικός σκοπός του μαθήματος είναι ο ανθρωπιστικός-φρονηματιστικός. Με την διδασκαλία των έργων της κλασικής αρχαιότητας καλλιεργείται ευαισθησία και ανθρωπιά  στους νέους,  γιατί η συναναστροφή με τα έργα αυτά συμβάλλει στην ανθρωποποίηση του αναπτυσσόμενου ανθρώπου. Είναι λοιπόν βέβαιο πως η διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών συμβάλλει ουσιαστικά στην ολόπλευρη ολοκλήρωσή του. Επιτυγχάνεται ολοκληρωμένα η διανοητική, βουλητική, συναισθηματική και ηθική ωρίμανση του ατόμου, από την συναναστροφή του με τα κλασικά κείμενα. Και μέσα από την επιτυχημένη διδασκαλία ο νέος μας γνωρίζει και κατακτά  αξίες και αρχές πανανθρώπινες και αιώνιες, για την επικράτηση των οποίων επιθυμεί να αγωνιστεί, προκειμένου η κοινωνία  των ανθρώπων να γίνει καλύτερη και δικαιότερη για όλους.  Τέτοιες αξίες είναι της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού της ανθρώπινης προσωπικότητας. Εν ολίγοις είναι οι αρχές του ανθρωπισμού.

Θα αγωνιστεί, όμως ο άνθρωπος για την επικράτηση όλων αυτών των ιδανικών που αποτελούν πόθο της ανθρωπότητας, αφού πρώτα ο ίδιος αρθεί στο ύψος μιας άρτια δομημένης και ολοκληρωμένης προσωπικότητας. Αφού αναπτύξει συνολικά και συμμετρικά τον ψυχοπνευματικό του κόσμο. Το συναίσθημα, η βούληση και η διάθεση για δραστηριοποίηση πρέπει να φτάσουν σε τέτοιο ύψος, ώστε να  συναρμονίζονται με τις πνευματικές του αρετές. Κι επειδή το άτομο καταξιώνεται ανάλογα με  την κοινωνική του δράση, να καλλιεργηθεί και ο πολιτικός του προβληματισμός, ώστε να ζήσει στην κοινωνία ως πολίτης και παράγων πολιτισμού σε συνεργασία με τα άλλα μέλη της και απαλλαγμένος  από μονομέρειες και δουλωτικές προσκολλήσεις στο επάγγελμα ή στη συσσώρευση πλούτου.

Υπάρχουν, όμως και  άλλοι σκοποί, τους οποίους υπηρετεί η διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών όπως:

Ο γλωσσικός. Πολύ σημαντικό θεωρείται μέσα από την μελέτη των αρχαίων κειμένων οι νέοι μας να κατακτήσουν τη γλώσσα που μιλάνε. Διευκρινίζουμε εδώ πως  όταν πρόκειται για τη μητρική γλώσσα, μιλάμε  για κατάκτησή της, όταν πρόκειται για ξένη γλώσσα, η αναφορά είναι στην εκμάθηση και κατανόησή της. Πρόκειται λοιπόν οι νέοι μας να κατακτήσουν τη μητρική τους γλώσσα. Και σ’ αυτό βοηθά συστηματικά η εκμάθηση της γραμματικής, του συντακτικού και του σημασιολογικού συστήματος της αρχαίας γλώσσας, με την οποίαν τόση στενή συγγένεια έχει η νεοελληνική. H  γλώσσα, «ως ζωντανό σώμα της σκέψης» κατά τον Willamowitz και ως μήτρα του νοήματος κατά τους Saussure  και Wittgenstein, συμβάλλει στην κατανόηση της μορφής και του περιεχομένου του έργου σε βάθος. «Διάνοια μεν και λόγος ταυτόν» κατά Πλάτωνα. Επομένως τα κείμενα είναι ζωντανές υπάρξεις. Έχουν σώμα και ψυχή που είναι η μορφή και το περιεχόμενό τους. Η σε βάθος λοιπόν μελέτη τους απαιτεί συνολική συναναστροφή.

Η γνώση της γλώσσας και ιδιαίτερα του δομολειτουργικού της συστήματος ασκεί τον άνθρωπο στην πειθάρχηση του νου και καλλιεργεί την κριτική  του σκέψη. Αυτό απορρέει άμεσα από τον σκοπό της διδασκαλίας της γραμματικής και του συντακτικού. Η άσκηση και η καλλιέργεια της πνευματικής πειθαρχίας, η άσκηση και η καλλιέργεια της οργάνωσης του πνευματικού υλικού,  καθώς και η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης επιτυγχάνουν την ειδολογική μόρφωση των νέων, που είναι ένας από τους βασικούς στόχους της διδασκαλίας.  Σημαίνει δε ειδολογική μόρφωση «γενικότερη παιδευτική καλλιέργεια των μαθητών», δηλαδή η  ολόπλευρη διαμόρφωσή τους.

Ο πνευματικός – ειδολογικός. Επίσης,  η μελέτη της κλασικής φιλοσοφίας εισάγει τους νέους στα βασικά φιλοσοφικά ερωτήματα της ζωής, πλουτίζει τον φιλοσοφικό και κοσμοθεωρητικό τους στοχασμό και δίνει απαντήσεις στα προβλήματα της σύγχρονης πραγματικότητας. Ο ποιητικός προβληματισμός με τον πλούτο των διανοημάτων και συναισθημάτων που  γεννά, ο ιστορικός στοχασμός που αναπτύσσει προβληματισμούς σχετικά με τα  αίτια και τις συνέπειες των ανθρωπίνων πράξεων και ενεργειών, ο τραγικός ήρωας με τις αντινομίες και τα πάθη του, που θέτει το ζήτημα των ορίων της ανθρώπινης γνώσης και ελευθερίας, ο ρητορικός λόγος που άπτεται του «πολιτικώς ζην», όλα αυτά τα είδη του λόγου, τα οποία με τόση επιτυχία καλλιέργησε η διανόηση του αρχαίου Έλληνα μορφώνουν άριστα τον άνθρωπο, πλουτίζουν την ευαισθησία του και βαθαίνουν τον προβληματισμό του σχετικά με την ζωή και τον δικό του προορισμό σε σχέση μ’ αυτήν.

Ο αισθητικός – λογοτεχνικός.  Σημαντικό ακόμη είναι να τονίσουμε ότι αυτά τα κείμενα είναι και έργα τέχνης, λογοτεχνήματα αναμφισβήτητης αξίας, καταξιωμένα αισθητικά ανά τους αιώνες. Είναι αδύνατον συνεπώς να μην διαμορφώνουν υψηλό καλαισθητικό  αισθητήριο στον άνθρωπο που τα μελετά. Η δωρική τους λιτότητα, η σαφήνεια και η καθαρότητα της σκέψης, η γλαφυρότητα του ύφους, ο εκφραστικός πλούτος, ικανός να αποδίδει και τις λεπτότερες έννοιες και σημασίες, ακόμα το πυκνό και υψηλό στην διατύπωση, η ευστοχία στην διήγηση και την περιγραφή, η ζωντάνια και η παραστατικότητα  των διαλόγων, ο πλούτος και η ποικιλία των εκφραστικών μέσων, αυτά και όσα ακόμη θα μπορούσαμε να αναφέρουμε, διευρύνουν την καλαισθητική ευαισθησία των μαθητών και τους ανοίγουν δρόμους ψυχικής ευφορίας που γεννά το ωραίο στην βίωσή του.

Ο ηθικός σκοπός. Με τα πρότυπα που προβάλλουν τα κείμενα της κλασικής ελληνικής παράδοσης πολύ φυσικά απορρέει και ο ηθικός σκοπός του μαθήματος, ο ανθρωπιστικός ή φρονηματιστικός. Η ηθικοποίηση του ατόμου είναι βασικό ζητούμενο του σχολείου. Χωρίς αυτήν  ο σκοπός της αγωγής χάνει το πραγματικό της νόημα. Αν η γνώση δεν γίνεται ήθος, ο άνθρωπος δεν είναι χρήσιμος για την κοινωνία των ανθρώπων και οι γνώσεις του γίνονται δίκοπο μαχαίρι για το κοινωνικό σύνολο. Τα έργα αυτά κρίθηκαν ως κατεξοχήν ανθρωπιστικά και οι δημιουργοί  τους  μεγάλοι παιδαγωγοί με τα λόγια τους, τη σοφία των παραγγελμάτων τους, τα δρώντα πρόσωπα που προβάλλουν ως πρότυπα, τις παραινέσεις τους κι ακόμα με το προσωπικό τους παράδειγμα. Οι προσήλωσή τους σε αξίες, όπως αρετή, φιλανθρωπία, καλοκαγαθία, φιλία, ανδρεία, δικαιοσύνη, μεγαλοψυχία και τόσες άλλες που θεωρούνται στολίδια για τον άνθρωπο συστηματικά αποβλέπει στην καλλιέργεια του ήθους.

Ο ιστορικός. Και επειδή η ιστορία μας είναι  καταφύγιο και παρηγοριά μας στις εθνικές μας δυσκολίες, ο αρχαίος κόσμος αποτελεί για μας σήμερα σημείο αναφοράς   και ύπαρξης. Γιατί με το μάθημα των αρχαίων ελληνικών γνωρίζουμε τα ιστορικά και πολιτισμικά στοιχεία του παρελθόντος μας, συντηρούμε την εθνική και ιστορική μας μνήμη και ισχυροποιούμε την εθνική μας ταυτότητα. Ιδιαίτερα σήμερα που η Ευρώπη ενώνεται και η Ελλάδα στη δίνη της παγκοσμιοποίησης έχει να αντιμετωπίσει κράτη ισχυρότερα οικονομικά, η μελέτη του αρχαίου ελληνικού μας πολιτισμού θα αποτελέσει το αντιστάθμισμα σ’ αυτές τις ραγδαίες εξελίξεις των μετασχηματισμών, που κίνδυνος είναι να  μας παρασύρουν, κύριος οίδε προς τα πού.

Αν οι Έλληνες μελετήσουν τον πολιτισμό τους σε βάθος, αν καλλιεργήσουν με επιτυχία  την κλασική τους παράδοση και εντρυφήσουν σε αυτήν και αν η Ελλάδα καταστεί κέντρο σπουδής των κειμένων της κλασικής φιλοσοφίας, υπάρχει δυνατότητα να διακριθεί διεθνώς γι’ αυτό που ακριβώς είναι: Ιστορία, παράδοση και πάνω απ’ όλα πολιτισμός δικαιωμένος από το χρόνο.

 

 

 

Το ταξίδι μέσα μας

Το δοκίμιο που ακολουθεί είναι εμπνευσμένο από ένα ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη. Ας ακούσουμε το ποίημα μέσα μας .

Τάσος Λειβαδίτης, Ταξιδιώτες

Το  ποίημα

Τ’ απογέματα έβρεχε, η βροχή μπέρδευε τη στάχτη τ’ ουρανού με

τα κίτρινα φύλλα

το ποτέ με το πουθενά, εγώ τριγύριζα στις κάμαρες σαν ένα ταξι-

διώτης που έχασε το δρόμο του

«ε, ποιος είσαι;» ρωτούσα καμιά φορά «αυτός που δεν πρέπει να θυ-

μάσαι» άκουγα να λέει κάποιος ψιθυριστά, τρόμαζα

έψαχνα παντού – αλλά τί να βρω σ’ έναν κόσμο που είναι όλα απ’

τα πριν χαμένα

εξ άλλου είχα τόσα πράγματα να σκεφτώ, αλά προς τί τώρα που

έφυγε η νεότητά μου

και τα λόγια μας συνήθως παραπλανούν το ανείπωτο κι όμως συνε-

χίζουμε να μιλάμε. Τί λέμε;

Έτσι προτιμούσα να κρατάω ημερολόγιο για εποχές που δεν γνώρι-

σα – ήταν μια ωραία αναπόληση

ή τη νύχτα τα βήματα ενός περαστικού στο δρόμο μου θύμιζαν πά-

ντα την αιώνια αναχώρηση.

Ω, εσείς που ναυαγήσατε σε θάλασσες που δεν ταξιδέψατε ποτέ!

Η Προσέγγιση

Το ποίημα ανήκει στην συλλογή Τα χειρόγραφα  του φθινοπώρου, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Κέδρος το 1990, δυο χρόνια μετά τον θάνατο του ποιητή. Ανήκει στην τρίτη περίοδο της ποιητικής δημιουργίας του Λειβαδίτη, η οποία χαρακτηρίζεται από υπαρξιακά ερωτήματα και αγωνίες. Ίσως γιατί το πέρασμα του χρόνου φέρνει μπροστά στον άνθρωπο την πραγματικότητα της ζωής του.

Στο ποίημα αυτό ο ποιητής δεν αναφέρεται σε ανθρώπους που ταξίδεψαν στον κόσμο είτε για εμπορία είτε για θεωρία. Αναφέρεται στους ταξιδιώτες της ζωής και ιδιαίτερα της ζωής τους, που αναζητούν ένα της νήμα να πιαστούν και να ξεκινήσουν τον απολογισμό της, αλλά δεν βρίσκουν, μπερδεύονται και δεν μπορούν να εξηγήσουν γιατί δεν ταξίδεψαν, ενώ το ήθελαν τόσο.

Το σκηνικό είναι φθινοπωρινό, γιατί πιο εύκολα στο απόβροχο μπερδεύεται το σταχτί  του ουρανού με το κίτρινο  των δέντρων. Δεν φωτίζει καθόλου το μουντό φθινοπωρινό τοπίο και τονίζει την ψυχολογική κατάσταση του ήρωα την ώρα του απολογισμού. Έτσι οι γραμμές  στον μικρόκοσμο του ποιητή κουβαριάζονται. Αγκαλιάζεται το ποτέ με το πουθενά, γιατί ο ήρωας δεν ταξίδεψε ποτέ και δεν έφτασε πουθενά. Χάνει τον δρόμο του ακόμη και μέσα στις άδειες κάμαρες του σπιτιού του, που το κενό τους συνάδει με το κενό της ζωής του. Μια ζωή χωρίς στόχο και χωρίς σκοπό. Ζητάει από τον εαυτό του να μάθει ποιος είναι επί τέλους. Για να πάρει τελικά την απάντηση ότι δεν αξίζει τον κόπο να θυμάται ποιος είναι. Ίσως γιατί δεν έκανε και ο ίδιος κάτι σημαντικό, κάτι ηρωικό. Δεν μπόρεσε. Ίσως δεν ευνόησαν και οι αντικειμενικές περιστάσεις.  Τελικά, μάλλον έτσι συμβαίνει. Είναι δύσκολο να βρει  κανείς τον εαυτό του σε έναν κόσμο τόσο μπερδεμένο, όπου όλα από τα πριν έχουν διαλυθεί.

Είναι δύσκολο να βρει κανείς τον εαυτό του σε έναν κόσμο, όπου το τώρα τρώει  το μετά. Όπου οι ανάγκες του σήμερα κυριαρχούν και εκμηδενίζουν το αύριο. Έτσι, φυλακισμένος στο παρόν και τις ανάγκες του ο ποιητής άφησε τα χρόνια της αναζήτησης να γλιστρήσουν και χωρίς να το καταλάβει κατέληξε ο ταξιδιώτης του ποτέ και του πουθενά. Δεν έχει πια τίποτε να πει, τώρα που μεγάλωσε, γιατί και όταν είχε κάτι να πει, στα χρόνια της νεότητας και της ακμής, τα λόγια του αποδείχτηκαν παραπλανητικά της πραγματικότητας και καθόλου παρηγορητικά της κοινωνικής παράνοιας.  Αποδείχτηκαν λόγια κούφια που  έκρυβαν την αλήθεια, ενώ  καταδείκνυαν την αδυναμία  της αντιμετώπισής της. Όπως συμβαίνει όταν ο άνθρωπος προτιμά να στέκεται στην επιφάνεια των πραγμάτων, γιατί φοβάται να διεισδύσει στο βάθος τους, όταν αρνείται να δει κατάματα την ουσία τους. Το μόνο που κερδίσει όμως τελικά είναι  μια φυλακή σε ένα κενό. Τελευταία συχνά, όταν ακούει βήματα στον δρόμο την νύχτα, αναπολεί την επιθυμία της αναχώρησης, την επιθυμία που είχε να φύγει, να ταξιδέψει και δεν πήγε ποτέ πουθενά.

Την ώρα της σιωπής, στο τώρα, κρατάει ημερολόγιο για να θυμάται εποχές που δεν έζησε, αφού δεν ταξίδεψε. Και φτιάχνει τις δικές του ωραίες αναπολήσεις από το τίποτα. Νοιώθει τον εαυτό του ναυαγό μιας ζωής, που δεν γνώρισε θάλασσες. Και καλεί σε συσπείρωση  όλους αυτούς που όπως αυτός έμειναν στάσιμοι στο ταξίδι της ουτοπίας.

Είναι ο τρόπος του να καλέσει παρέα, γιατί είναι πολύ σκληρή η μοναξιά του κενού, αμείλικτο το ερώτημα.

Τίς πταίει, άραγε;

Ο ποιητής

Γεννήθηκε στην Αθήνα το βράδυ της Ανάστασης  του 1922 και  πέθανε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 1988, στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο από ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής. Σπούδασε στην Νομική Σχολή Αθηνών. Τελικά  όμως τον κέρδισε η ποίηση.

Λόγω της  συμμετοχής του στον χώρο της αριστεράς εξορίστηκε από το 1947 έως το 1951. Λίγα χρόνια μετά η συλλογή του Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου θεωρήθηκε «κήρυγμα ανατρεπτικό» και κατασχέθηκε. Τελικά το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, στις 10 Φεβρουαρίου του 1955 τον απάλλαξε λόγω αμφιβολιών.  Το 1946 ο Λειβαδίτης εμφανίστηκε  στο περιοδικό ελεύθερα Γράμματα  με το ποίημα «Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη». Το 1947 συνεργάστηκε στην έκδοση του περιοδικού «Θεμέλιο». Το 1952 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική σύνθεση με τίτλο «Μάχη στην άκρη της νύχτας» και εργάστηκε επίσης σαν κριτικός ποίησης στην εφημερίδα Αυγή από το 1954 ως το 1980. Επίσης  δημοσίευσε πολιτικά και κριτικά δοκίμια στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης».  Στο διάστημα της δικτατορίας  ο ποιητής για βιοποριστικούς λόγους μετέφραζε ή διασκεύαζε λογοτεχνικά έργα για λαϊκά περιοδικά ποικίλης ύλης με το ψευδώνυμο Pόκκος.

Στίχοι του μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Μάνο Λοίζο, τον Γιώργο Τσαγκάρη, τον Μιχάλη Γρηγορίου. Επίσης και από το συγκρότημα Όναρ στο δίσκο «Αλαντίν, τελειώσαν οι ευχές σου» (2003). Συνυπέγραψε ακόμη με τον Κώστα Κοτζιά τα σενάρια των ελληνικών ταινιών Ο Θρίαμβος και Συνοικία το όνειρο σε σκηνοθεσία του Αλέκου Αλεξανδράκη.

Τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία το 1953 για τη συλλογή του Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου, το πρώτο βραβείο ποίησης του Δήμου Αθηναίων το 1957 για την συλλογή του «Συμφωνία αρ.Ι, το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1976 για τη συλλογή Βιολί για μονόχειρα, το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης  το 1979 για το Εγχειρίδιο ευθανασίας.  Έγραψε επίσης κι ένα μικρό τόμο με τίτλο: Έλληνες ποιητές, ο οποίος αναφέρεται στις συλλογές που εκδόθηκαν την περίοδο 1978-1981 και αποτελεί μια απογραφή 74 ποιητικών συλλογών. Τα ποιήματά του μεταφράστηκαν στα Ρωσικά, Σερβικά, Ουγγρικά, Σουηδικά, Ιταλικά, Γαλλικά, Αλβανικά, Βουλγαρικά, Κινεζικά και Αγγλικά.

Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της «Εταιρείας Συγγραφέων».