Πολιτισμός και παραδόσεις

Γράφει ο Σταμάτης Μούντριχας

Ο πολιτισμός και οι παραδόσεις, που συνθέτουν την Ιστορία ενός λαού, ενός τόπου, αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της ύπαρξης του.
Αυτός είναι ένας κανόνας, νομοτελειακός, που στην σύγχρονη ζωή, την παγκοσμιοποιημένη, για τους πολιτικούς, τους εξειδικευμένους επιστήμονες, τους άρχοντες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στην συντριπτική πλειοψηφία τους, όχι μόνο δεν λαμβάνεται υπ όψιν, όχι αγνοείται, αλλά και όσους επιμένουν να τον υπερασπίζονται, τους εμφανίζουν ως γραφικούς, ως τύπους που αδυνατούν να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις.
Η εξέλιξη της κοινωνίας, με τις σύγχρονες θεωρίες, περικλείεται εντός του όρου » ανάπτυξη», που τσαμπουνάνε οι πάντες , παντού, ως πανάκεια δια πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν, την έμαθε και η θεία μου η Τραμπαράμπαινα στο χωριό και κάθε φορά που με βλέπει, ψάχνει το πιο προσβλητικό της ύφος να με κατακεραυνώσει » που είναι ρε κουμουνιστή, που θα έρθει η ανάπτυξη» , με το ίδιο ακριβώς ύφος που έπαιρνε τότε που πήρε τα χαμπέρια ότι ο Σταμάτης του Γιώργη έγινε αριστερός και με αντιμετώπιζε ως φορέα μολυσματικής νόσου – κάτι σαν λέπρα- και ότι η παγωμένη αρκούδα στην οποία πιστεύω, θα κατεβεί πο τη Ρωσία και θα μας κάνει μία χαψιά, ουλουνούς.
Εν τω μεταξύ, κανένας που δεν σκαμπάζει , όπως εγώ, να ερμηνεύει τους οικονομικούς δείκτες και τους χαρακτηρισμούς των οικονομιών από τους οίκους αξιολόγησης, δεν έκανε τον κόπο να σκεφτεί, γιατί οι χώρες που έχουν πλούτο π.χ. πετρέλαια, ο λαός τους αντί να ευημερεί και να αναπτύσσεται, αντί να τρώει με χρυσά κουτάλια, τρώει μπόμπες στο κεφάλι και ξεριζώνεται από τον τόπο του, γιατί στις χώρες που τα μεροκάματα είναι λιγότερο από ένα πιάτο φαγητό, δεν συρρέουν οι επενδυτές, γιατί ο κόσμος παντού ψοφάει στην πείνα, στην δυστυχία και στην ανέχεια και οι επενδυτές δεν ξέρουν τι να κάνουν τα χρήματα που κερδίζουν, αφού δεν μπορούν να τα επανεπενδύσουν, γιατί αυτούς που καταναλώνουν τα προϊόντα που παράγονται από τις επενδύσεις τους, τους κατάντησαν ενδεείς και πένητες.
Ο πολιτισμένος άνθρωπος, ο άνθρωπος με παιδεία και μόρφωση, που γνωρίζει την Ιστορία του, μαθαίνει να αγαπά τον άνθρωπο και να σέβεται τις πανανθρώπινες αξίες.
Προφανώς και επιζητά την ανάπτυξη, σίγουρα θέλει επενδύσεις που βελτιώνουν το επίπεδο της ζωής του.
Είναι προς όφελος του όμως, οι επενδύσεις που καταστρέφουν το περιβάλλον, το σπίτι που ζει?? Είναι προς όφελος του μία επένδυση που δίνει δουλειά σε κάποιους λίγους εργαζόμενους και βομβαρδίζει με καρκίνο και τους ίδιους και όλους τους υπόλοιπους??
Μεγάλη κουβέντα, αλλά για να έχει ουσία, πρέπει να γίνεται ανάμεσα σε πολιτισμένους ανθρώπους. Διαφορετικά κι ένα ξενοδοχείο, μεσοτοιχία με τον Παρθενώνα, μάλλον είναι μία επένδυση, προσοδοφόρα για τον επενδυτή και θα βρούν δουλειά και κάποιοι ξενοδοχοϋπάλληλοι.

Το άρθρο έγραψε ο αγαπητός μου Σταμάτης Μούντριχας. Είναι, όπως πάντοτε όταν γράφει, πολύ εύστοχος με ουσιαστικό προβληματισμό και βαθιά συνείδηση της πραγματικότητας.

Advertisements

Οὐαί τοῖς ἡττημένοις

Το 387 π.Χ. Γαλάτες στρατιώτες οδηγούμενοι από τον στρατηγό Βρέννο επιτέθηκαν εναντίον των κατοίκων της Ρώμης, κατανίκησαν τους Ρωμαίους στρατιώτες κοντά στον Αλία ποταμό  και κατέστρεψαν την πόλη. Δεν είχαν όμως, όπως αποδείχτηκε, σκοπό να εγκατασταθούν στην Ρώμη, απλά έκαναν μια ληστρική επιδρομή, όπως συνήθιζαν, και απαιτούσαν λύτρα για να επιστρέψουν στην χώρα τους.

Να πούμε εδώ πως οι Γαλάτες ήσαν  λαός κελτικής καταγωγής και κατοικούσαν από την εποχή του σιδήρου στην δυτική Ευρώπη.  Η χώρα τους Γαλατία περιελάμβανε την σημερινή  Γαλλία, το Λουξεμβούργο, το Βέλγιο, ένα πολύ μεγάλο μέρος της Ελβετίας, τμήματα της βόρειας Ιταλίας, καθώς και μέρη της Ολλανδίας και της Γερμανίας στην δυτική όχθη του ποταμού Ρήνου. Από την περιοχή αυτή σε τακτά χρονικά διαστήματα ξεκινούσαν τις επιδρομές τους. Έτσι έφτασαν ως την Ρώμη και την ισοπέδωσαν.  Για να φύγουν από την πόλη απαίτησαν  μια μεγάλη ποσότητα χρυσού και  μάλιστα έφεραν δική τους τεράστια ζυγαριά της εποχής εκείνης για να ζυγίσουν το χρυσάφι, μην τυχόν τους εξαπατήσουν οι Ρωμαίοι. Αλλά, όπως αποδείχτηκε, οι απατεώνες ήσαν οι Γαλάτες και ο ζυγός που έφεραν ήταν κατάλληλα «πειραγμένος»,  ώστε να κλέβει. Οι Ρωμαίοι κατάλαβαν ότι είχαν πέσει θύματα απάτης και η απάτη κορυφώθηκε, όταν ο Βρέννος με τον αέρα του νικητή έριξε την ζώνη και το ξίφος του, που ήταν από σίδηρο,  επιδεικτικά στον ζυγό και είπε το περίφημο «Vae victis», όπερ εστί μεθερμηνευόμενο από την λατινική γραμματεία:  «Οὐαί τοῖς  ἡττημένοις».

Ο Βρέννος, για να αναφέρουμε και γι αυτόν όσα βρήκαμε κατά την έρευνά μας, ήταν ένας Γαλάτης στρατηγός. Φιλόδοξος, αλαζόνας και άπληστος συγκέντρωσε δικό του στρατό, για να επιτίθεται στις γειτονικές με την Γαλατία περιοχές και να τις λαφυραγωγεί. Με τον καιρό ο στρατός του μεγάλωσε και ο Βρέννος ένοιωθε αρκετά ισχυρός, ώστε να αποφασίσει να επιτεθεί και εναντίον της Ρώμης, που εκείνη την εποχή βρισκόταν σε παρακμή. Έτσι, όπως αναφέραμε ήδη, στις αρχές του 3ου π.Χ  αιώνα οι Γαλάτες με τον Βρέννο βρέθηκαν προ των πυλών της Ρώμης, διεκδικώντας μεγάλη ποσότητα χρυσού, που την έκαναν ακόμη μεγαλύτερη με την ζυγαριά της απάτης.

Μετά την αποκάλυψη της απάτης οι διαπραγματεύσεις για τα λύτρα χρυσού τράβηξαν σε μάκρος, γεγονός που απέβη μοιραίο για τους Γαλάτες και τον υπερόπτη στρατηγό τους. Διότι εν τω μεταξύ έφτασε στην Ρώμη με τον στρατό του ο στρατηγός Μάρκος Φούριος Κάμιλλος (446 – 365 π.Χ.), ο οποίος κατεδίωξε τους Γαλάτες και έλυσε την πολιορκία. Μάλιστα σε αυτόν αποδίδεται και η περίφημη φράση: «Με το σίδερο και όχι με το χρυσάφι οι Ρωμαίοι στρατιώτες, γνωρίζουν να υπερασπίζονται  την πόλη τους»

Ο Κάμιλλος, Μάρκος Φούριος (Marcus Furius Camillus) ήταν Ρωμαίος στρατηγός και πολιτικός. Διετέλεσε τρεις φορές αναπληρωτής ύπατος (interrex), έξι φορές χιλίαρχος με εξουσίες υπάτου και τρεις φορές δικτάτορας. Κατά την διάρκεια της δημόσιας δράσης του διεξήγαγε πολυάριθμες στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Το 396 π.Χ., ως δικτάτορας, εκπόρθησε την πόλη των Βηίων ύστερα από δεκάχρονη πολιορκία και αργότερα, ως χιλίαρχος, κατέκτησε τις τυρρηνικές πόλεις Καπένα και Φαλέριον. Το 391 π.Χ, κατηγορήθηκε από τους πολιτικούς του αντιπάλους είτε για υπεξαίρεση δημόσιων χρημάτων είτε για ασέβεια προς τους θεούς, δικάστηκε και εξορίστηκε στην Αρδέα. Μέσα στον ίδιο χρόνο, όμως, οι ύπατοι τον ανακάλεσαν από την εξορία και τον επανέφεραν στην πολιτική, όταν τον κάλεσαν να σώσει την κατεστραμμένη και κατακτημένη από τους Γαλάτες του Βρέννου Ρώμη. Ο Κάμιλλος, όπως ήδη αναφέραμε, έφτασε έγκαιρα, πάνω στην καταμέτρηση του χρυσού, και έτρεψε σε φυγή τους εισβολείς. Για το κατόρθωμά του αυτό ονομάστηκε μάλιστα «δεύτερος ιδρυτής της Ρώμης», ο πρώτος ήταν ο Ρωμύλος. Ως δικτάτορας νίκησε επανειλημμένα τους Ετρούσκους, τους Βόλσκους και τους Αίκουους. Πιστεύεται, ωστόσο, ότι η παράδοση αλλοίωσε τη μορφή του Κάμιλλου, μεγαλοποιώντας ορισμένα γεγονότα ή αποδίδοντάς του ξένα προς αυτόν κατορθώματα.

Γιώργη Παυλόπουλου, Το σακί.

Το ποίημα

Το Σακί

Ήμουν παιδί ακόμη δεν τους καλοθυμάμαι.

Μπήκανε στο χωριό μου ένα πρωί

μα δε σταθήκανε. Περάσανε

αργά πάνω στο χιόνι. Τα γένια τους

ανάμεσα στα σύννεφα και τις κοτρόνες

καθώς τους χώνευε το βουνό.

Μονάχα ο τελευταίος δε φεύγει απ’ το μυαλό μου.

Κράτα το άλογο, μου είπε

και βάζοντας το σκούφο του στην αμασχάλη

έσκυψε στο νερό να πιει

και τόνα μάτι του με κοίταζε απ’ το πλάι.

Κοίταζε τα κουρέλια μου

τα πόδια-μου μες στις λινάτσες

τις ξόβεργες στα ξυλιασμένα χέρια μου

και πως του χαμογέλαγα

κρατώντας τ’ άλογο με περηφάνια.

Το ίδιο εκείνο μάτι με κοίταζε τον άλλο χρόνο

αχνό βασιλεμένο

όταν αδειάσαν ματωμένο το σακί

και κύλησαν στη μέση της πλατείας

κομμένα τα κεφάλια τους.

Ήταν ο χρόνος που κατέβηκα στην πόλη

και πούλαγα τσιγάρα σε δρόμους και πλατείες.

Προσέγγιση

Το ποίημα «Το σακί», του Γιώργη Παυλόπουλου (1924-2008), περιλαμβάνεται στην ομώνυμη συλλογή του και εκδόθηκε το 1980 στην Αθήνα από τις εκδόσεις Κέδρος. Το ποίημα θεωρείται το περιεκτικότερο, το αρτιότερο και  το πλέον συγκλονιστικό κείμενο, που έχει γραφτεί για τον εμφύλιο (1946-1949) στην Ελλάδα.

Ο Θουκυδίδης λέει: Όλοι οι πόλεμοι είναι κακοί. Οι εμφύλιοι πόλεμοι είναι οι χειρότεροι. Το ποίημα αναφέρεται στον εμφύλιο που συντάραξε την Ελλάδα μετά την αποχώρηση των Γερμανών κατακτητών. Οι εικόνες που μας δίνει ο ήρωας του ποιήματος,  ένα μικρό παιδί, το μέλλον της χώρας, είναι πραγματικά πολύ χαρακτηριστικές. Ας επισημάνουμε κάποιες πολύ δυνατές.

Πρώτα έρχονται οι Εαμίτες. Πιθανόν κυνηγημένοι από τον εθνικό στρατό, αλλά και από τον βαρύ χειμώνα, επιδιώκουν να κρυφτούν στα βουνά. Δεν σταματούν στο χωριό, προχωρούν όσο  πιο γρήγορα μπορούν, πράγμα δύσκολο πάνω στο χιόνι. Ο μικρός τους παρατηρεί να φεύγουν. Εκτός από έναν που σταμάτησε στην βρύση του χωριού να πιει νερό. Του δίνει να κρατήσει το άλογό του, γεγονός που κάνει το παιδί να νοιώσει υπερήφανο. Ξέρει ότι κάτι κακό συμβαίνει, αλλά δεν ξέρει τι ακριβώς. Αλλά και να ήξερε πάλι δεν θα μπορούσε να το καταλάβει, όταν ακόμη χρόνια μετά οι Έλληνες δεν μπορούν να μετρήσουν σε βάθος το γεγονός που οδήγησε στον εμφύλιο, καθώς και τις συνέπειές του που κλήθηκε να πληρώσει. Σημασία για τον μικρό έχει το γεγονός πως κρατάει το άλογο ενός πολεμιστή  και έχει βαθιά χαραγμένη στην μνήμη του την εικόνα του άντρα που σκύβει να πιει νερό, ενώ τον κοιτά με το ένα του μάτι. Την εικόνα αυτήν θα την ξαναδεί, όταν θα φέρουν οι νικητές τα κεφάλια των ηττημένων σε ένα σακί ματωμένο και θα τα ρίξουν στην πλατεία του χωριού, να τα δουν όλοι και να μάθουν να φοβούνται τους δυνατούς. Αυτήν την εικόνα θα πάρει μαζί του ο μικρός ήρωας, όταν θα φύγει από το χωριό του και θα κατεβεί στην πολιτεία να πουλά τσατσάρες για να επιβιώσει, γιατί κανείς πια δεν μπορεί να τον ταΐζει. Ο εμφύλιος έχει στερήσει τους Έλληνες από κάθε ικμάδα ζωής και δημιουργίας, δράσης και επιθυμία συμβίωσης και επιβίωσης.

Γεγονός είναι ότι  ο Β’ Παγκόσμιος και η επέκτασή του ο εμφύλιος πόλεμος κατέστρεψαν σχεδόν ολοκληρωτικά την ελληνική οικονομία και  την ελληνική κοινωνία. Αλλά το χειρότερο συνέβαλαν στο να εξοικειωθούν οι άνθρωποι με τη βία με αποτέλεσμα ο εμφύλιος να εξελιχθεί σαν συνέχεια της ναζιστικής βίας δίνοντας εικόνες όπως, συλλογικά αντίποινα, μαζικές εκτελέσεις, απελάσεις του ντόπιου πληθυσμού, δήωση και πυρπόληση χωριών, δημόσια περιφορά πτωμάτων. Η  αναλγησία και κτηνωδία της εμφυλιακής βίας σημάδεψαν συλλογικές μνήμες και σφυρηλάτησαν προσωπικές πολιτικές ταυτότητες και βιογραφίες με μακροχρόνιες επιπτώσεις.  Σε γενικές γραμμές, ο ελληνικός εμφύλιος μπορεί να εκτιμηθεί ως ένας ολοκληρωτικός πόλεμος στον οποίο εμπλέκονταν στρατός αλλά και πολίτες, χρησιμοποιώντας συμβατικές και μη τακτικές. Για  χρόνια πολλά η ελληνική κοινωνία διχάστηκε ανάμεσα στους αποκαλούμενους εθνικόφρονες και πρώτης κατηγορίας πολίτες από τη μία, και τους μη εθνικόφρονες, δεύτερης κατηγορίας πολίτες που απαρτίζονταν από τους ηττημένους κομμουνιστές, τους αριστερούς όλων των αποχρώσεων, τους συμπαθούντες, ακόμη και τους αντιβασιλικούς από την άλλη. Ο διχασμός αυτός καθόρισε  κάθε πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική σφαίρα της ελληνικής ζωής. Και ενδυνάμωσε τον μύθο της Ψωροκώσταινας, ώστε  κάποτε, αυτοί που συνεργάστηκαν για να περιέλθουν οι Έλληνες σε αθλιότητα, να μπορέσουν να καρπωθούν τα  πλούτη της χώρας. Πλούτη αμύθητης αξίας σε έμψυχο και άψυχο υλικό. Οι καλύτεροι τεχνίτες της χώρας, αμέσως  μετά τον εμφύλιο ξενιτεύτηκαν και εργάστηκαν σκληρά για να ανακάμψουν οικονομικά άλλες χώρες. Πολιτιστική κληρονομιά, τέχνεργα  χιλιάδων χρόνων εκλάπησαν  και στόλισαν τα μουσεία λαών χωρίς ιστορία. Και όλα αυτά όταν ο πληθυσμός της χώρας λόγω των γεγονότων της δεκαετίας του ’40 είχε μειωθεί κατά 20/%. Αυτό και αν ήταν γενοκτονία.

ΑΡΤΖΙ-ΜΠΟΥΡΤΖΙ ΚΑΙ ΛΟΥΛΑΣ.


Σε πολλές αναφορές, ένθεν κακείθεν, γίνεται λόγος για την ποιότητα του πολιτικού σκηνικού, με απαξιωτικά λόγια. Η ποιότητα όμως του πολιτικού σκηνικού, είναι συνυφασμένη με την ποιότητα του πολιτικού προσωπικού, της λειτουργίας των εξουσιών και των θεσμών και φυσικά – για να μην βγάζουμε την ουρά μας απ΄έξω- με την ποιότητα του λαού, τουτέστιν του εκλογικού σώματος.
Ποιον σεβασμό μπορεί να εκπέμψει η νομοθετική εξουσία, όταν η ίδια ψηφίζει νόμους για μη ευθύνη, για ασυλία, για σύντομη παραγραφή των δικών της αδικημάτων??
Που ήταν όλοι αυτοί οι συνταγματολόγοι και τα Συμβούλια της Επικράτειας, όταν ψηφίζονταν οι νόμοι αυτοί, τα μνημόνια και η κατακρεούργηση των δικαιωμάτων των πολιτών??
Ποιον σεβασμό εκπέμπει η δικαστική εξουσία – μην ακούτε που όλοι δημόσια λένε ότι την εμπιστεύονται- όταν οι πάντες γνωρίζουν ότι συνδιαλέγεται με την εκάστοτε κυβέρνηση, οι ανώτατοι λειτουργοί της παίζουν πολιτικά παιχνίδια ανάλογα με την πολιτική τους θέση και τις προσωπικές τους φιλοδοξίες??
Ποιους πολιτικούς να εμπιστευτείς, που απ΄όσους συμμετείχαν στην διακυβέρνηση της χώρας, εκτός από ελάχιστους που πήγαν φυλακή, πολλοί είναι έξω γιατί φρόντισαν να παραγράφονται τα ποινικά τους αδικήματα, γιατί τους προστάτεψαν οι κομματικοί μηχανισμοί τους??
Ποιο κόμμα να εμπιστευτείς, που τα δήθεν προγράμματα τους έχουν να κάνουν με την υφαρπαγή της ψήφου, που λένε ψέματα ανερυθρίαστα, που κοροϊδεύουν χωρίς ντροπή την κοινωνία???
Καταγγέλλουν ο ένας τον άλλον ότι ο καυγάς γίνεται για την καρέκλα και δεν καταλαβαίνουν ότι έχουν όλοι δίκιο. Καταγγέλλουν διορισμούς και κάνουν πως ξεχνούν τους δικούς τους κομματικούς στρατούς. Καταγγέλλουν κακή διαχείριση και κάνουν πως ξεχνούν ότι αυτοί χρεοκόπησαν την χώρα. Καταγγέλλουν για Εθνική προδοσία, την Εθνική θέση που οι ίδιοι δημιούργησαν, μαζί με τα τετελεσμένα στην Διεθνή κοινότητα.
Ποια δημοσιογραφία μπορείς να εμπιστευτείς, που η πλειοψηφία των μελών της είναι έμμισθοι υπάλληλοι συμφερόντων, που οι χειρότεροι απ΄αυτούς χρησιμοποιούν κάθε μέσον, προκειμένου να συμπεριληφθούν σε ένα ψηφοδέλτιο, να λύσουν το πρόβλημα τους, φεύγοντας πλούσιοι από την πολιτική , όπως οι περισσότεροι.
Τέλος ποιον λαό να εμπιστευτείς, που ψηφίζει αυτούς που τον κλέβουν, που του λένε ψέματα, που τον προδίδουν, που τον πτωχεύουν, που τον ξεφτιλίζουν. Που εκλέγει εκπροσώπους του τους Ανατολάκηδες, που δεν μπορούν να διαβάσουν αυτά που τους έχουν γράψει, αυτούς που τους κουβαλούσαν πίτσες στα τηλεοπτικά στούντιο, αυτούς που πουλάνε μαγικά βότανα και ξόρκια στις τηλεοράσεις. Που έκανε με την ψήφο του τρίτη δύναμη του Ελληνικού κοινοβουλίου τους εγκληματίες ναζί, που στο όνομα της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας, καταπατούν κάθε έννοια και της πατρίδας και της θρησκείας και της οικογένειας, προκειμένου να επιβληθεί η απεχθής ιδεολογία τους.
Είναι βέβαιο ότι στραβά αρμενίζουμε και ακόμη πιο βέβαιο ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει, αν δεν αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι. Με το σύστημα » άρτζι μπούρτζι και λουλάς» , όλες οι ομάδες αδέρφια, έφυγαν από το γήπεδο ταπεινωμένες.

Το άρθρο ανέβασε ο φίλος μου Σταμάτης Μούντριχας, οπτικός, στο φμπ. Είναι αληθινό και ενδιαφέρον, αν και όσα αναφέρει δεν είναι άγνωστα, αλλά αξίζει να τα επαναλαμβάνουμε προς γνώσιν και συμμόρφωσιν. Εννοείται βέβαια ότι δεν άλλαξα ούτε ένα κόμμα από το κείμενό του.

Οι στρίγκλες και οι διάολοι

Από τις παραδόσεις του λαού μας

Ι.  Οι στρίγκλες

Σύμφωνα με τις αντιλήψεις του λαού μας οι στρίγκλες είναι γριές, φτωχές και ελεεινές. Κατοικούν στα βουνά και όταν κατέβουν στις πόλεις με άγριες φωνές και δυνατές κραυγές κυνηγούν να βλάψουν τους ανθρώπους και κυρίως τις γυναίκες και τα παιδιά.  Αρέσκονται κυρίως να πηγαίνουν σε αβάπτιστα μωρά και να τους πίνουν το αίμα όταν τα βρίσκουν μόνα τους. Γι αυτό μέχρι να βαπτιστούν τα παιδιά οι μανάδες δεν τα αφήνουν μόνα τους. Οι στρίγκλες ασχολούνται με τα μάγια και γενικά κάνουν πράγματα του διαβόλου, γιατί η κακία που δείχνουν προς τον άνθρωπο αυτό φανερώνει, ότι είναι με τον διάβολο.

Ο διάβολος πάλι ξέρουμε ποιος είναι και τα προβλήματα που δημιουργεί στους ανθρώπους, γιατί και αυτός θέλει το κακό τους. Επόμενο είναι λοιπόν στρίγκλες και διάβολοι να συνυπάρχουν στην συνείδηση του λαού.

Στην Ζάκυνθο ήταν γνωστή η εξής παράδοση. Την παραθέτω  με τα λόγια που την διέσωσε ο Νικόλαος Γ. Πολίτης στο έργο του: Παραδόσεις, γράμματα, Αθήνα 1994, τόμος Β΄, σελ. 393.

ΙΙ. Οι διάβολοι

Ένας διάολος εντονιάριζε μία στρίγκλα και τέλος την εσπίτωσε και με δαύτη έκαμε πολλά παιδία, που ήταν ούλα του σχοινιού και του παλουκιού. Ένας από δαύτους ήτανε πολύ έξυπνος μα χειρότερος από ούλους στην κακία. Του ήλθε στο μυαλό να γίνει βασιλιά του νησιού, για την κακή του τύχη (του νησιού προφανώς).

Ο διάολος ευχαριστήθηκε και τον εσυμβούλεψε να αρχίσει να φοβερίζει τον κόσμο, να βρίζει και να δέρνει και στον νου του να έχει πάντα την εγδίκηση. «Με την εγδίκηση  βασιλεύεις», του έλεγε, «γιατί κανείς δεν θα τολμήσει να σε κάμε τίποτσι, από φόβο. Με την εγδίκηση θα φτάσεις βασιλιάς  γληγορότερα».

Το παιδί, σα καλό παιδί, άκουσε τον πατέρα του και ήταν ο φόβος του νησιού. Στην αρχή εγελούσανε μαζί του και οι γίγαντες, μα αφού είδανε που ήθελε και μαζί τους να παίξει, και μια μέρα έκαμε γουργουλέδες για να τσακωθούν αναμεταξύ τους,  τότε εθυμώσανε, πιάνουνε το διαλόπουλο  και το ρίχνουνε σε μία λούμπα νερού κοντά στο Κερί. Και το ρίξανε με τόση δύναμη, που έφτασε στα κατακόμπια τση γης.

Ο διάολος έτρεξε να το γλυτώσει, μα το διαολόπουλο, τόμου έφτασε στα άφαντα τση γης, έλιωσε, έγινε κατράμι ούλο το σώμα, πίσσα, πίσσα που ακόμα αβγατίζει, για αιώνια τιμωρία. Ο διάολος, τόμου είδε αυτή τη συμφορά που έπαθε, εχτύπησε το κεφάλι του.

Από τότε έχομε την πίσσα στη Ζάκυθο και γίνονται σεισμοί, και από τότε οι διαόλοι αποφάσισαν να μη είναι εγδικητικοί με τσου ανθρώπους, αν θέλουν να βασιλεύουνε, μα με τσι γαλιφίες να πάρουνε τσι ψυχές στη κόλαση.

Στην Ζάκυνθο ακόμη πιστεύουν πως «στου Δαβία είναι κατοικία του διαόλωνε και μένουνε στον πύργο τον αρχαίο. Τη νύχτα βγαίνουνε και σουλατσάρουνε και χτυπούνε τον κόσμο που διαβαίνει». (Ίδια πηγή)

Ετυμολογίες

Η λέξη στρίγκλα μάλλον είναι ηχοποιημένη, έχει να κάνει με τον ήχο της φωνής που δεν είναι γλυκός αλλά κακόηχος.  

Η λέξη διάβολος συνδέεται με το ρήμα διαβάλλω, που θα πει σπέρνω ανάμεσα στους ανθρώπους ψέματα, παραποιώ και διαστρεβλώνω τα λεγόμενα του ενός προς τον άλλον, για να τους βάλω να τσακωθούν και ακόμη και να αλληλοσκοτωθούν. Στην λαϊκή γλώσσα ο διάβολος λέγεται και ζάβαλος, εξ ού και ζαβολιάρης με την ίδια έννοια, αυτός που σπέρνει ζιζάνια, διαβολιές για να καυγαδίζουν οι άνθρωποι. .

Ήρωες αλλού

Ι. Ελ–λαλ

ο Νόοτζχετζ, βασιλιάς των ιθαγενών της Παταγονίας, δεν ήθελε παιδί, γιατί του είχαν προφητεύσει ότι αν αποκτήσει γιο, αυτός θα τον σκοτώσει και θα του πάρει τον θρόνο. Η βασίλισσα όμως, παρά τις αντιρρήσεις του βασιλιά της  έμεινε έγκυος, γεγονός που κατατρόμαξε, αλλά  και εξόργισε τον Νόοτζχετζ. Επιδίωξε λοιπόν να καταβροχθίσει το έμβρυο, όταν αυτό ήταν ακόμη στην κοιλιά της μητέρας του. Η πράξη του όμως αυτή, και σαν σκέψη ακόμα, θεωρήθηκε από τον θεό Ρατ ανόσια. Ο θεός  Ρατ επενέβη, εμπόδισε τον Νόοτζχετζ από την πράξη του, υιοθέτησε το αγόρι που είχε η βασίλισσα στην κοιλιά της και το ονόμασε Ελ-αλ.

Όταν ο Ελ-αλ μεγάλωσε, επινόησε μόνος του τα τόξα και τα βέλη, με τα οποία αντιστάθηκε  στις συνεχείς επιθέσεις του πατέρα του. Ο πόλεμος ήταν πολύ δύσκολος για τον Ελ-αλ, γιατί μαζί με τον Νοοτζχετζ τον πολεμούσε  και το γένος των Γιγάντων που ο πατέρας του είχε καλέσει σε βοήθειά του εναντίον του γιου του.  Ο ήρως Ελ-αλ όμως νίκησε τον πατέρα του και τους Γίγαντες και έγινε κυρίαρχος του κόσμου, αποδεικνύοντας ότι όντως ήταν ένας πραγματικός ήρως και άξιζε αυτός να κατέχει τον θρόνο της Παταγονίας. Ο Νόοτζχετζ τελικά αποδέχτηκε την ήττα του και αποφάσισε να εγκαταλείψει την γη με αποτέλεσμα να μείνουν οι άνθρωποι ανυπεράσπιστοι  και έτσι να αναγκαστούν να προστατεύουν μόνοι τους τον εαυτό τους, με δικά τους όπλα,  από τις δυνάμεις του κακού.

Αν προσέξει ο μελετητής της ελληνικής μυθολογίας θα καταλάβει πως σε γενικές γραμμές ο μύθος της γέννησης του Ελ – αλ θυμίζει τον ελληνικό μύθο του Κρόνου που καταβρόχθιζε τα παιδιά του, ακριβώς για να μην βρεθεί ανάμεσά τους αυτός που θα του πάρει την κυριαρχία της γης. Σε αντίθεση όμως με τον Έλληνα Δία, που διαδέχτηκε τον Κρόνο, ο Ελ-αλ, αν και κατατρόπωσε τον πατέρα του και το γένος των Γιγάντων,  δεν κατόρθωσε να θεσπίσει έναν κόσμο δικαιοσύνης ούτε να επιφέρει μια τάξη στον κόσμο.  

ΙΙ. Καλάλα Ιλούνγκα

Μιαν άλλη εκδοχή μυθικού ήρωα που υπηρέτησε την κοινωνική δικαιοσύνη είναι ο πολιτισμικός ήρωας Καλάλα Ιλούνγκα της φυλής Λούμπα και της φυλής Λούντα της κεντρικής Αφρικής. Στον ήρωα αυτόν αποδίδεται η δημιουργία της οργανωμένης κοινωνικής ζωής.

Σύμφωνα με την φυλή Λούμπα ο Καλάλα Ιλούνγκα ήταν γιος του περιπλανώμενου πρίγκιπα Μμπίντι Κιλούε και της Μπουλάντα. Αυτή η τελευταία ήταν αδελφή του πύθωνα Νκόνγκολο. Ο Νκόνγκολο ζήλεψε τον γιο της αδελφής του και ανιψιό του Καλάλα και επιδίωξε πολλές φορές και με ποικίλους τρόπους να τον δολοφονήσει, φοβούμενος μήπως του πάρει την κυριαρχία. Ο Καλάλα όμως ξέφυγε από τις παγίδες του θείου του και κατέφυγε κοντά στον πατέρα του. Εκεί οργάνωσε στρατό, τον εκπαίδευσε στην πολεμική τέχνη και κατόρθωσε σε μάχη να νικήσει και να σκοτώσει τον πύθωνα θείο του και να κυριεύσει το βασίλειό του. Στην συνέχεια ένωσε τα δυο βασίλεια, το δικό του και του θείου του, και δημιούργησε ένα ισχυρό κράτος. Στην διάρκεια της βασιλεία του θέσπισε νόμους, οργάνωσε πολιτική εξουσία και δίδαξε τους υπηκόους του τεχνικές και τις τέχνες που ευνοούν την ανάπτυξη του πολιτισμού. Μεγάλο δώρο, καθώς ως γνωστόν ο πολιτισμός είναι η κλίμακα που οδηγεί τον άνθρωπο από την θνητότητα στην αθανασία και την θέαση του θείου. Συνεπώς το βασίλειο που δημιούργησε ο Καλάλα Ιλούνγκα ήταν ένα κράτος, στο οποίο οι άνθρωποί του ευημερούσαν και ο Καλάλα μετά θάνατον λατρεύτηκε ως ήρωας.

ΙΙΙ.  Τσιμπίντα Ιλούνγκα

Για την φυλή των Λούντα ο αντίστοιχος ήρωας ονομαζόταν Τσιμπίντα Ιλούνγκα, και ήταν ο ιδρυτής της πρώτης αυτοκρατορικής δυναστείας της φυλής τους. Παντρεύτηκε την πριγκίπισσα Λουέτζι, αλλά ο γάμος δεν απέδωσε απογόνους, με συνέπεια οι άνθρωποι του βασιλείου στην πλειονότητά τους να απογοητευθούν και να το εγκαταλείψουν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η αυτοκρατορία να διαλυθεί και οι υπήκοοι  να μην υπηρετούν τον πολιτισμό και την δικαιοσύνη, αλλά να στραφούν πάλι πίσω στον νομαδικό και κυνηγετικό τρόπο ζωής. Μάλιστα κυνηγός έγινε και ο Τσιμπίντα Ιλούνγκα και με το πλούσιο κυνήγι που έφερνε στον οίκο του μπορούσε η όμορφη πριγκίπισσά του να ζει πλουσιοπάροχα.

Αυτά, γιατί μυθολογία έχουν και οι άλλοι λαοί.

Ο

Τιμή και δόξα

Το άρθρο έγραψε ο Σταμάτης Μούντριχας, άρθρα του οποίου έχω δημοσιεύσει κι άλλες φορές στο ιστολόγιό μου. Το βρίσκω ευθύβολο και πως αξίζει να διαβαστεί.

ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΑΓΩΝΙΣΤΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΦΑΣΙΣΜΟ.
ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΖΕΙ. Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.

Το Πολυτεχνείο, δεν είναι κομματική γιορτή. Είναι σύμβολο της αντίστασης σύσσωμου του Ελληνικού Λαού, ενάντια στον Φασισμό και έτσι πρέπει να παραμείνει στην συνείδηση του κάθε Έλληνα.
Κάθε προσπάθεια οικειοποίησης του Αγώνα, από πρόσωπα, ομάδες ή κόμματα, ψαλιδίζει το νόημα του μεγάλου αυτού ιστορικού γεγονότος. Βεβαίως υπήρχαν παρόντες και απόντες, υπήρχαν μπροστάρηδες και άλλοιπου ακολούθησαν, όμως αυτά είναι δευτερεύοντα και αλλοιώνουν το μήνυμα του Πολυτεχνείου.
Υπήρξαν και άτομα που συμμετείχαν ενεργά πλην όμως εξαργύρωσαν τον αγώνα τους και αποτέλεσαν στην πορεία γρανάζια του συστήματος με το αζημίωτο.
Η ιδιοτελής συμπεριφορά ορισμένων δακτυλοδεικτούμενων, σε τίποτα δεν μπορεί να αμαυρώσει την Λαϊκή εξέγερση, που αποτέλεσε την απαρχή της πτώσης της Φασιστικής χούντας που μας κυβερνούσε και της επτάχρονης τυραννίας.
Δυστυχώς στις μέρες μας, τα συνθήματα του Πολυτεχνείου παραμένουν επίκαιρα. Το » Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία» εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο και το » Ποτέ πια Φασισμός» μια εφιαλτική απειλή για τον λαό μας, αλλά και ολόκληρη την Ευρώπη.
Δημοσιεύματα στον τύπο,αναρτήσεις στα Μέσα Κοινωνικής δικτύωσης και δημόσιες τοποθετήσεις στελεχών κομμάτων, που υποτίθεται ανήκουν στο Δημοκρατικό τόξο, επιχειρούν να απαξιώσουν το Πολυτεχνείο, ενισχύοντας το απεχθές πρόσωπο της φασιστικής ακροδεξιάς, που ήδη κυκλοφορεί ανάμεσα μας, καταλαμβάνει θέσεις στην Βουλή των Ελλήνων που θέλει να καταργήσει, λαϊκίζοντας εκμεταλλευόμενη την δυσαρέσκεια από τις αντιλαϊκές πολιτικές, αλλά και την διεφθαρμένη συμπεριφορά των κυβερνήσεων δεκαετιών.
Στελέχη με Φασιστική δράση και παρελθόν, είναι σήμερα μέλη στην ηγετική ομάδα Δημοκρατικών κομμάτων κι αυτό όχι μόνο δεν ενοχλεί, αλλά αποτελεί και την αιχμή του δόρατος της πολιτικής τους.
Κατηγορούν την Αριστερά και το σύνολο του Δημοκρατικού κόσμου για την οικειοποίηση των λαϊκών αγώνων, κρατώντας για τον εαυτό τους την οικειοποίηση της ίδιας της πατρίδας και των συμβόλων της.
Λες και το λάβαρο των αγωνιστών στον Παλλαϊκό ξεσηκωμό του Πολυτεχνείου, δεν ήταν η Ελληνική Σημαία.
Όσο και να παπαγαλίζουν ορισμένοι ότι δεν υπήρξαν νεκροί στο Πολυτεχνείο, ότι η χούντα έκανε έργο στην Ελλάδα, ότι οι αγωνιστές του Πολυτεχνείου » βολεύτηκαν» , ότι, ότι…, όσοι πιστεύουμε ότι ο Φασισμός είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της ανθρωπότητας, της Ελευθερίας των λαών, των αξιών της κοινωνίας, θα κρατάμε ψηλά το λάβαρο του εναντίον του αγώνα και το Πολυτεχνείο θα αποτελεί μεγαλειώδη ιστορική στιγμή του.
Και μια μέρα σαν κι αυτήν, θα ενώνουμε την φωνή μας με κάθε Δημοκράτη που θα τρομάζει μπροστά στο αποκρουστικό πρόσωπο του Φασισμού