Ρομποτική Ι

Ο Τάλως. Παράδειγμα και ορισμός

Κάθε εννέα έτη προς το τέλος της άνοιξης ο βασιλεύς της Κρήτης Μίνως ξεκινάει από την Κνωσσό και μέσω της ιεράς οδού πορεύεται προς το όρος Δίκτη. Ακολουθείται από πλήθος ανθρώπων, από αυλικούς και τεχνίτες του ανακτόρου του, καθώς και κατοίκους του νησιού. Στο όρος Δίκτη και σε υψόμετρο 1500 μέτρα βρίσκεται το Ιδαίον Άντρον. Στο σπήλαιο αυτό η νύμφη Ίδη ανέθρεψε τον Δία. Εκεί ο Μίνωας θα ανταμώσει τον πατέρα του τον Δία, ο οποίος θα του δώσει σε χάλκινες πλάκες τους τους νόμους και τους τρόπους με τους οποίους οφείλει να διοικεί την Κρήτη. Πατέρας και γιος θα μείνουν αρκετό καιρό μαζί, θα αναλύσουν τους νόμους, θα τους ερμηνεύσουν, θα εστιάσουν στο δίκαιο και θα μεθοδεύσουν τρόπους να διαδοθούν οι νόμοι στους κατοίκους του νησιού και να γίνουν αποδεκτοί, ώστε να μπορέσουν να συμβιώσουν οι πολίτες με δικαιοσύνη, αγάπη και ειρήνη και να περάσουν από το ζην στο ευ ζην.

Ο Όμηρος δια στόματος Οδυσσέα μας λέει για την Κρήτη: (Οδ. τ, 172-179).

«Στην μέση του θαμπού γιαλού ένα νησί είναι, η Κρήτη,

όμορφη και πολύκαρπη και θαλασσοκλεισμένη,

πόχει κατοίκους άπειρους κι έχει χωριά ενενήντα.

Κάθε λαός κι η γλώσσα του. Των Αχαιών τα γένη

κι οι Κρητικοί οι λιοντόκαρδοι κι οι άξιοι Κυδωνιάτες,

των Δωριέων τρεις φυλές, κι οι Πελασγοί οι λεβέντες.

Πόλη μεγάλη είναι η Κνωσσό της Κρήτης, όπου ο Μίνως

του Δία συνομιλητής βασίλευε εννιά χρόνια».

Ο Μίνως ήταν γιος του Δία και της Ευρώπης. Είχε άλλα δύο αδέλφια τον Ραδάμανθυ και τον Σαρπηδόνα. Ο Μίνωας όμως πήρε από τον πατέρα το χρίσμα να διοικήσει την Κρήτη. Κατάφερε να ενώσει όλες τις πόλεις του νησιού, που ήσαν περίπου 92, σε μια ηγεμονία. Την κρητική ηγεμονία ο βασιλιάς την διαίρεσε σε τρία διαμερίσματα. Το πρώτο και το πιο ξακουστό είχε πρωτεύουσα την Κνωσσό, όπου ο βασιλιάς είχε το παλάτι του. Το δεύτερο είχε μεγαλύτερη πόλη την Φαιστό και το τρίτο διαμέρισμα είχε για κέντρο την πόλη Κυδωνία. Τον Μίνωα πολύ απασχολούσε πώς θα πετύχαινε τον συγχρωτισμό όλων αυτών των πολιτών, ώστε να αποκτήσουν συνείδηση πολίτη. Τότε, εννέα έτη μετά την επιτυχή συνένωση του λαού του νησιού σε μια τρισυπόστατη ηγεμονία, ο Δίας, ο οποίος ποτέ δεν έπαψε να παρακολουθεί τις προσπάθειες του γιου του, τον κάλεσε αμέσως στο καταφύγιό του, στο Ιδαίο Άντρο. Εκεί του έδωσε τρία σπουδαία δώρα, για να λαμπρύνει το έργο του. Ένα ρομπότ, τον Τάλω, να προστατεύει το νησί από εχθρικές εισβολές, έναν χρυσό σκύλο που δεν του ξέφευγε κανένα θήραμα, επίσης ρομπότ, και μία φαρέτρα, επίσης ρομποτικής κατασκευής, γιατί τα βέλη της δεν έχαναν ποτέ τον στόχο τους. Τα έργα αυτά φτιάχτηκαν είτε από τον ίδιο τον Δία είτε με εντολή του από τον Ήφαιστο ή τον Δαίδαλο.

Ο Τάλως έμοιαζε με θεόρατο άντρα που το σώμα του ήταν φτιαγμένο από χαλκό. Είχε μία και μόνη φλέβα που του έδινε ζωή. Αυτή ξεκινούσε από τον αυχένα και κατέληγε στους αστραγάλους, ενώ αντί για αίμα έτρεχε μέσα της ίσως λιωμένο μέταλλο ή κάποιο άλλο υγρό, πολλά γράφονται. Στους αστραγάλους του υπήρχε σφηνωμένο ένα χάλκινο καρφί που συγκρατούσε αυτό το υγρό που τον κρατούσε στη ζωή. Σε νόμισμα που βρέθηκε στο μινωικό ανάκτορο της Φαιστού, ο Τάλως απεικονίζεται νέος, γυμνός και με φτερά στους ώμους. Πιθανώς τα φτερά να εξηγούν τη μεγάλη του ταχύτητα, αφού μπορούσε τρεις φορές τη μέρα να γυρίζει ολόκληρη την Κρήτη. Γιατί η δουλειά του Τάλω ήταν ακριβώς αυτή, να γυρίζει τρις την ημέρα το νησί και να το προστατεύει από κάθε εισβολέα. Αυτό εξηγεί το ότι στην μινωική Κρήτη δεν έχουν βρεθεί ίχνη τειχών για την προστασία των πόλεων. Έτσι ο Μίνωας ένοιωθε ασφαλής έχοντας έναν πανίσχυρο φρουρό. Ο Τάλως δεν άφηνε κανένα εχθρικό πλοίο να πλησιάσει στην Κρήτη, αφού από την ακτή εκτόξευε τεράστιους βράχους και βύθιζε τα ξύλινα καράβια όσων πλησίαζαν τις ακτές του νησιού. Αν κάποιος παρ’ όλα αυτά κατάφερνε να πατήσει στην στεριά, τον περίμενε μια τεράστια αγκαλιά ολόθερμη και πυρακτωμένη που τον κερνούσε φρικτό θάνατο.

Ο χάλκινος γίγαντα όμως είχε ακόμη μια υποχρέωση πολύ σοβαρή. Έπρεπε να επιβλέπει να τηρούνται οι νόμοι του Δία περί δικαιοσύνης. Σε αυτόν τον τομέα τις εντολές τις έπαιρνε από τον Ραδάμανθυ. Με τις χάλκινες πλάκες στους ώμους γύριζε τρεις φορές το χρόνο όλα τα χωριά του νησιού και φρόντιζε ώστε οι θεϊκές εντολές της Αιδούς και της Δίκης να εφαρμόζονται και στην επαρχία.

Ο Τάλως για πολλά χρόνια πρόσφερε τεράστιες υπηρεσίες στο νησί του Μίνωα. Κάποτε όμως ήλθε και η δική του ώρα. Φυσικά ένα χάλκινο ρομπότ δεν θα μπορούσε να «πεθάνει» από βέλη ή όπλα αφού ήταν χάλκινο, άτρωτο, πόσο μάλλον από γηρατειά. Ο Τάλως «πέθανε» από δόλο.

Κάποτε στις νότιες θάλασσες της Κρήτης έφτασε η Αργώ με τον Ιάσονα και τους άλλους ήρωες που είχαν λάβει μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία. Ανάμεσά τους έλαμπε η Μήδεια. Καθώς πλησίαζαν όμως στην ακτή με την επιθυμία να προσαράξουν κάπου και να αναπαυθούν βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον χάλκινο γίγαντα, που άρχισε να τους πετάει βράχους. Το πλοίο κινδύνευσε να βυθιστεί. Τότε η Μήδεια πλησίασε στην κουπαστή της Αργούς. Προικισμένη με το δώρο της πειθούς η μάγισσα άρχισε να μιλάει γλυκά και μεθυστικά στον Τάλω.

«Τόσο σπουδαίος άντρας εσύ και να υπηρετείς μια ζωή τον Μίνωα, χωρίς μα ικανοποίηση; Να παίρνει αυτός όλη την δόξα κι εσύ να ζεις στην αφάνεια; Σε έχουν δεμένο. Σε θεωρούν δούλο, σκλάβο τους. Δεν το πρόσεξες; Γι αυτό σου έχουν βάλει το καρφί στο πόδι. Από κει σε κρατούν. Αν όμως τραβήξεις το καρφί, θα γίνεις ανεξάρτητος, μεγάλος και τρανός, θα πάψεις πια να τους υπακούς, να κάνεις ό,τι σου λένε. Θα ζήσεις ελεύθερος και αθάνατος και γρήγορα θα κυβερνήσεις την Κρήτη».

Τέτοια λόγια θα του έλεγε με γλυκό και ψιθυριστό τρόπο, ώσπου τελικά το ρομπότ μέθυσε, ζαλίστηκε και τράβηξε την πρόκα που τον κρατούσε στην ζωή. Τότε όλο το υγρό, το ιχώρ, χύθηκε στην γη και ο ίδιος σωριάστηκε κάτω ένα μάτσο σίδερα χωρίς δύναμη πια. Υπάρχουν και άλλες εκδοχές σχετικά με τον τέλος του, όπως ότι η Μήδεια τον τρέλανε με ξόρκια και τον έκανε να τρέχει με μανία πάνω κάτω, ώσπου χτύπησε το ευάλωτο σημείο του, το χάλκινο καρφί έσπασε και έτσι πέθανε.

Σημασία έχει ότι η ζωή του θεότευκτου αυτού ρομπότ είχε αρχή και τέλος. Γιατί ήταν έργο φτιαχτό. Άφησε μόνον μια ανάμνηση για τις μελλοντικές γενιές να αναρωτιούνται αν υπήρξε ή όχι. Και αν υπήρξε τι πλάσμα ήταν αυτό. Για τα άλλα δύο δώρα του Δία ρομποτικής τεχνολογίας, τον σκύλο και την φαρέτρα, δεν έχουμε πληροφορίες τι απέγιναν.

Συμπέρασμα. Ο Τάλως, που μας διασώζει ο Όμηρος, αλλά και ο Απολλώνιος ο Ρόδιος, ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, καθώς και ο Απολλόδωρος, δεν είναι τέκνο της τεχνητής νοημοσύνης. Είναι ένα ρομπότ υψηλής τεχνολογίας, σίγουρα, αλλά, κρίνοντας πάντα με τα σημερινά δεδομένα, όχι δημιούργημα τεχνητής νοημοσύνης. Σύμφωνα με σύγχρονη ορολογία και με τον ορισμό του Ινστιτούτου Ρομπότ των ΗΠΑ «Ρομπότ είναι μια επαναπρογραμματιζόμενη πολυλειτουργική χειριστική διάταξη σχεδιασμένη για την μετακίνηση υλικών, εξαρτημάτων, εργαλείων και εξειδικευμένων διατάξεων μέσω μεταβλητών προγραμματισμένων κινήσεων για την εκτέλεση μιας σειράς εργασιών». Αυτό ήταν ο Τάλως, ένα εργαλείο προγραμματισμένο να κάνει συγκεκριμένες εργασίες από πριν, σχεδιασμένο όμως έτσι, που να μοιάζει με ανθρώπινο ον. Για κακή του τύχη συναντήθηκε με την Μήδεια, η οποία κατείχε τις γνώσεις να το απορυθμίζει.

Τί είναι τελικά η Τεχνητή Νοημοσύνη; Λοιπόν,» είναι ο τομέας της Επιστήμης των Υπολογιστών που ασχολείται με τη σχεδίαση και την υλοποίηση προγραμμάτων τα οποία είναι ικανά να μιμηθούν τις ανθρώπινες γνωστικές ικανότητες, εμφανίζοντας έτσι χαρακτηριστικά που αποδίδουμε συνήθως σε ανθρώπινη συμπεριφορά, όπως η επίλυση προβλημάτων, η αντίληψη μέσω της όρασης, η μάθηση, η εξαγωγή συμπερασμάτων, η κατανόηση φυσικής γλώσσας», κλπ. Δημιουργήματα Τεχνητής Νοημοσύνης μπορούμε να θεωρήσουμε με βάση τον πιο πάνω ορισμό την Πανδώρα, τις θεραπαινίδες του Ηφαίστου, τα καράβια των Φαιάκων.

Τεχνητή Νοημοσύνη III

Τα καράβια των Φαιάκων. Παράδειγμα και ορισμός

Ο Οδυσσέας, ο βασιλεύς της Ιθάκης, ήταν γιος του Λαέρτη και της Αντίκλειας. Αγαπούσε πολύ λίγο να βασιλεύει, περισσότερο αγαπούσε τα ταξίδια, την δράση, τις γνώσεις, τις εμπειρίες. Όταν ο Πάρης με την Ωραία Ελένη και τους θησαυρούς του Μενέλαου το έσκασαν για την Τροία, ανταποκρίθηκε αμέσως, όπως όλοι οι βασιλείς, στην πρόσκληση του Αγαμέμνονα, και έλαβε μέρος στην μεγάλη στρατιά που συγκεντρώθηκε, για να τιμωρήσει τον Πάρη και την πόλη του το Ιλιο. Ο πόλεμος διήρκεσε δέκα χρόνια και μετά την άλωση της Τροίας, ενώ οι άλλοι βασιλιάδες επέστρεψαν στην Ελλάδα σε λίγους μήνες, ο Οδυσσέας ταλαιπωρήθηκε άλλα δέκα χρόνια στις θάλασσες και στα ταξίδια. Σε όλην όμως αυτήν την ταλαιπωρία, ο βασιλιάς της Ιθάκης είχε μία σύμμαχο, μια προστάτρια, που τον προστάτευε και μεσολαβούσε στους θεούς για χάρη του. Αυτή ήταν η θεά Αθηνά, η σοφή κόρη του Δία.

Μα γιατί   η Παλλάδα έδειχνε τέτοια συμπάθεια στον βασιλιά της Ιθάκης; Να μια καλή ερώτηση. Αλλά υπάρχει και μια καλή  απάντηση στην ραψωδία που την δίνει ο ίδιος ο ποιητής ο Όμηρος δια στόματος της θεάς. Η κόρη του Δία απευθύνεται στον Οδυσσέα ως εξής: (Οδ. ν, 291-295).

«Σοφός και τετραπέρατος θά ‘ναι όποιος σε περάσει

Στα χίλια σου τεχνάσματα, θεός κι αν είναι ακόμα.

Καημένε, πολυμήχανε και μάστορη στους δόλους,

μήτε μες στην πατρίδα σου τις πονηριές δεν παύεις

Κι όσα ψευτόλογα αγαπάς από γεννησιμιό σου».

Τον αγαπά λοιπόν η θεά γι αυτό ακριβώς που είναι ο Οδυσσέας, που μοιάζει περισσότερο γιος του Σίσυφου του παμπόνηρου, παρά του Λαέρτη. Είναι τετραπέρατος, πολυμήχανος, δολοπλόκος, πονηρός και ψεύτης. Αυτά η σοφή Παλλάδα τα θεωρεί χαρίσματα.

Σε πολλά σημεία της ραψωδίας έχει δείξει η θεά το ενδιαφέρον της για τον Οδυσσέα. Με την δική της μεσολάβηση έδωσε εντολή ο Δίας στην νύμφη Καλυψώ να τον αφήσει να φύγει από το νησί της. Σε κάποια φάση του ταξιδιού του ξέσπασε με την θέληση του Ποσειδώνα μεγάλη θαλασσοταραχή που θα έστελνε τον ήρωα της Ιθάκης στον πάτο της θάλασσας. Αμέσως η προστάτις του Αθηνά επενέβη δυναμικά, σταμάτησε το κακό και βοήθησε τον Οδυσσέα να φτάσει στην Σχερία. Και είχε τους λόγους της. Στο νησί των Φαιάκων ο γιος του Λαέρτη γνώρισε μια κοινωνία πιο πολιτισμένη από όσες είχε συναντήσει  στο ταξίδι του για την Ιθάκη, αλλά και από την δική του. Οι Φαίακες ζούσαν παίρνοντας ό,τι χρειάζονταν από την θάλασσα και ήσαν απαλλαγμένοι από την βία του πολέμου. Σπουδαίο δείγμα υψηλής πολιτιστικής τεχνολογίας ήσαν τα πλοία τους. Τα καράβια των Φαιάκων ξεχώριζαν από τα καράβια των άλλων βασιλείων, διότι ήσαν προικισμένα με «θεϊκές» ιδιότητες, τις οποίες ο ίδιος ο Ζευς είχε δωρίσει.

Στο  νησί των Φαιάκων ο Οδυσσέας μπήκε κάτω από την προστασία της Αρήτης και του Αλκίνοου. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα της νήσου άκουσαν με συμπάθεια και σεβασμό τις περιπέτειες του Οδυσσέα στην θάλασσα και αποφάσισαν να φροντίσουν να επιστρέψει επιτέλους ο βασιλιά της Ιθάκης στο βασίλειό του μετά από είκοσι χρόνια απουσίας. Γι αυτό θα φρόντιζαν τα σπουδαία καράβια του Αλκίνοου. Για την σπουδαιότητα των καραβιών αυτών η ίδια η Αθηνά είχε μιλήσει στον Οδυσσέα. (Οδ. η, 34-37).

«Πέφονται (υπακούουν) μόνον στα γοργά, τα φτερωτά καράβια,

που διαπερνούν τα πέλαγα. Γιατί μια τέτοια χάρη

ο Σαλευτής τους χάρισε. Και τα γοργά τους πλοία

σαν τα πουλιά στην θάλασσα και σαν την σκέψη τρέχουν».

Κατά την ώρα της αναχώρησης του Οδυσσέα από το νησί των Φαιάκων για την πατρίδα του, ο Αλκίνοος θα του ζητήσει να δώσει τα πραγματικά στοιχεία της ταυτότητας, της καταγωγής και του προορισμού του, προκειμένου τα καράβια των Φαιάκων να τον μεταφέρουν με ασφάλεια στο νησί του και γρήγορα μάλιστα. (Οδ. θ, 557-563).

«Γιατί δεν έχουν τα γοργά καράβια των Φαιάκων

σαν τάλλα τα πλεούμενα τιμόνια ή κυβερνήτες,

μον’ βρίσκουν έτσι μόνα τους την σκέψη των ανθρώπων

και ξέρουν όλων τα χωριά, τα καρπερά χωράφια,

και γοργοτάξιδα περνούν της θάλασσας τα πλάτια,

κρυμμένα μεσ’ στην καταχνιά και στην πυκνή θολούρα

κι ούτε φοβούνται να χαθούν μήτε κακό να πάθουν».

Αυτήν την πληροφορία μας δίνει ο Όμηρος για τα καράβια των Φαιάκων, που δεν ήταν καθόλου σαν τα πλοία των άλλων Ελλήνων. Ως φαίνεται τα καράβια αυτά διέθεταν μια πλούσια βάση δεδομένων και μπορούσαν να κινούνται με μεγάλη ταχύτητα πάνω από τα κύματα, αλλά και πάνω από τα πέλαγα ακόμη και να οδηγούν τους ανθρώπους στον τόπο τους με ταχύτητα, ακρίβεια και σιγουριά.

Συμπέρασμα. Τα πλοία των Φαιάκων δεν χρειάζονταν καπετάνιο, δεν χρειάζονταν ναύτες ούτε πανιά και κατάρτια. Με την φροντίδα του Δία είχαν από μόνα τους την ικανότητα ή ήσαν κατάλληλα προγραμματισμένα να διαβάζουν την σκέψη των ανθρώπων και να εκπληρώνουν τις επιθυμίες τους. Γνώριζαν τους τόπους όλων των ανθρώπων και τους οδηγούσαν με καταπληκτική ταχύτητα όπου ήθελε ο καθένας να πάει, προστατευμένα από μιαν αχλύ, ώστε να μην κινδυνεύουν από κανέναν και τίποτα.  Τα καράβια των Φαιάκων είναι αψευδείς μάρτυρες μιας τεχνολογίας χιλιόχρονης, που κύριος οίδε πώς καταστράφηκε. Είναι ένα σαφές δείγμα τεχνητής νοημοσύνης.

Τεχνητή Νοημοσύνη ΙΙ

Οι θεραπαινίδες του Ηφαίστου. Παράδειγμα και ορισμός

Ο Αχιλλέας, ο βασιλιάς των Μυρμιδόνων και γιος του βασιλιά της Φθίας Πηλέα και της Νηρηίδας Θέτιδας, από το πρωί βρίσκεται καθισμένος κοντά στα καράβια των Αχαιών και περιμένει με αγωνία να επιστρέψει από την μάχη ο Πάτροκλος. Εκεί, πριν δύσει ο ήλιος θα τον ανταμώσει ο Αντίλοχος, ο γιος του Νέστορα, του βασιλιά της Πύλου, και θα του φέρει το δυσάρεστο μαντάτο. Ο Πάτροκλος σκοτώθηκε από τον Έκτορα μετά από μια σκληρή μονομαχία που είχε μαζί του. Ακόμη πως η περίλαμπρη πανοπλία του βρίσκεται στην κατοχή του ήρωα των Τρώων.

Ο θρήνος και οι γοερές κραυγές του Πηλείδη θα φτάσουν ως τα βάθη της θάλασσας, όπου κατοικεί η μητέρα του Θέτις. Η καρδιά της Νηρηίδας θα σπαράξει από τον πόνο του μονάκριβου γιου της. Νοιώθει ότι θέλει να πάει κοντά του και να τον παρηγορήσει. Καλεί τις αδελφές της και όλες μαζί αρχίζουν να ανεβαίνουν από τα βάθη του ωκεανού στην ακτή της μικρασιατικής γης. Από μακριά διακρίνουν τον ήρωα του τρωικού πολέμου γεμάτο χώματα να κείτεται ξαπλωμένος κοντά στα καράβια των Αχαιών και να θρηνεί. Η Θέτις μόνη της τώρα τον πλησιάζει και ζητά να μάθει τον καημό του. Ο ένδοξος Αχιλλέας μόλις την αντιλαμβάνεται πέφτει στην αγκαλιά της και της εξιστορεί με πόνο τον θάνατο του αγαπημένου του φίλου. Η Νηρηίδα τον αφήνει να μιλήσει και να κλάψει στην αγκαλιά της για αρκετή ώρα. Τέλος τον ακούει να της ανακοινώνει

«Δεν μου μένει τίποτε άλλο τώρα, μητέρα, παρά να βγω στην μάχη, να μονομαχήσω με τον Έκτορα, να τον σκοτώσω και να εκδικηθώ έτσι τον θάνατο του αγαπημένου μου φίλου».

Στο άκουσμα της οριστικής απόφασης του γιου της η Νηρηίδα ανατρίχιασε σύγκορμη. Για να τον εμποδίσει να το κάνει του θύμισε για άλλη μια φορά πως αν σκοτώσει τον Έκτορα για να εκδικηθεί τον θάνατο του Πατρόκλου, γρήγορα θα έλθει και η δική του σειρά.

» Γιε μου μονάκριβε, στο είπα και άλλη φορά, στο λέω ακόμη μία. Αν αποφασίσεις να εκδικηθείς τον θάνατο του Πατρόκλου και σκοτώσεις τον Έκτορα, γιατί θα τον σκοτώσεις τελικά, σύντομα θα έλθει και το δικό σου τέλος από τρωικό βέλος. Έτσι το έχουν κανονίσει οι μοίρες. Και αυτό δεν έχει την δύναμη ούτε ο Δίας να το αλλάξει».

Ο Αχιλλεύς όμως αρνείται να την ακούσει. Είναι αποφασισμένος να σκοτώσει τον Έκτορα. Το αίσθημα της εκδίκησης πάνω και από το αίσθημα της αυτοσυντήρησης. Βλέποντας η Θέτις ότι δεν μπορούσε να τον μεταπείσει, του ζητά να αναβάλει για λίγο την απόφασή του, μέχρι να του φέρει μια νέα πανοπλία, σε αντάλλαγμα της προηγούμενης που έπεσε λάφυρο στα χέρια του Έκτορα.

Αποχαιρέτησε τον μοναχογιό της και με δάκρυα στα μάτια για τον επικείμενο και σύντομο θάνατό του ανέβηκε στον Όλυμπο. Πήγε αμέσως στο παλάτι του Ηφαίστου. Στην είσοδο την καλωσόρισε η Αγλαΐα, μία από τις Χάριτες, που ήταν η γυναίκα του χωλού αρχιμάστορα θεού. Την κάλεσε μέσα στο ανάκτορο και φώναξε στον Ήφαιστο.

«Ήφαιστε, άσε το αμόνι και τα φυσερά και έλα εδώ έξω. Η Νηρηίδα Θέτις θέλει να σου ζητήσει μια χάρη».

Στο όνομά της ο μάγος τεχνίτης ξέχασε αμέσως ό,τι έφτιαχνε, και έφτιαχνε θαύματα της ρομποτικής και της υψηλής τέχνης και τεχνολογίας ο θεός, για να ετοιμαστεί και να τρέξει κοντά της. Άφησε αμέσως το αμόνι και τα φυσερά, καθώς και την κασέλα που τεχνουργούσε. Ύστερα πήρε ένα σφουγγάρι και σκούπισε από τον ιδρώτα το πρόσωπο, τον σβέρκο, τα χέρια και το τριχωτό του στήθος. Φόρεσε κατόπιν τον χιτώνα του, πήρε το χοντρό του το μπαστούνι και σηκώθηκε να περπατήσει κουτσαίνοντας. Αμέσως, (Ιλ. Σ, στ. 417 – 421)

«…ὑπὸ δ᾽ ἀμφίπολοι ῥώοντο ἄνακτι

χρύσειαι ζωῇσι νεήνισιν εἰοικυῖαι.
τῇς ἐν μὲν νόος ἐστὶ μετὰ φρεσίν, ἐν δὲ καὶ αὐδὴ
καὶ σθένος, ἀθανάτων δὲ θεῶν ἄπο ἔργα ἴσασιν.
αἳ μὲν ὕπαιθα ἄνακτος ἐποίπνυον·» 

Απόδοση Καζαντζάκη, Κακρυδή

 «…και τρέχαν δίπλα του ν’ ανεβαστούν τον ρήγα
χρυσές δυο βάγιες, απαράλλαχτες με ζωντανές κοπέλες·
ξυπνάδα και μιλιά και δύναμη, τα ‘χουν κι αυτές, κι ακόμα
οι αθάνατοι θεοί τους έμαθαν πάσα γυναίκεια τέχνη.
Και τώρα ανεβαστούσαν πρόθυμα τον ρήγα τους…»

Αυτές ήσαν οι θεραπαινίδες του Ηφαίστου. Ο μάγος αυτός, κάτοχος υψηλής τεχνολογίας, λόγω της χωλότητάς του είχε ανάγκη από δυο υπηρέτριες, για να τον βαστούν και να τον βοηθούν στο περπάτημα, αλλά όχι οποιεσδήποτε. Γι αυτό κάθισε και τις δημιούργησε μόνος του, πραγματικά έργα τέχνης. Έφτιαξε από χρυσό δύο πεντάμορφες κοπέλες και στην συνέχεια κάλεσε τους θεούς να τις προικίσουν. Και οι θεοί του Ολύμπου, που στην μαγική τέχνη και στις γνώσεις του Ηφαίστου όφειλαν πολλά, ακόμη και τα παλάτια που κατοικούσαν, έσπευσαν να ικανοποιήσουν την επιθυμία του. Έδωσαν στις θεραπαινίδες του ζωή, μιλιά και δύναμη, τις στόλισαν με νου, τους έδωσαν αιώνια νιάτα και ομορφιά και τις δίδαξαν όλες τις τέχνες των θεών. Κυρίως όμως τις δασκάλεψαν να είναι υπάκουες και πρόθυμες και να υπηρετούν πιστά τον Ήφαιστο. Οι θεραπαινίδες αυτές είναι ένα ακόμη έργο του Ηφαίστου. Είναι ένα ακόμη παράδειγμα Τεχνητής Νοημοσύνης.


Τεχνητή νοημοσύνη Ι

Η Πανδώρα  Παραδείγματα και ορισμός

Είναι από ώρα που ο Ζευς, «ο πατήρ θεών και ανθρώπων» ανεβοκατεβαίνει, πάνω κάτω, πάνω κάτω,  στην μεγάλη αίθουσα του ανακτόρου του φανερά θυμωμένος. Ο θυμός κάνει τα μάτια του να πετάνε φωτιές και μεγάλα αυλάκια μίσους να χαράζουν το μέτωπο και τα μάγουλά του. Δεν μπορεί να ξεχάσει την κοροϊδία που του έπαιξε ο γιος του Ιαπετού και της Θέμιδας διά τήν λίαν φιλότητα βροτῶν (επειδή αγαπούσε τους ανθρώπους). Πριν δύο  ημέρες του ζήτησε ο γιγάντιος Προμηθέας να ρυθμίσει αυτός πώς θα μοιράζονται τα ζώα ανάμεσα στους θεούς και τους ανθρώπους μετά την θυσία. Ο Δίας, μαθημένος να τον υπηρετούν όλοι, να προβλέπουν ακόμη και τις πιο βαθιές του επιθυμίες και να τις πραγματοποιούν, παρέβλεψε την έμπρακτη και αποδεδειγμένη αγάπη του θεού προς τους θνητούς και του το ανέθεσε χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο Προμηθέας χωρίς δισταγμό, κατά την ώρα της θυσίας άρπαξε με τα δυνατά του χέρια το βόδι που έφεραν στο θυσιαστήριο οι θνητοί, το έριξε επάνω στον βωμό, το εκτέλεσε με ένα κοφτερό μαχαίρι και το έγδαρε. Χώρισε αμέσως το πτώμα στα δυο ακριβοδίκαια. Με την ίδια ακρίβεια έκοψε στα δυο και το δέρμα του θύματος. Αμέσως μετά έβαλε στο ένα μισό του δέρματος τα ψαχνά του ζώου και στο άλλο μισό τα λίπη και τα κόκκαλα. Και ζήτησε από τον Δία, πρώτος αυτός, όπως άρμοζε στην τάξη του, να διαλέξει.  

«Διάλεξε εσύ πρώτος, άνακτα του Ολύμπου», του είπε, «και ό,τι αφήσεις θα το πάρουν οι άνθρωποι».

Χωρίς δισταγμό και με αυτοπεποίθηση ο πρώτος θεός διάλεξε. Όταν άνοιξαν τα ασκιά, ο Ζευς είχε διαλέξει τα λίπη και τα κόκκαλα. Το Ιχώρ που διέτρεχε το κορμί του από τα πόδια ως το κεφάλι του συγκεντρώθηκε απειλητικά στα μάτια του, καθώς κοιτούσε με μίσος τον Τιτάνα. Ο γιος του Ιαπετού δέχτηκε το μίσος του Δία με παλικαριά και εξυπνάδα. Στράφηκε θαρραλέα προς στους συνδαιτυμόνες θεούς και ανθρώπους και διαλάλησε.

«Ο Δίας πατέρας μας και πατέρας σας έκανε την σωστή επιλογή, όπως αρμόζει σε έναν ύπατο θεό. Διάλεξε τα λίπη και τα κόκκαλα του ζώου, γιατί οι θεοί του Ολύμπου δεν τρώνε σάρκες. Τρώνε αθάνατες τροφές, τρώνε αμβροσία και πίνουν νέκταρ. Από αγάπη για το γένος των θνητών ανθρώπων λοιπόν άφησε σε εσάς τα ψαχνά, γιατί τα έχετε ανάγκη για να ζήσετε».   

Αυτά διαλάλησε ο Προμηθέας και κοίταζε σταθερά τον Δία στα μάτια, για να μαντέψει τις διαθέσεις του. Γνώριζε πόσο σκληρός ήταν ο Δίας όταν αποφάσιζε να τιμωρήσει. Είχε δοκιμάσει το μίσος και την αναλγησία του 33.000 χρόνια σταυρωμένος στον Καύκασο με έναν χάλκινο γύπα να του τρώει το συκώτι. Περίμενε λοιπόν μια νέα τιμωρία να ξεσπάσει στο κεφάλι του. Όμως όχι. Ο Δίας εκείνη την στιγμή τουλάχιστον δεν προέβη σε καμία κίνηση. Αποδέχτηκε την ήττα του και ησύχαζε. Μέσα του όμως έβραζε και σκεπτόταν τρόπο μιας νέας τιμωρίας.

Ο γιος της Θέμιδας πρέπει να τιμωρηθεί για την πονηριά που μου σκάρωσε, σκεπτόταν ο ύψιστος των θεών. Ναι, αλλά πώς; Ήδη μια φορά τον έχω τιμωρήσει σκληρά. Στο τέλος όμως χρειάστηκε να συμβιβαστώ. Όχι. Πρέπει να πάρω την εκδίκησή μου με κάποιον άλλο τρόπο. Να χτυπήσω όχι τον ίδιο, αλλά εκεί που πονάει. Και πού πονάει περισσότερο ο Προμηθέας; Στους ανθρώπους. Αυτό είναι. Θα εκδικηθώ τον γιο του Ιαπετού φέρνοντας συμφορές στους ανθρώπους του. Έτσι αυτοί θα τον μισήσουν.

Πριν περάσει πολλή ώρα κατέστρωσε κιόλας σατανικό σχέδιο. Έκλεισε σε ένα κουτί τα γηρατειά, τις ασθένειες, τον θάνατο, τις έγνοιες, την μηχανορραφία, την συκοφαντία, τον φθόνο, τις έριδες, τους πολέμους. Στην συνέχεια σκέφτηκε να στείλει αυτές τις συμφορές στους ανθρώπους, ώστε να καταστρέψει την καλή φήμη του Προμηθέα ανάμεσά τους. Άμοιροι θνητοί. Και κάλεσε τον Ήφαιστο. Σαν αστραπή ο χωλός τεχνίτης και μέγας εφευρέτης παρουσιάστηκε ενώπιον του Δία. Έμεινε σιωπηλός, περιμένοντας διαταγές.

«Άκου, Ήφαιστε, εσύ που χειρίζεσαι τα υλικά του ουρανού και της γης καλύτερα από τον καθένα, και φτιάχνεις θαύματα, θέλω να κάνω ένα μεγάλο δώρο στους ανθρώπους. Γι αυτό σε προκαλώ να φτιάξεις από πηλό, από χώμα και νερό, μια γυναίκα που ομορφότερη από αυτήν να μην υπάρχει στον πλανήτη. Θα μοιάζει με θεά. Και μην λησμονήσεις, θα της δώσεις φωνή ανθρώπου».

Πριν περάσουν πολλές ημέρες ο Ήφαιστος επανήλθε στον Όλυμπο οδηγώντας μια γυναίκα με ανεπανάληπτη ομορφιά. Αμέσως ο Δίας κάλεσε όλους τους θεούς του Ολύμπου και τους ζήτησε να προικίσουν την γυναίκα αυτή με τα πιο σπάνια χαρίσματα. Έτσι και έγινε. Η Αθηνά της έμαθε να υφαίνει. Η Αφροδίτη την έκανε ποθητή. Ο Δίας πάλι έβαλε τον Ερμή να της δώσει ξεδιάντροπο μυαλό και πανούργα φύση και να της διδάξει να λέει ψέματα. Της δόθηκαν σαν δώρα επίσης τα χαρίσματα της Πειθούς και των Χαρίτων. Και επειδή κάθε θεός της έδωσε κι ένα δώρο την ονόμασαν Πανδώρα. Στην Πανδώρα ο κυρίαρχος του Ολύμπου χάρισε το κουτί, στο οποίο είχε φυλακίσει όλες τις συμφορές, και την έστειλε να βρει τον Προμηθέα. Ο Τιτάνας υποψιάστηκε αμέσως ότι η καλλονή ήταν ο τρόπος του Δία  να τον εκδικηθεί. Γι αυτό αρνήθηκε το ακριβό δώρο και συμβούλευσε και τον αδελφό του Επιμηθέα να κάνει το ίδιο. Εκείνος όμως μόλις την είδε ξετρελάθηκε από την ομορφιά της και την έκανε γυναίκα του. Ο Ζευς από το στερέωμα έτριβε τα χέρια του και περίμενε τα αποτελέσματα. Κάποια στιγμή η Πανδώρα, που την έτρωγε η περιέργεια, μην αντέχοντας άλλο άνοιξε του κουτί. Αμέσως ξεχύθηκαν από μέσα όλες οι συμφορές που από τότε και μέχρι σήμερα ταλανίζουν τους ανθρώπους. Μόνον η Ελπίδα έμεινε για χάρη τους στον πάτο του κουτιού. Έτσι οι άνθρωποι τιμωρήθηκαν για την αλαζονεία του Προμηθέα και έκτοτε ζουν με την ελπίδα πως θα έλθει μια μέρα αυτός που θα τους απαλλάξει από τις συμφορές. Το κακό είναι πως περιμένουν τον σωτήρα τους απέξω, ενώ αυτός βρίσκεται μέσα τους.

Συμπέρασμα. Η πήλινη αλλά πεντάμορφη γυναίκα που έφτιαξε ο Ήφαιστος για να χρησιμεύσει στον Δία ως εργαλείο εκδίκησης, με την επέμβαση των θεών, με την συμμετοχή ανώτερων δυνάμεων απέκτησε όλες τις αρετές και τις αδυναμίες των ανθρώπων. Σκέπτεται, ενεργεί, γνωρίζει το καλό και το κακό, αποφασίζει τι θα κάνει, κινείται προς όλες τις κατευθύνσεις και ξεγελά τους ανθρώπους. Αυτό λέγεται Τεχνητή Νοημοσύνη.

Σεισάχθεια

Το άρθρο που ακολουθεί έγραψε και τεκμηρίωσε διαχρονικά και συγχρονικά ο εξαίρετος δικηγόρος Δημήτρης Ζεβόλης. 
  1. Αποφάσισα να το ανεβάσω στο ιστολόγιό μου για δύο κύριους λόγους. Πρώτον, διότι η ιστορία  επαναλαμβάνεται. Δεύτερον, διότι ο λαός που αγνοεί την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει έστω και ως κακή φάρσα. Υπάρχει ακόμη ένας τρίτος λόγος. Όπως επιβεβαιώνεται από την πραγματικότητα, αλλά και από το άρθρο του συγγραφέα, τα παιδιά μας, οι νέες γενιές μας δεν διδάσκονται την ιστορία στο σχολείο σε βαθμό που να κατακτήσουν την ιστορικοκριτική σκέψη και να μπορούν να οικοδομούν το μέλλον τους εκτιμώντας σε βάθος το ιστορικό τους παρελθόν. Κι ακόμη ένας λόγος. Είναι επιεικώς απαράδεκτο ένας λαός που έχει ένα τόσο πλούσιο ιστορικό παρελθόν να μην μπορεί να το αξιοποιήσει για το καλύτερο μέλλον το δικό του και των παιδιών του
Μέσα από έναν ορυμαγδό παραπλάνησης και παραπληροφόρησης, η κυβέρνηση, εργαλειοποιώντας την πανδημία, αλλά και την δίκη της Χ.Α., επιχείρησε, στα μουλωχτά και με την αμέριστη συμπαράσταση των Μ(έσων) Μ(αζικού) Ε(λέγχου) και Ε(ξαπάτησης) να θεσπίσει έναν νόμο με τον οποίο οι «εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσες» τράπεζες (τοκογλύφοι) θα υφαρπάξουν, ακόμα και, το υστέρημα των οφειλετών τους, σημερινών αλλά, προσέξετε, και μελλοντικών, αφού η οικονομική κρίση σπρώχνει, με ραγδαίους ρυθμούς, την συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών στο οικονομικό και κοινωνικό περιθώριο. Κανείς δεν μπορεί να θεωρήσει ότι δεν τον αφορά, γιατί, ενδεχομένως σήμερα, δεν είναι οφειλέτης.
Της το χάλασε η πρόταση μομφής, αλλά επιμένει και θα το ψηφίσει.
Δικαιολογία η «αντιμετώπιση των στρατηγικών κακοπληρωτών» δηλαδή όσων οφείλουν και δολίως αρνούνται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.
Σε γενικές γραμμές τα κύρια σημεία του νομοσχεδίου είναι γνωστά:
α. πλήρης απαλλοτρίωση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας (ακόμα και της μοναδικής κατοικίας) του οφειλέτη.
β. αφαίρεση, επί μία τριετία, κάθε εισοδήματός του που θα υπερβαίνει τις «εύλογες δαπάνες διαβίωσης» (να δούμε που θα κάτσει το ύψος) και σε «αντάλλαγμα και ως μέτρο επιείκειας»
γ. η παροχή δυνατότητας να παραμείνει, ως μισθωτής, στην κατασχεμένη κατοικία του, καταβάλλοντας ενοίκιο (που δεν θα είναι καθόλου ευκαταφρόνητο, θα εξαρτάται από την αξία του ακινήτου) με μία παροχή δικαιώματος προαίρεσης (option) επαναγοράς του, μετά δωδεκαετία ….. στην τιμή της τότε αγοραίας αξίας του, διαγραφομένης και μη συνυπολογιζόμενης, κάθε εκ μέρους του καταβολής, σε όλη την διάρκεια ισχύος της δανειακής συμβάσεως καθώς επίσης και των καταβληθέντων «μισθωμάτων».
Αυτή η τρίτη «δυνατότητα» δεν έχει προσεχθεί επαρκώς, δεν είναι μόνο απολύτως ανεπιεικής αλλά και εξόχως δόλια, γιατί μοναδικός της σκοπός είναι (και εδώ) να εξυπηρετήσει (αποκλειστικά) τις δανείστριες τράπεζες.
Κι αυτό γιατί σε ένα καθεστώς γενικευμένων πλειστηριασμών οι τράπεζες θα βρεθούν με έναν τεράστιο αριθμό ακινήτων που δεν θα ξέρουν τι να τα κάνουν. Με την ρύθμιση έχουν έτοιμη την πελατεία (μισθωτές) οι οποίοι επί μία δωδεκαετία θα είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν μίσθωμα, ακόμα και αν, για οποιοδήποτε λόγο, θελήσουν να αποχωρήσουν από το μίσθιο πρόωρα.
Οι τράπεζες, μέσα στην δωδεκαετία, θα έχουν αποσβέσει, από τα μισθώματα που θα εισπράξουν, πλήρως την αξία τους και θα έχουν όλο τον χρόνο να αξιοποιήσουν την ακίνητη περιουσία που θα έχουν συγκεντρώσει, κατά τον τρόπο που θα κρίνουν, γιατί για επαναγορά ούτε λόγος να γίνεται.
Ο αντίλογος βρίσκεται στην ερώτηση, κι αφού χρωστάνε τι πρέπει να γίνει, δεν πρέπει να πληρώσουν;
Αυτό το «δεν πρέπει να πληρώσουν» είναι ένα κρίσιμο ερώτημα, συνάπτεται με την ίδια την σχέση δανειστή – οφειλέτη και τους κανόνες και τα όρια που (πρέπει να) την διέπουν.
Μέχρι ποιου σημείου είναι θεμιτό (να μπορεί) να φθάσει ο δανειστής για να ικανοποιήσει την αξίωσή του;
Η σχέση δανειστή – οφειλέτη δεν είναι σημερινή, χρονολογείται από την επικράτηση της πατριαρχίας που εισήγαγε και την ατομική ιδιοκτησία, επί της φύσεως, επί κινητών και ακινήτων, ζώων αλλά και επί ανθρώπων (γυναικών, τέκνων και δούλων, δορυάλωτων και οφειλετών).
Αυτή η τελευταία κατηγορία των εξαιτίας οφειλής δουλωθέντων είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.
Η κατάσταση του «επί σώματι δανείζεσθαι» υπήρξε μια πηγή δημιουργίας μεγάλου αριθμού δούλων, δηλαδή ατόμων που οι ίδιοι, αλλά και οι οικογένειές τους, μετέπεσαν σε κατάσταση δουλείας, για τον λόγο ότι δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν τις οφειλές τους.
Στην Αθήνα, στην αυγή του 6ου π.Χ αιώνα η κατάσταση είχε φθάσει σε ακραία όρια. Τεράστιος αριθμός πολιτών (αλλά και τα μέλη των οικογενειών τους) από την τάξη των Θετών (τα πτωχά οικονομικά στρώματα) είχε περιπέσει σε κατάσταση δουλείας, πολλοί μάλιστα είχαν πουληθεί και εκτός της Αττικής.
Η κατάσταση ήταν εκρηκτική και απειλούσε όχι μόνο την κοινωνική συνοχή, αλλά και την ίδια την ύπαρξη της πόλεως.
Ο Σόλων (η μεγαλύτερη πολιτική προσωπικότητα του αιώνα του) είδε σωστά το πρόβλημα και προχώρησε σε μία πολιτική αποκατάστασης των ακροτήτων και εξομάλυνσης των κοινωνικών σχέσεων, που αποκλήθηκε «Σεισάχθεια» (σείω = κουνώ, αποτινάσσω το άχθος = βάρος) σήκωσε το βάρος από τις πλάτες των οφειλετών.
Τα μέτρα ήταν τα ακόλουθα:
α. Καταργήθηκαν οι υποθήκες γης, δηλαδή όλες οι κτηματικές υποθήκες που είχαν γίνει λόγω προηγούμενων δανείων.
β. Καταργήθηκε ο δανεισμός με υποθήκη το σώμα του οφειλέτη, κάτι που έδινε το δικαίωμα στο δανειστή να τον κάνει δούλο, αν δεν πλήρωνε.
γ. Ανακηρύχθηκαν ελεύθεροι όλοι οι οφειλέτες που είχαν γίνει δούλοι, ενώ εξαγοράστηκαν με δημόσια δαπάνη όσοι είχαν πουληθεί σε ξένες χώρες και
δ. Υποτιμήθηκε το νόμισμα, σε ποσοστό περίπου 27% (μία αναλογία νέου 72,5 προς 100 του παλαιού) ώστε να διευκολυνθεί η εξόφληση των οφειλών.
Επίσης απελευθερώθηκαν όλοι όσοι είχαν πουληθεί ως δούλοι εξαιτίας οφειλών και εξαγοράσθηκαν όσοι είχαν πουληθεί εκτός Αττικής.
Επίσης προχώρησε και στην ηθική αποκατάσταση με κήρυξη ως «επίτιμων» όλων των καταδικασμένων (πλην αυτών του φόνου και επιβολής τυραννίδας).
Τα μέτρα του Σόλωνα δεν αποκατέστησαν την πλήρη ισότητα ούτε ήταν αυτός ο σκοπός του), όμως επέτυχαν την δίκαιη ανισότητα και αποκατέστησαν την κοινωνική ειρήνη, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις του θαύματος που λέγεται 6ος και 5ος ελληνικός αιώνας.
Έκτοτε η σχέση δανειστή οφειλέτη δεν έχει πάψει να αποτελεί μια διαρκή κοινωνική διελκυστίνδα, όπου άλλοτε επικρατούν ακραίες αντιλήψεις και πρακτικές και άλλοτε προωθούνται κοινωνικά κριτήρια.
Αυτή η διελκυστίνδα λαμβάνει και ηθική διάσταση, είτε προς την μία κατεύθυνση, είτε προς την άλλη.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι γερμανοσπουδαγμένοι καθηγητές μας εισήγαγαν στην ελληνική νομική ορολογία, τον όρο ενοχή προκειμένου να ομιλήσουν για την οφειλή, έναν όρο φορτισμένο ηθικά από την προτεσταντική αντίληψη περί χρέους, σε αντίθεση με τον όρο οφειλή, που είναι απαλλαγμένος από ηθικολογικά κριτήρια.
Διαχρονικά πέραν της υποδούλωσης του οφειλέτη, οι δανειστές είχαν στην διάθεσή τους πολύ σκληρά μέσα για πίεση προς ικανοποίησή τους.
Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που ίσχυε το καθεστώς της προσωποκράτησης ως μέσου ικανοποίησης του δανειστή.
Πρωταθλητής βέβαια σ΄ αυτές τις επαίσχυντες πρακτικές, το ίδιο το ελληνικό δημόσιο, που πέραν της προσωποκράτησης, δεν δίστασε να καταστήσει ποινικά αδικήματα την συντριπτική πλειοψηφία των οφειλών πολιτών προς αυτό.
Σταδιακά αυτές οι πρακτικές εγκαταλείφθηκαν με την επικράτηση (κυρίως διεθνώς) ανθρωπιστικών αντιλήψεων οι οποίες, αναγκαστικά, υιοθετήθηκαν και από την εγχώρια έννομη τάξη.
Έτσι καταργήθηκε ως μέσο ικανοποίησης των ιδιωτικών απαιτήσεων η στέρηση της ελευθερίας του οφειλέτη, με κάποιες πονηρά διατηρούμενες εξαιρέσεις, όπως αυτή της ακάλυπτης μεταχρονολογημένης επιταγής ή του δημοσίου που ποινικοποιεί (όπως προαναφέρθηκε) οφειλές.
Στο πλαίσιο των σύγχρονων ανθρωπιστικών αντιλήψεων, είναι νομίζω πλέον καιρός να επιλυθεί και το ζήτημα της προστασίας της στέγης ως βασικού ανθρώπινου δικαιώματος.
Τούτο σημαίνει ότι πρέπει να αναγνωρισθεί σε κάθε άτομο, υπό προϋποθέσεις, το δικαίωμα στην κατοικία, με την μορφή του ακατάσχετου, για οφειλή από οποιαδήποτε αιτία, της μοναδικής κατοικίας.
Προϋποθέσεις, κατά την γνώμη μου, πρέπει να είναι οι ακόλουθες:
α. μέγιστη επιφάνεια προστατευόμενης κατοικίας, ανάλογη με τα μέλη της οικογένειάς του, καθώς και ανώτατη αξία (ορθή θα ήταν η εναρμόνιση με τα κριτήρια αφορολόγητου πρώτης κατοικίας).
β. το ακατάσχετο θα κάμπτεται στις περιπτώσεις που η οφειλή προέρχεται από αδικοπραξία ή όπου το Δικαστήριο, αιτιολογημένα, θα κρίνει πως ο οφειλέτης, με δόλιο τρόπο, αποφεύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του.
Δεν είναι δυνατόν, σήμερα, που οι οικονομικές συνθήκες δημιουργούν τεράστιο αριθμό νεόπτωχων να επιτραπεί η δημιουργία άστεγων, ατόμων που θα στερηθούν και το ελάχιστο επίπεδο όχι αξιοπρεπούς, αλλά αυτής της ίδιας της επιβίωσης.
Δεν μπορεί να επιτραπεί σε μια ομάδα ανελέητων κερδοσκόπων να βυθίσουν στην δυστυχία την συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων.
Τούτο δεν αποτελεί, μόνον, ηθική επιταγή, αλλά εθνική αναγκαιότητα.
Η χώρα μας αντιμετωπίζει εξωτερική επιβουλή και πρόβλημα εθνικής επιβίωσης.
Οι πολίτες της για να την υπερασπισθούν πρέπει να αισθάνονται ότι, σ΄ αυτή την χώρα, έχουν θέση και λόγο ύπαρξης.
Η αριστερά οφείλει να φέρει πρόταση νόμου στην βουλή, με αυτό το περιεχόμενο, έστω και αν γνωρίζει ότι θα απορριφθεί.
Όμως θα καταστήσει σαφείς τις προθέσεις της και θα δεσμευτεί, στον ελληνικό λαό, ότι τούτο θα αποτελέσει το πρώτο της νομοθέτημα, όταν αποκτήσει πλειοψηφία στην βουλή.

Ι. Διὰ τὴν λίαν φιλότητα βροτῶν

Ούτε που το κατάλαβε ο Προμηθέας, ο γιος του Τιτάνα Ιαπετού, πώς βρέθηκε από την μια στιγμή στην άλλη από τους κοσμικούς αιθέρες στον Καύκασο. Δεμένος τώρα πάνω σε έναν σκληρό βράχο να του τεντώνουν τα άκρα ο Κράτος και η Βία, για να διευκολύνουν τον Ήφαιστο να τον καρφώσει τόσο δυνατά και γερά που να μην μπορεί να φύγει ποτέ. Όση ώρα ο Ήφαιστος  χτυπούσε με δύναμη τα καρφιά και του τρύπαγε το στέρνο, ώσπου να φτάσουν και να ριζώσουν μέσα στον άγριο βράχο, αυτός σκεπτόταν τα πριν, τότε που ήλθε και τον βρήκε ο ίδιος ο αρχηγός των Ολυμπίων, ο Ζευς,  και του ζήτησε την βοήθειά του στον πόλεμο που θα ξεκινούσε εναντίον του Κρόνου και των άλλων  Τιτάνων.  Ο Προμηθέας έμεινε πολλή ώρα να σκέπτεται την πρόταση του Δία. Ήξερε ήδη ότι η μητέρα του είχε αποφασίσει να συνταχθεί  με το στρατόπεδο του Δία. Ο αδελφός του επίσης, ο Επιμηθέας, θα πολεμούσε στο πλευρό των Ολυμπίων. Μόνον αυτός ακόμη δεν είχε αποφασίσει αν θα πήγαινε με τον Δία ή θα παρέμενε ουδέτερος, όπως δήλωσε ότι θα έκανε και ο Ιαπετός.  Ο Δίας από την άλλη είχε πολλή υπομονή να περιμένει την απάντησή του, αλλά όχι και ατελείωτη. Τελικά, τον πλησίασε πάλι.

«Έχει περάσει αρκετή ώρα από τότε που σε ρώτησα αν θα έλθεις μαζί μου σε αυτόν τον πόλεμο. Κι εσύ μου ζήτησες χρόνο να το σκεφτείς. Πες μου, λοιπόν, τι αποφάσισες;».

«Αποφάσισα, Ζευ. Θα έλθω μαζί σου, αλλά με μία προϋπόθεση. Θα πρέπει να μου πεις τι σκοπεύεις να κάνεις με το γένος των θνητών ανθρώπων».

Ήταν η σειρά του Δία τώρα να μείνει σιωπηλός για λίγο. Τέλος ρώτησε.

«Ποια σχέση έχουν οι θνητοί σε αυτόν τον πόλεμο; Αν νικήσω τους Τιτάνες και η εξουσία της γης περιέλθει σε μένα, τότε θα σκεφτώ και για την τύχη των ανθρώπων. Αυτήν την στιγμή δεν έχω πάρει καμία απόφαση, γιατί πρώτη μου μέριμνα είναι η Τιτανομαχία, καθώς και όσες άλλες μάχες ακολουθήσουν, γιατί θα ακολουθήσουν. Γνωρίζω βέβαια το ενδιαφέρον σου γι αυτούς, γνωρίζω πως θέλεις να τους βοηθήσεις. Όμως αυτήν την στιγμή έτσι όπως μου θέτεις το θέμα με βρίσκεις απροετοίμαστο».

«Τότε», είπε ο Προμηθέας, «θα το θέσω αλλιώς και ξεκάθαρα. Θέλω, αν νικήσεις τους παλιούς θεούς, κάτι που θα γίνει γιατί έτσι μου το προφήτευσε η μητέρα μου, θέλω να βοηθήσεις τους ανθρώπους, να φροντίσεις να τους ανοίξεις τα μάτια και να αρχίσουν να βλέπουν την γύρω τους πραγματικότητα, να μάθουν την πραγματική ζωή και τον προορισμό τους στην γη».

Ο γιος του Ιαπετού σταμάτησε να μιλά και τον κοίταξε ερευνητικά. Ο Δίας έμεινε κι εκείνος σιωπηλός και προβληματισμένος. Ο Προμηθέας ξαναπήρε τον λόγο.

«Τους ανθρώπους δημιούργησε ο Κρόνος. Όταν έπλαθε αυτές τις ψυχές δεν είχε καθόλου προβληματιστεί πάνω στο γιατί τις έφτιαξε και ποιον σκοπό θα υπηρετούσαν. Απολάμβανε την χαρά της δημιουργίας. Ο άθλος αυτός του έδινε τεράστια ικανοποίηση που το μόνο που τον απασχολούσε ήταν πώς  να κάνει την ζωή των ανθρώπων καλύτερη. Έτσι, πολύ επιπόλαια κατά την γνώμη μου, τους χάρισε μακροβιότητα,  φρόντισε ώστε να μην τους λείψει τίποτε από όσα θα χρειάζονται να επιβιώσουν. Τους απάλλαξε από τις ασθένειες, τα γηρατειά, τις σκληρές συνέπειες του πανδαμάτορα χρόνου. Τους γνώρισε μόνον την ωραία πλευρά της ύπαρξής τους. Γενικά έχτισε γι αυτούς και γύρω από αυτούς ένα χρυσό κλουβί  από την ζωή ως τον θάνατό τους, που ήταν απλά μια μετάβαση στην χώρα των μακάρων. Έφευγαν λοιπόν οι άνθρωποι από αυτόν τον τόπο χωρίς να γνωρίσουν ούτε την ζωή ούτε τον θάνατο. Αδαείς γεννιόντουσαν και έφευγαν άσοφοι».

«Ωραία, κι εγώ τι πρέπει περισσότερο να κάνω; Ο Κρόνος φρόντισε για όλα».

Ο Προμηθέας κατάλαβε ότι ο Δίας προσπαθούσε να ξεγλιστρήσει από την συζήτηση και δεν είχε καμία διάθεση να σκεφτεί πάνω στο θέμα άνθρωπος, ούτε ήθελε να αναλάβει κάποια ευθύνη ούτε να δώσει κάποια υπόσχεση. Έπρεπε λοιπόν να επιμείνει και να πάρει απαντήσεις στο ερώτημά του. Όμως ο Δίας είχε καλέσει ήδη το χρυσό του άρμα που έφτασε πετώντας ανάμεσα από τους αιθέρες και στάθηκε μπροστά του.

«Δεν τελείωσε η συζήτησή μας, Προμηθέα, σχετικά με το θέμα άνθρωπος»,  παραδέχτηκε ο πατέρας των θεών. «Να είσαι βέβαιος πως θα την συνεχίσουμε και μαζί θα βρούμε την λύση του προβλήματος που σε απασχολεί. Τώρα όμως υπάρχουν άλλα θέματα πιο σοβαρά που πρέπει να αντιμετωπίσουμε». Ανέβηκε στο άρμα του και πριν δώσει στον ηνίοχο την εντολή της αναχώρησης, φώναξε στον σιωπηλό Προμηθέα:

«Σε  περιμένω στα δικά μου δώματα. Ο αγώνας για την επικράτηση των Ολυμπίων θα ξεκινήσει πολύ σύντομα και σε θέλω στο πλευρό μου».

Ο γιος του Τιτάνα Ιαπετού έμεινε να τον βλέπει να χάνεται σαν αστραπή ανάμεσα στους αιθέρες και παρέμενε σιωπηλός και σκεπτικός. Τελικά, αναστέναξε. Ας είναι, σκέφτηκε, τουλάχιστον άφησε το θέμα ανοιχτό, άρα η συζήτηση δεν τελείωσε.

ΙΙ. Διὰ τὴν λίαν φιλότητα βροτῶν

Η μετάβαση από την κυριαρχία του Κρόνου στην κυριαρχία του Δία αποδείχτηκε σκληρή, γεμάτη φονικές μάχες, αίματα και θανάτους. Οι Ολύμπιοι κλήθηκαν να αποδείξουν στο σύμπαν πως άξιζαν να εξουσιάζουν τον κόσμο. Πολέμησαν με μανία τους Τιτάνες, τους κατέβαλαν και τους έκλεισαν στα τάρταρα για πάντα. Πολέμησαν και εξολόθρευσαν τους Γίγαντες, τα θνητά τέρατα που έστειλε η Γαία προκειμένου να εκδικηθεί την φυλάκιση των Τιτάνων. Τέλος, ο Δίας μονομάχησε και εξολόθρευσε τον Τυφώνα, τον γιο του Τάρταρου που τον ξέβρασε η Γαία, επίσης για λόγους εκδίκησης. Κάποτε έφτασε και η στιγμή που όλο αυτό το κακό τελείωσε. Οι ολύμπιοι θεοί, κυρίαρχοι πλέον του ολύμπιου σύμπαντος, εόρτασαν την μεγάλη αυτήν νίκη κρατώντας τα όπλα τους και χορεύοντας τον δικό τους πολεμικό χορό, την πυρρίχη. Αμέσως μετά ο Απόλλωνας με την λύρα του και οι μούσες με τα μελωδικά τους άσματα έφεραν την γαλήνη στον κόσμο. Το μίσος καταλάγιασε, το αίμα έπαψε να ποτίζει την γη, τα πνεύματα ηρέμησαν. Όλα ετοιμάστηκαν να οικοδομήσουν έναν νέο κόσμο, στον οποίο θα επικρατούσε η αγάπη και η σύμπνοια, η αλληλεγγύη και η συμπόνοια, η αρωγή και η συναδέλφωση. Μα πάνω από όλα θα επικρατούσε η ειρήνη. Αυτό ζητούσε και ζητά κάθε ψυχή ζώσα στον πλανήτη, την ειρήνη.
Τότε ανέβηκε και ο Προμηθέας στα δώματα του Ολύμπου και ζήτησε να μιλήσει στον Δία. Ο πατέρας των θεών τον υποδέχτηκε στο μέγαρό του με κάθε μεγαλοπρέπεια. Καθισμένος στον χρυσελεφάντινο θρόνο του, φανερά υπερήφανος για την μεγάλη του νίκη και δείχνοντας σε όλους πως ήταν έτοιμος να αλλάξει τον κόσμο και να τον κάνει καλύτερο. Σύντομα μάλιστα θα καλούσε βοηθούς στο έργο του την Αιδώ και την Δίκη. Ο Προμηθέας καθόλου δεν πτοήθηκε από το μεγαλείο. Στάθηκε μπροστά του σαν ίσος προς ίσον. Τον κοίταξε κατευθείαν στο πρόσωπο και δεν έδειξε να δειλιάζει ατενίζοντας τα πυκνά του φρύδια που σάλευαν σαν φίδια πάνω από τα γαλανά και λαμπερά του μάτια. Ξεκίνησε αμέσως να εξηγεί τον λόγο της επίσκεψής του.
«Ζευ, πριν ξεκινήσουν οι μεγάλες μάχες που συγκλόνισαν τον κόσμο, είχαμε αρχίσει μια συζήτηση σχετικά με την τύχη των θνητών. Κι ενώ εγώ σου ζήτησα να μου πεις τι σκόπευες να κάνεις με τους ανθρώπους, εσύ τότε απέφυγες να πάρεις θέση υποστηρίζοντας πως δεν το είχες σκεφτεί λόγω του πολέμου που θα ξεκινούσε σύντομα. Τώρα όμως όλα τελείωσαν, όπως ακριβώς τα ονειρευόσουν. Χαίρομαι γι αυτό. Άλλωστε, ήταν κάτι που και εγώ, αν και Τιτάνας, το θέλησα και πολέμησα στο πλευρό σου εναντίον των Τιτάνων. Τώρα όμως θεωρώ ότι έφτασε η στιγμή να πάρεις θέση και σε αυτό το θέμα. Τι έχεις σκεφτεί για τους ανθρώπους, Δία;»
Ο Ζευς κοίταξε τον Προμηθέα για λίγο σιωπηλός. Δεν μπόρεσε να μην καμαρώσει την κορμοστασιά του, να μην θαυμάσει το θάρρος που έδειξε στις μάχες, αλλά και την ευθύτητα με την οποία αντιμετώπιζε τις καταστάσεις. Ήταν ένας θεϊκός ήρωας ο γιος του Ιαπετού και δεν θα του άξιζε να του πει ψέματα ούτε να του μιλήσει με υπεκφυγές. Προτίμησε όμως να ξεκινήσει μαζί του τον διάλογο με μια ερώτηση, για να έχει και τον τελευταίο λόγο.
«Εσύ, Προμηθέα, έχεις σίγουρα σκεφτεί πάνω στο μέλλον των θνητών. Τους αγαπάς και θέλεις να τους βοηθήσεις. Πες μου, λοιπόν, εσύ πρώτα, τις δικές σου αποφάσεις».
«Όπως όλοι γνωρίζουμε», μπήκε κατευθείαν στο θέμα ο Προμηθέας, «το γένος των βροτών ανθρώπων το έπλασε ο Κρόνος. Καμάρωνε ο γιος της Γαίας και του Ουρανού γι αυτό του το δημιούργημα, αλλά ποτέ δεν σκέφτηκε για ποιον στα αλήθεια λόγο το έφτιαξε. Το μόνο που σκέφτηκε ήταν να τους περιβάλει με ένα χρυσό κλουβί. Έτσι, τα ανθρώπινα όντα δεν έμαθαν ποτέ ως τώρα τι σημαίνει ζωή και τι σημαίνει θάνατος. Ούτε το ένα γνωρίζουν ούτε το άλλο, κι ας ζουν και ας πεθαίνουν. Δεν έμαθαν ποτέ ποιο είναι το καλό και ποιο είναι το κακό. Και αν επιλέγουν το καλό, το κάνουν μηχανικά και τυχαία. Ο άνθρωπος όμως πρέπει να γνωρίσει και το καλό και το κακό, να δοκιμάσει τις γεύσεις τους, να συνειδητοποιήσει τις συνέπειες των πράξεών του για τον ίδιο και το σύνολο και να επιλέξει το καλό συνειδητά, γιατί τότε μόνον δικαιώνεται ως ύπαρξη». Σε αυτό το σημείο σταμάτησε να πάρει ανάσα βαθειά προτού συνεχίσει.
«Κάτι άλλο ακόμη που δεν γνωρίζει ο θνητός είναι η χαρά της δημιουργίας. Η δημιουργία ως γνωστόν προκύπτει ως αναγκαιότητα. Ο άνθρωπος γίνεται δημιουργός στην προσπάθειά του να κάνει την ζωή του καλύτερη, να την ομορφύνει. Οι άνθρωποι του Κρόνου δεν έχουν λόγο να προσπαθήσουν για τίποτα, τα έχουν όλα μπροστά τους. Δεν σκέπτονται, δεν προβληματίζονται, δεν παράγουν ιδέες και πράγματα. Έρχονται και φεύγουν ανώνυμοι, μάζα μέσα σε ένα μαζικό σύνολο, χωρίς όνομα, χωρίς ταυτότητα που να δηλώνει την δράση τους, γιατί δεν δρουν. Και ό,τι δεν δρα, δεν υπάρχει». Ο γιος του Ιαπετού, που αγάπησε τους ανθρώπους, έμεινε πάλι για λίγο σιωπηλός. Το ίδιο και ο Δίας. Τέλος ο Προμηθέας θεώρησε συνετό να αναφέρει στον Δία τι ακριβώς έχει σκεφτεί για να τους βοηθήσει.
«Οι θνητοί πρέπει να μάθουν να αρθρώνουν λόγο. Γι αυτό τον σκοπό θα συνδέσω την έμφυτη ικανότητά τους στην ομιλία με την λογική τους. Έτσι το ένα θα τροφοδοτεί το άλλο. Όσο θα μιλούν, θα πλουτίζεται η σκέψη τους. Όσο θα σκέπτονται θα γίνεται πλουσιότερος ο λόγος τους. Αποφάσισα ακόμη να τους διδάξω τρόπους να ανάβουν και να ελέγχουν την φωτιά. Θα μάθουν έτσι να μαγειρεύουν την τροφή τους και να μην την τρώνε ωμή. Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι θα τους διδάξω την χρήση της φωτιάς. Αυτό θα τους ωφελήσει πολύ στο να φτιάξουν εργαλεία, που θα τους είναι απαραίτητα να βελτιώσουν τις συνθήκες της διαβίωσής τους. Σκέπτομαι ακόμη να τους μιλήσω για τα βότανα και την χρήση των βοτάνων για να αντιμετωπίζουν τις ασθένειες». Έμεινε πάλι για λίγο σιωπηλός ο θεϊκός ήρωας. Τέλος συμπλήρωσε. «Γενικά, σε ό,τι με χρειαστούν οι άνθρωποι θα είμαι στο πλευρό τους».
Με την πρόταση αυτή ο Προμηθέας έβαλε τελεία στον μονόλογό του. Ήταν η σειρά του Δία τώρα να φανερώσει τις σκέψεις του. Και δεν άργησε.
«Ωραία ακούγονται όσα είπες, γιε του Ιαπετού. Αλήθεια, στο πρόσωπό σου οι βροτοί βρήκαν έναν μεγάλο ευεργέτη. Κρίμα όμως που εγώ δεν συμφωνώ μαζί σου και δεν πρόκειται ούτε να συνεργήσω σε αυτά που ονειρεύεσαι γι αυτούς ούτε θα το επιτρέψω να γίνουν».
Η ξεκάθαρα αρνητική και απότομη απάντηση του Δία έκοψε μαχαίρι την λαλιά του Προμηθέα. Ο Δίας πάλι συνέχισε απτόητος.
«Δεν είναι δυνατόν να δώσω την δυνατότητα στους ανθρώπους να αναπτυχθούν πνευματικά και να στραφούν εναντίον μου. Γιατί αυτό θα συμβεί με τον χρόνο. Έδωσα σκληρές μάχες με Τιτάνες, Γίγαντες και άλλα τέρατα προκειμένου να κατακτήσω τον κόσμο. Και τώρα έρχεσαι εσύ και μου ζητάς να δώσουμε δύναμη στους θνητούς, για να στραφούν αργά ή γρήγορα εναντίον μας. Η απόφασή μου είναι ξεκάθαρη. Θα ξεκάνω ολοκληρωτικά το ανθρώπινο είδος, το έργο του Κρόνου. Θα φτιάξω ένα καινούριο, όπως εγώ το φαντάζομαι. Θα είναι άνθρωποι που θα σκύβουν το κεφάλι μπροστά στην δύναμή μου και την δική σας. Θα μας προσκυνούν, θα μας θαυμάζουν, θα μας λιβανίζουν από το πρωί ως το βράδυ. Θα είναι υπάκουοι, μα πάνω από όλα δεν θα γίνουν ποτέ επικίνδυνοι για μας. Γιατί θα σκέπτονται τόσο όσο χρειάζεται να εξαρτώνται από μας». Σταμάτησε για λίγο και κάρφωσε τα σπινθηροβόλα μάτια του πάνω στον αποσβολωμένο Προμηθέα. «Αυτό θα γίνει και μην διανοηθείς να προβείς σε καμία άλλη ενέργεια υπέρ τους παραβαίνοντας τις διαταγές μου. Αν θέλεις να κάνεις κάτι γι αυτούς, θα ακολουθήσεις τις δικές μου αποφάσεις. Διαφορετικά, να ξέρεις, η τιμωρία σου θα είναι πολύ σκληρή».
Σώπασε και συνέχισε να κοιτά τον Τιτάνα που παρέμενε και αυτός σιωπηλός, ενώ στα καστανά του μάτια ξεσπούσε κατά κύματα η φουρτούνα που ξεσηκώθηκε στην ψυχή του. Ο Δίας άλλωστε δεν του άφησε άλλα περιθώρια κουβέντας.
«Μπορείς να πηγαίνεις τώρα», του είπε, και τον έδιωξε από τα ανάκτορά του.
Το ίδιο βράδυ ο Προμηθέας, πιστός στις απόψεις του και βέβαιος πως κάνει το σωστό, αποφασίζει να αγνοήσει την ρητή εντολή του Δία και να εκθέσει τον εαυτό του σε κίνδυνο, προκειμένου να βοηθήσει τους ανθρώπους. Έτσι, επισκέπτεται το εργαστήρι του Ηφαίστου, κλέβει την φωτιά και την τοποθετεί σε έναν κούφιο νάρθηκα. Αυτήν την φωτιά την δίνει στους ανθρώπους και τους διδάσκει πώς να την χειρίζονται, για να δημιουργήσουν εργαλεία. Ακόμη, επειδή φοβήθηκε πως με την πράξη του αυτή δεν θα έστρεφε τους θεούς μόνον εναντίον του, αλλά και εναντίον των ανθρώπων, τους δίδαξε να λατρεύουν τους θεούς, να προσεύχονται σε αυτούς, να θυσιάζουν για χάρη τους και να τους προσκυνούν.

ΙΙ. Η πολύπαθη Ιώ

Όταν οι θεοί εκδικούνται,

αυτό είναι αναγκαίο  κακό

Όπως ήδη αναφέραμε και στο προηγούμενο άρθρο σχετικά με τα πάθη της Ιούς, ο Ζευς μπροστά στην επιμονή της Ήρας αναγκάστηκε να υποχωρήσει, για να μην προκαλέσει περισσότερο την οργή της και βασανίσει πιο σκληρά την άτυχη κόρη, και της έδωσε την λευκή αγελάδα.

Η Ήρα αμέσως κάλεσε τον Άργο τον Πανόπτη,  τον γίγαντα,  και τον διέταξε να προσέχει νυχθημερόν την άσπρη αγελάδα. Ο Άργος με τα χίλια μάτια σε ολόκληρο το κορμί του που έλαμπαν και τον έκαναν να μοιάζει με κινούμενο φως άφηνε λυτή την αγελάδα την ημέρα να βοσκήσει και το βράδυ την έδενε σε έναν πάσσαλο στις Μυκήνες. Αυτό κράτησε αρκετό καιρό. Ο Δίας που παρακολουθούσε την Ιώ έβλεπε πως το σχέδιό του θα ναυαγούσε, αν δεν έκανε κάτι δραστικό, ώστε και την Ιώ να σώσει από την εκδικητική μανία της Ήρας, αλλά και να κατακτήσει την όμορφη κόρη, όπως ονειρευόταν, και να αποκτήσει έναν γιο από αυτήν. Κάλεσε λοιπόν τον Ερμή.

«Ο Πανόπτης Άργος που φυλάει την Ιώ ανατρέπει τα σχέδιά μου. Εξαφάνισέ τον. Η όμορφη κόρη πρέπει να ελευθερωθεί,  να ενωθεί μαζί μου και να γεννήσει από μένα γιο, που θα οδηγήσει τους Έλληνες στην άλλη μεριά του Αιγαίου, να αποικίσουν την γη που αρδεύεται από τον Νείλο ποταμό και να απλώσουν την λατρεία μου και εκεί».

Ο παμπόνηρος Ερμής δεν κατάλαβε βέβαια το βαθύ όραμα του Δία, όμως βρήκε αμέσως την λύση. Πήρε τον μαγικό του αυλό και πλησίασε τον γίγαντα βοσκό, ενώ κοιμόταν με τα μισά του μάτια κλειστά και με τα άλλα του μισά ανοιχτά να βλέπει την Ιώ. Ο θεός αγγελιοφόρος του Δία κρύφτηκε πίσω από ένα πυκνό δέντρο και άρχισε να παίζει τον μαγεμένο του αυλό. Κελαηδούσε τόσο γλυκά που ο Άργος δεν μπόρεσε να αντισταθεί και παρά τις προσπάθειες που έκανε, τελικά αποκοιμήθηκε βαθειά με όλα του τα μάτια κλειστά. Αυτό περίμενε και ο Ερμής. Χωρίς να σταματήσει να παίζει, πλησίασε αργά και προσεχτικά τον κοιμισμένο γίγαντα, σήκωσε το δρεπάνι του  και έκοψε πέρα για πέρα το κεφάλι του. Αμέσως μετά πλησίασε τον πάσαλο, έκοψε το σκοινί που κρατούσε την Ιώ δεμένη και της δήλωσε πως στο εξής είναι ελεύθερη να πάει όπου θέλει. Η Ιώ, κοίταξε μια τον αποκεφαλισμένο Άργο, μια τον Ερμή με τα χρυσά σανδάλια και στάθηκε αναποφάσιστη για λίγο. Γρήγορα όμως συνήλθε και άρχισε να μουγκανίζει φωνάζοντας «ελεύθερη, ελεύθερη επί τέλους». Άρχισε σιγά στην αρχή, όλο και πιο γρήγορα αργότερα να τρέχει στην ανοιχτή πεδιάδα, πάλι χωρίς προορισμό, πάλι χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει.  Έτρεξε έτσι στον κάμπο των Μυκηνών και με το ξημέρωμα πέρασε στην Εύβοια.

Η Ήρα την είδε ελεύθερη να τρέχει και, όπως ήταν επόμενο, κατάλαβε πως πάλι ο άπιστος σύζυγός της το φρόντισε. Ένοιωσε το σαράκι της ζήλειας να της κατατρώει τα σωθικά και την εκδίκηση για άλλη μια φορά να φωλιάζει στο μυαλό της.

«Ας είναι», σκέφτηκε, «με τον Δία δεν μπορώ να τα βάλω, μπορώ όμως να τον βασανίσω, βασανίζοντας την αγαπημένη του αγελάδα. Πάντως με αυτήν δεν θα κοιμηθεί».

Αμέσως, κάλεσε έναν οίστρο και τον διέταξε να κολλήσει στα πλευρά της άσπρης αγελάδας και να την τσιμπάει μέχρι να την τρελάνει και να μην καταλαβαίνει πού βρίσκεται και πού πατεί. Έτσι και έγινε.  Πέρα στην πεδιάδα του Λήλαντα ποταμού η αγελάδα Ιώ αισθάνθηκε το πρώτο επώδυνο τσίμπημα του οίστρου. Προσπάθησε να τον διώξει με το τρέξιμο, με τα χοροπηδήματα, με την ουρά της να την ανεμίζει πέρα δώθε και να χτυπά στα πλευρά της με δύναμη. Τίποτα. Το έντομο δολοφόνος είχε κολλήσει για τα καλά στα πλευρά της και, όπως φάνηκε αμέσως, δεν είχε σκοπό να φύγει από κει. Δάκρυα καυτά κύλησαν από τα μεγάλα της μάτια. Δεν ήταν μόνον δάκρυα πόνου, αλλά και δάκρυα που πήγαζαν από μεγάλο παράπονο και καημό.

«Μα τι σου έκανα, Δία πατέρα, και με βασανίζεις έτσι; Αν σου έκανα άθελά μου κάποιο κακό, δώσε μου τουλάχιστον θάνατο, να μην βασανίζομαι έτσι, στείλε με στον Άδη, ρίξε με στα Τάρταρα, αρκεί να μην υποφέρω άλλο πια». Με τέτοια λόγια η Ιώ θρηνούσε την μοίρα της και τα λόγια της έφταναν ως τον Όλυμπο, ως τα αυτιά του Δία. Ο Ύψιστος όμως δεν έδειχνε να λυγίζει από το μαρτύριο της κόρης του Ίναχου. Αντίθετα. Από την αρχή είχε παρακολουθήσει τις κινήσεις της Ήρας, είδε τον οίστρο που έστειλε στην κόρη και χάρηκε πολύ, γιατί έτσι βεβαιώθηκε πως το σχέδιό του θα πραγματοποιηθεί. Ήθελε η Ιώ να ανοίξει πρώτη το μονοπάτι που αργότερα θα ακολουθούσαν οι Έλληνες για να φτάσουν και να αποικίσουν την Αίγυπτο. Αλλά όχι μόνον την χώρα του Νείλου. Ως εκεί υπήρχε ενδιάμεσα ξηρά απέραντη που θα μπορούσε να γίνει πατρίδα τους και να  μεταφέρουν τον πολιτισμό τους, να εκπολιτίσουν τους λαούς που βρίσκονταν ήδη εκεί και δεν ήξεραν ακόμη ούτε την γη να καλλιεργούν. Αυτοί οι άνθρωποι έπρεπε να μπουν σε μια νέα φάση της ιστορίας τους και αυτό μόνον οι Έλληνες μπορούσαν να τους το διδάξουν. Οι Έλληνες, τους οποίους ήδη είχαν φροντίσει να τους διδάξουν και να τους διαφωτίσουν οι θεοί του Ολύμπου, όπως ο Προμηθέας, η Αθηνά, ο Απόλλωνας. Αυτός ο σκοπός, για τον Δία, ήταν μεγαλύτερης αξία από τα βάσανα της Ιώς. Λοιπόν όχι, δεν επρόκειτο να την λυπηθεί. Αντίθετα, για πρώτη φορά του έδωσε μεγάλη χαρά η απόφαση της Ήρας να στείλει στην άσπρη αγελάδα τον οίστρο που θα την κάνει να τρέχει μέχρι να φτάσει εκεί που ο πατέρας θεών και ανθρώπων είχε προγραμματίσει. Η εκδικητική μανία της Ήρας αυτήν την φορά εξυπηρετούσε τα σχέδιά του.

Και πράγματι, η Ιώ άρχισε να τρέχει αλλόφρων, χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει και γιατί. Έτρεχε όμως, μήπως  και γλιτώσει από την βοϊδόμυγα.

Έτσι από την Εύβοια ξαναγύρισε στην Αττική, την διέσχισε ως την δυτική πλευρά και  διέτρεξε την ακτή του Ιονίου πελάγους, μέχρι που έφθασε στην Ιλλυρία. Δεν σταμάτησε ούτε εκεί αλλά τρέχοντας μπήκε στην γη της Σκυθίας και έκανε μια μικρή στάση στον Καύκασο, που ήταν καθηλωμένος ο Προμηθέας. Εκεί ο γιος του Ιαπετού της προφήτευσε τους δρόμους που είχε ακόμη να πάρει, ώσπου να βρει λιμάνι στην Αίγυπτο.

«Στην γη του Νειλου», της είπε ο Προμηθέας, «ο Δίας, που παρακολουθεί την πορεία σου, μακριά από τα ζηλόφθονα μάτια της Ήρας, θα σε απαλλάξει από τους πόνους και τα βάσανα και θα σου ξαναδώσει την αλλοτινή σου μορφή και ομορφιά με ένα απλό χάδι. Με το χάδι αυτό εσύ θα μείνεις έγκυος και θα γεννήσεις έναν γιο, μελαμψό, τον Έπαφο. Θα είναι ο πρώτος Έλληνας που θα γεννηθεί στην Αίγυπτο, κατόπιν θα ακολουθήσουν κι άλλοι. Έτσι θα πραγματοποιηθεί το σχέδιο του Δία. Ήθελε εσύ, όμορφη κόρη του Ίναχου, μια βασιλοπούλα, να ανοίξεις τον δρόμο για τον ελληνικό αποικισμό της Αιγύπτου και τον εκπολιτισμό αυτού του λαού. Εκεί  στην Αίγυπτο θα χτίσουν οι Έλληνες άποικοι και τον πρώτο ναό του Δία, του Άμμωνα Δία, για να φτάσει η δόξα του ως εκεί κι ακόμη παραπέρα».

Αυτά προφήτευσε ο γιος του Ιαπετού στην Ιώ, αλλά δεν κατάφερε να την παρηγορήσει, γιατί οι πόνοι που της προξενούσε ο οίστρος ήσαν ανυπόφοροι και δεν την άφηναν να σκεφτεί κάτι άλλο. Έτσι τρελαμένη η όμορφη αγελάδα διέτρεξε την ακτή του Ευξείνου Πόντου, που για χάρη της ηρέμησε τα νερά του, για να περάσει. Διήλθε τον Βόσπορο, που πάλι  εξαιτίας της πήρε το όνομά του (βους+πόρος), και τελικά κατέληξε στην Μέμφιδα της Αιγύπτου. Εκεί έγινε ό,τι της προφήτευσε ο Προμηθέας.  Με ένα απαλό άγγιγμα του Δία πήρε πάλι την πρώτη της μορφή και μετά από εννέα μήνες εγέννησε ια χάρη του ένα γιο, τον Έπαφο, ο οποίος θα γινόταν γενάρχης της φυλής των Δαναών. Γιατί έτσι το θέλησε ο Ζευς

Ι. Η πολύπαθη Ιώ

Όταν οι θεοί κάνουν σχέδια,

οι άνθρωποι δεν κάνουν όνειρα

Το παλάτι του βασιλιά Ίναχου βρισκόταν χτισμένο στο πιο ψηλό σημείο του Άργους. Πολυτελές και στολισμένο με πολύτιμα υλικά έλαμπε στο φως του ήλιου και των άστρων και θύμιζε στον λαό πως εκεί κατοικούσε άνδρας επιφανής, ξεχωριστός, με αρετές και ικανότητες ανάλογες με αυτές των θεών. Στους γυναικωνίτες του αρχοντικού μεγάλωνε η όμορφη κόρη του Ίναχου και της Μελίας, η Ιώ. Δεν είχαν περάσει πολλές ημέρες από όταν η κόρη είχε συμπληρώσει  τα δώδεκα χρόνια της. Και σύμφωνα με τον θείο νομο, η νεαρή Ιώ έγινε ιέρεια στον ναό της Ήρας, της πολιούχου θεάς του Άργους. Ο ίδιος ο πατέρας της την οδήγησε στο Ηραίο να υπηρετεί την σύζυγο του Δία. Στον ναό η Ιώ φορούσε την άσπρη μάσκα της αγελάδας, την οποία την έβγαζε, όταν επέστρεφε στο παλάτι του πατέρα της. 

Εδώ και αρκετά βράδια όμως η όμορφη κόρη είχε χάσει τον ύπνο της. Ένα όνειρο ερχόταν και ξαναρχόταν και την αναστάτωνε. Κάπου ανάμεσα στα σύννεφα του ουρανού μέσα από αστραπές και βροντές ξεπρόβαλλε ο Δίας και την καλούσε να αφήσει τα πάντα, να ξεχάσει το σπίτι του πατέρα της, να εγκαταλείψει το Ηραίο και να τρέξει έξω στα λιβάδια και τις πεδιάδες, όπου την περίμενε ο πατέρας θεών και ανθρώπων, για να ενωθεί μαζί της, να την κάνει γυναίκα του.  Αυτό το όνειρο τάραζε τον ύπνο της κάθε βράδυ, αλλά από ντροπή δεν έλεγε τίποτα στον Ίναχο. Ώσπου δεν άντεξε και ένα πρωινό στάθηκε μπροστά στον βασιλιά πατέρα της, γονάτισε, του εξομολογήθηκε με απόλυτη ειλικρίνεια το πρόβλημά της και ζήτησε την βοήθειά του.

Ο Ίναχος κινητοποιήθηκε αμέσως. Ήταν από την φύση του πρόθυμος να σπεύδει σε βοήθεια όσων τον είχαν ανάγκη. Αυτήν την στιγμή ανάγκη τον είχε η θυγατέρα του. Κάλεσε λοιπόν ανθρώπους και ετοίμασε δυο αποστολές, η μία για το Μαντείο των Δελφών και η άλλη για το Μαντείο της Δωδώνης. Σκοπός να δώσουν απάντηση στο όνειρο της Ιώς. Οι εκπρόσωποι και των δύο αποστολών γύρισαν άπρακτοι. Οι απαντήσεις που είχαν πάρει ήσαν τελείως ασαφείς και δεν έδιναν καμία λύση στο όνειρο της όμορφης βασιλοπούλας. Ο Ίναχος άρχισε να ετοιμάζει νέα αποστολή με περισσότερα δώρα και περισσότερους αντιπροσώπους. Αλλά τον πρόλαβε ο Ζευς. Εμφανίστηκε στον ύπνο του ο ίδιος και οι εντολές που του έδωσε ήσαν ξεκάθαρες.

«Ίναχε, γιε του Τιτάνα Ωκεανού και της Τιτανίδας Τιθύος, που βασιλεύεις στο  Άργος.  Στους γυναικωνίτες του παλατιού σου μεγαλώνεις μια πεντάμορφη κόρη, λυγερή σαν στάχυ, που έχει μαύρα μακριά μαλλιά και το χρώμα της είναι σαν του σταριού του ψημένου από τον ήλιο το κατακαλόκαιρο. Μάθε λοιπόν πως αυτή η κόρη μου ανήκει, θα γίνει γυναίκα μου και θα αποκτήσει από μένα γιο που θα δοξάσει το όνομα της Ελλάδας. Γι αυτό διώξε την από το παλάτι και στείλε την μακριά, στην λίμνη της Λέρνης. Εκεί θα την βρω εγώ. Και μην τολμήσεις να αγνοήσεις την εντολή μου, γιατί στο παλάτι σου μεγαλώνεις τρία ακόμη αγόρια και ένα κορίτσι. Αν θέλεις να παραμείνει η γενιά σου στην ζωή, αύριο κι όλας θα κάνεις ό,τι σε διέταξα. Και πρόσεξε, την εντολή μου θα της την μεταφέρεις εσύ ο ίδιος».  

Ο βασιλιάς πετάχτηκε από τον ύπνο του τρομαγμένος και κάθιδρος. Όλη την υπόλοιπη νύχτα την πέρασε να περπατά πάνω κάτω στο δωμάτιό του και να παραμιλάει.  Ό,τι όμως και αν έλεγε, πάντα κατέληγε στην ίδια σκέψη πως έπρεπε να υπακούσει στον Δία.  

Αντίθετα με τον Ίναχο, εκείνο το βράδυ η Ιώ κοιμήθηκε βαθειά και ήρεμα. Όταν το άλλο πρωί η επιστάτισσα του οίκου της ζήτησε να συναντήσει τον πατέρα της, η όμορφη κόρη μπήκε χαρούμενη στην αίθουσα του θρόνου, βέβαιη πως είχαν τελειώσει τα βάσανά της. Έτρεξε κοντά στον βασιλιά της και γονάτισε μπροστά του. Ο Ίναχος της έπιασε το χέρι τρυφερά και το κράτησε στα δικά του σαν να ήταν πουλί.

«Κόρη μου, γνωρίζεις πόσο καλός πατέρας υπήρξα για σας. Εσύ και τα αδέλφια σου είστε για μένα ο πολυτιμότερος θησαυρός. Όμως πάνω από την αγάπη του πατέρα, πάνω από κάθε άνθρωπο υπάρχει ο Δίας. Οι εντολές του είναι τελεσίδικες και όποιος δεν τις εκτελέσει η τιμωρία που τον περιμένει είναι σκληρή. Γι αυτό τώρα εγώ είμαι υποχρεωμένος, όσο και αν η καρδιά μου πονά, να σε διώξω από το σπίτι. Αυτήν την διαταγή μου έδωσε ο Δίας, αδιαφορώντας για την πίκρα που με πότισε. Απείλησε μάλιστα πως αν τον παρακούσω και δεν σε διώξω από τον οίκο, θα ρίξει τον κεραυνό του και θα μας κάψει όλους. Πες μου λοιπόν, με το χέρι στην καρδιά, θα ήθελες να ξεκληριστούμε όλοι μαζί ή θα θυσιαστείς εσύ για χάρη μας».

Η όμορφη βασιλοπούλα έμεινε άναυδη για αρκετή ώρα να κοιτάζει γύρω της χωρίς να βλέπει τίποτα και χωρίς να μπορεί να σκεφτεί τίποτα. Κάποια στιγμή άκουσε τον εαυτό της να μονολογεί.

«Ώστε αυτό ζητούσε από μένα ο Δίας στο όνειρο που μου έστελνε τα βράδια. Δεν του αρκούσε να υπηρετώ την Ήρα, ήθελε να υπηρετήσω και τον ίδιο, αλλά όχι μέσα σε κάποιον ναό».

Σηκώθηκε όρθια. Κοίταξε τον πατέρα της που δεν έκρυβε τα δάκρυά του, την μάνα της που οι λυγμοί τράνταζαν το κορμί της. Κοίταξε το σπίτι που γεννήθηκε και μεγάλωσε, που το συνέδεσε με τα όνειρά της, κοίταξε τα αδέλφια της που την παρατηρούσαν σιωπηλά και άρχισε να κάνει βήματα προς τα πίσω. Γρήγορα μετά γύρισε την πλάτη της και άρχισε να τρέχει, χωρίς και η ίδια να ξέρει πού πηγαίνει. Το μόνο που ήθελε εκείνη την στιγμή ήταν να φύγει μακριά.

Όσο ξεμάκραινε  από τον οίκο της, τόσο και η μορφή της άλλαζε και όταν έφτασε στην λίμνη της Λέρνης είχε πάψει να είναι η όμορφη κόρη του Ίναχου, είχε μεταμορφωθεί σε μια πολύ όμορφη άσπρη αγελάδα.  Μόλις την είδε η Ήρα, αμέσως κατάλαβε πως ο άπιστος σύζυγος της κάτι ετοίμαζε. Χωρίς χρονοτριβή παρουσιάζεται μπροστά του και με πολύ γλυκό τρόπο απαιτεί η όμορφη αγελάδα να της δοθεί δώρο.

«Ζευ, πατέρα θεών και ανθρώπων, πες μου λοιπόν τι σκαρώνεις πάλι; Γιατί διέταξες τον Ίναχο να διώξει την κόρη του μακριά; Ερωτοδουλειά μου μυρίζεται. Παραδέξου το».

Ο Δίας, μεγάλος ψεύτης μπροστά στην Ήρα, έσπευσε να βεβαιώσει με κάθε τρόπο την θεά πως δεν συνέβαινε τίποτα τέτοιο, πως δεν ήξερε τίποτα για το γεγονός. Αλλά η Ήρα δεν ήταν κουτή, γνώριζε καλά τον άνδρα της.

«Αν, όπως λες, δεν συντρέχει τίποτα, αν δεν περνούν πονηρές σκέψεις από το μυαλό σου, τότε η αγελάδα μου ανήκει, να μου την παραχωρήσεις».

Ο Ζευς μπροστά στην επιμονή της Ήρας αναγκάστηκε να υποχωρήσει, για να μην προκαλέσει περισσότερο την οργή της και βασανίσει πιο σκληρά την άτυχη κόρη. Της έδωσε την λευκή αγελάδα.

Τροφή για σκέψη

Το άρθρο έγραψε η Αντωνία Ζεβόλη Νταουντάκη, δικηγόρος και συγγραφέας. Το βρήκα πολύ σοφό και άξιο για μελέτη από κάθε πλευρά.

Χθες είδα μία κοινοποίηση μιας φίλης που ήταν «τροφή για σκέψη» στην κυριολεξία. ΄Όσο το διάβαζα, συμφωνούσα απόλυτα και ετοιμαζόμουν να πατήσω το κουμπί επιδοκιμασίας. Όμως από κάποιο σημείο και μετά, άρχισε πραγματικά να κινητοποιείται η σκέψη μου. Σαν να σήμανε ένας μικρός συναγερμός που μου έλεγε:
«Εδώ κάτι δεν πάει καλά. Κάποιο λογικό άλμα γίνεται, που οδηγεί σε προδιαγεγραμμένα παράλογο αποτέλεσμα.»
Θυμόσαστε το αστείο παράδειγμα που μαθαίναμε στο μάθημα της Λογικής, όσοι πηγαίναμε μαζί σχολείο;
Το μπουζούκι είναι όργανο (ηγούμενο)
Ο αστυνόμος είναι όργανο (επόμενο)
Άρα: Ο αστυνόμος είναι μπουζούκι. (συμπέρασμα).
Έτσι, μπορεί να έχεις το σωστό «ηγούμενο», αν όμως αντικαταστήσεις το σωστό «επόμενο» με ένα λάθος, τότε καταλήγεις στο (λάθος) συμπέρασμα που εσύ θέλεις, ΄έχοντας παραπλανήσει τη σκέψη.
Ύστερα από αυτό αποφάσισα να γράψω εδώ τις σκέψεις που μου προκάλεσε το κείμενο. Αυτά που γράφω δεν αφορούν την αγαπημένη μου φίλη, αφού σίγουρα και η δική της σκέψη παραπλανήθηκε, αφορούν αποκλειστικά τον συγγραφέα του κειμένου. Ο οποίος, αφού (σωστά) έγραφε ένα λίβελο κατά των μαζών, θεοποιούσε το άτομο σαν μοναδική καταφυγή και λύτρωση από το σκοταδισμό των μαζών.
Ε λοιπόν, όλες αυτές οι κατηγορίες είναι πολύ σωστές όταν αφορούν τη μάζα. Πράγματι, οι μάζες αμόρφωτες και άξεστες, θέλουν γλυκές, ψεύτικές ιστορίες για επανάπαυση και παρηγοριά. Το ότι δεν έχουν σχέση αυτές οι ιστορίες με την αλήθεια, δεν είναι καν σε θέση να το ξέρουν, ούτε μπορούν να ψάξουν να το βρουν. Γιατί η μάζα είναι μάζα (το λέει και η λέξη). Δεν είναι σύνολο. Είναι άμορφα, ανερμάτιστα, χωρίς καμία σχέση και συνοχή μεταξύ τους άτομα. Δεν τα συνδέει τίποτα, όπως ακριβώς …. τα μπάζα, σε μια οικοδομή, που αποτελούνται από πέτρες, τούβλα, χώμα, ξύλα, κεραμίδια κ.λ.π.
Με αυτά δεν μπορείς να χτίσεις τίποτα.
Ωστόσο, το αντίθετο της μάζας δεν είναι το άτομο. Είναι ο λαός. Είναι διαφορετική λέξη με εντελώς διαφορετικό νόημα.
Ο λαός είναι ένα σύνολο μορφοποιημένο, με συγκεκριμένους δεσμούς ανάμεσα στα άτομα που το αποτελούν και έχει συνείδηση αυτών δεσμών, οι οποίοι άλλοτε μπορεί να είναι πολιτισμικοί, άλλοτε ιδεολογικοί, άλλοτε γλωσσικοί, εθνικοί, θρησκευτικοί, οικονομικοί, άλλοτε όλα αυτά μαζί.
Οι λαοί, επειδή είναι σύνολα, επιδέχονται βελτίωσης, καλλιέργειας, ανύψωσης, εμψύχωσης αλλά κυρίως συνειδητοποίησης του τι μπορούν να καταφέρουν με την πολλαπλασιαστική δύναμή τους. Κάτι που δεν μπορεί να κάνει το άτομο, γιατί δεν έχει πολλαπλασιαστική δύναμη.
Όσο πιο καλλιεργημένος και συνειδητοποιημένος είναι ένας λαός τόσο περισσότερα και σπουδαία κατορθώματα μπορεί να επιτύχει. Η ιστορία της ανθρωπότητας έχει πολλά θετικά παραδείγματα, όπως έχει και καταστροφικά, σε εποχές που οι λαοί μεταβάλλονται σε άμορφες, άξεστες και απολίτιστες μάζες. Τώρα, όσοι φοβούνται τη δύναμη των λαών (δικτάτορες, ανελεύθερα καθεστώτα, θεωρίες και ιδεολογίες αυταρχικές κ.λ.π.) κάνουν δύο διανοητικά άλματα.
α. Ταυτίζουν εννοιολογικά τη λέξη μάζα με τη λέξη λαός.
β. Βάζουν απέναντι στη μάζα το άτομο (π.χ. «δεν υπάρχουν λαοί, υπάρχουν άτομα» έλεγε η Θάτσερ).
Έτσι, μ΄ ένα σμπάρο, τέσσερα τρυγόνια:
α. Συκοφαντούνται οι λαοί σαν άμορφες, επικίνδυνες μάζες.
β. Διασπώνται οι λαοί σε άτομα που αλλοτριώνονται εύκολα, αποπροσανατολίζονται και αποδυναμώνονται.
γ. Οι χώρες μεταβάλλονται σε χώρους (παγκοσμιοποιημένους).
δ. Όλα αυτά τα αλλοτριωμένα, αποξενωμένα άτομα, προστιθέμενα, αποτελούν μια άμορφη και άξεστη μάζα, εύκολα διαχειρίσιμη, που μισεί κάθε τι καινούργιο γιατί δεν το καταλαβαίνει και αποβάλλει κάθε άτομο διαφορετικό, καλλιεργημένο, προοδευτικό, γιατί δεν της μοιάζει.
Έτσι, δεν έχουμε για ήρωες μεγάλους επιστήμονες, σπουδαίους ευεργέτες, ποιητές, ζωγράφους, μεγάλους πολιτικούς ηγέτες, ανιδιοτελείς επαναστάτες.
Οι ήρωες των μαζών είναι μοντέλα της πασαρέλας, εφήμεροι ποδοσφαιριστές, σκυλοτραγουδιστές, αποτελεσματικοί κλέφτες… αφού καταφέρνουν να μη συλλαμβάνονται και αμοραλιστές πολιτικοί.
Στον καιρό μας έχει αντικατασταθεί (όχι αθώα) και μια άλλη αρχαία λέξη με μία καινοφανή. Η λέξη δημαγωγός με τη λέξη λαϊκιστής. Δημαγωγός όλοι ξέραμε τι σημαίνει. Είναι αυτός που προσπαθεί να παρασύρει το λαό με κολακείες που ούτε ο ίδιος πιστεύει. Η λέξη λαϊκιστής, έχουμε σκεφθεί τι αφήνει στο υποσυνείδητό μας; Ότι, όποιος λέει οτιδήποτε συμφέρει το λαό, είναι εκ προοιμίου δημαγωγός, πονηρός και ψεύτης.
Σας φαίνεται το ίδιο;