Το 1960 η Μαρία Κάλλας συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον ιερό χώρο της Αρχαίας τραγωδίας. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς παρουσίασε στην Επίδαυρο την Νόρμα του Μπελλίνι. Η Νόρμα ήταν η πρώτη όπερα που παρουσιάστηκε ποτέ στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Στην παράσταση αυτή η Ντίβα με την θεϊκή της φωνή, με το υποκριτικό της ταλέντο, τις μουσικές της αρετές και το καλλιτεχνικό της αισθητήριο συνδύασε άριστα την όπερα με την αρχαία τραγωδία.
Τον επόμενο χρόνο, 1961, έξι και δεκατρείς Αυγούστου στην Επίδαυρο ζωντάνεψε με την θεία φωνή της την Μήδεια του Κερουμπίνι. Οι παραστάσεις αυτές μνημονεύονται ως την κορύφωση της διεθνούς πορείας της, που ξεκίνησε το 1958 από το Ντάλλας του Τέξας και συνεχίστηκε στο Λονδίνο το 1959.
Η παρουσία της στο Αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου υμνήθηκε ως το εθνικό καλλιτεχνικό γεγονός. Χιλιάδες θεατές επιζητούσαν την μέθεξη με την τέχνη, και η Μαρία τους την έδωσε. Ζωντάνεψε με την παρουσία της, την ερμηνεία της, την φωνή της την αρχαία τραγωδία και της έδωσε νέα μυστηριακή έκφραση. Μετέτρεψε την όπερα σε υψηλή δραματική τέχνη. Όπως είπαν πολλοί, όταν η Κάλλας τραγουδούσε, άκουγες μέσα από την φωνή της να μιλούν χίλιες Ελλάδες, ενώ συνάμα ένοιωθες την ανάγκη εκατομμυρίων Ελλήνων να συνταυτιστούν . Η δραματική της ερμηνεία ήταν τελετουργία. Για την Μήδεια η Κάλλας έδωσε μια ερμηνεία που χαρακτηρίστηκε από τους κριτικούς ως «υπεράνθρωπη και βαθειά ανθρώπινη».
Η Εφ. Ελευθερία χαρακτήρισε τις παραστάσεις της στην Επίδαυρο ως σπάνια καλλιτεχνική απόλαυση και μεγάλο καλλιτεχνικό επίτευγμα.
Ο Χρήστος Μήτσης έγραψε στο Αθηνόραμα: όταν η κάμερα συναντά την Κάλλας την στιγμή που νοιώθει εγκλωβισμένη στον ρόλο της, τότε γεννιέται ένας μύθος τόσο ισχυρός που καλύπτει την αληθινή Μαρία.
Να σημειώσουμε εδώ, και είναι δίκαιο, ότι οι παραστάσεις της στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου ήταν παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Η παρουσία της Κάλλας στην Επίδαυρο οφείλεται στις προσπάθειες του Κωστή Μπαστιά, καλλιτεχνικού τότε διευθυντή της Ελληνικής Λυρικής Σκηνής. Ο ίδιος ο διευθυντής εμπιστεύθηκε τις παράστασεις σε ξεχωριστούς συντελεστές. Σκηνοθεσία έκανε ο Αλέξης Μινωτής, Σκηνικά ο Γιάννης Τσαρούχης, κουστούμια ο Αντώνης Φωκάς και η χορογραφία ήταν της Μαρίας Χορζ.
Και το σπουδαιότερο, η Κάλλας δώρισε την αμοιβή της, 5000 δολάρια για κάθε της παράσταση, στην ΕΛΣ για την δημιουργία υποτροφιών νέων λυρικών τραγουδιστών
Μίλησαν γι αυτήν άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών από όλον τον κόσμο με τα πιο σπουδαία λόγια.
Ο Ρίτσαρντ Μπρόντι στο περιοδικό Νιού Γιόρκερ επεσήμανε ότι η Μαρία Κάλλας έδειξε ότι διαθέτει ανεξάρτητη ιστορική βαρύτητα ως μουσική δημιουργός. Η άποψη του Μπρόντι είναι πολύ αξιοπρόσεκτη, γιατί βλέπει την Κάλλας στην λυρική σκηνή όχι ως σταρ, αλλά ως ιστορικό γεγονός.
Ο Νίκολας Ράπολτ έκανε ένα ντοκιμαντέρ για την Ελληνίδα λυρική αοιδό. Σημείωσε ότι η προσωπικότητά της ήταν ζωντανή και εκρηκτική, κάτι πολύ αναγκαίο για κάθε δραματική παράσταση. Γέμιζε την σκηνή όχι μόνον με την φωνή της, αλλά και με την παρουσία της.
Ο Πίτερ Μπράντσαν στους Γκάρντιαν την χαρακτήρισε ιερή Φωτιά.
Η φωνή της δεν ήταν απλώς μουσικός ήχος. Ήταν το μέσον με το οποίο εξέφραζε τον πόνο, τη χαρά, την αγωνία.
Η Μαρία Κάλλας είναι μια θεία μορφή που ξεπερνά κάθε βιογραφική απόπειρα. Οι Έλληνες κριτικοί την αντιμετωπίζουν σε κάθε της ερμηνεία ως το ιερό κειμήλιο της νεοελληνικής καλλιτεχνικής ιστορίας. Όποιος καταπιαστεί με την βιογραφία της θα έρθει σε σύγκρουση με τον μύθο της, ο οποίος είναι τόσο ισχυρός που δεν μπορεί να χωρέσει πλήρως σε καμία βιογραφία, όσο φιλότιμη και αν είναι.
Σε ηλικία 18 ετών έκανε την πρώτη της εμφάνιση επαγγελματικά στην Αθήνα, αλλά γρήγορα το ταλέντο της την οδήγησε εκτός συνόρων. Η Tosca ήταν ένας από τους πρώτους μεγάλης εμβέλειας ρόλους που ανέλαβε. Η φωνή της, δυνατή, δραματική και με εκφραστική ευρύτητα, την έκανε να ξεχωρίσει. Η διεθνής αναγνώριση επιβεβαιώνεται με τις εμφανίσεις της στην Ιταλία, στο Λα Σκάλα, στην Ρώμη, στο Covent Garden του Λονδίνου, στο Metropolitan της Νέας Υόρκης.
Η Μαρία Καλλας λάτρευε το bel canto –αυτούς τους αρχαϊκούς ρόλους που απαιτούν τεχνική, αλλά και ψυχή, λεπτότητα αλλά και πάθος. Έφερε πίσω στο προσκήνιο ρόλους που είχαν ξεχαστεί, επαναφέροντας στο ρεπερτόριο όπερες του Bellini και του Donizetti που είχαν περάσει στη λήθη της ιστορίας. Δεν ήταν μόνο τα υψηλά φωνητικά της διαστήματα. Ήταν η ικανότητά της να τα συνδυάζει με δραματική παρουσία, να φοβάται και να νικάει, να πονάει και να συγκινεί…
Καθώς η δεκαετία του ’60 προχωρούσε, οι εμφανίσεις της άρχισαν να σπανίζουν. Οι απαιτήσεις της φήμης, ο ανταγωνισμός, ο χρόνος, η μοναξιά… Όλα άρχισαν να τη βαραίνουν. Παρ’ όλα αυτά, η Μαρία Κάλλας δεν εγκατέλειψε. Έκανε συναυλίες, έδωσε master classes, δίδαξε νέους τραγουδιστές, πάλεψε να κρατήσει την φλόγα αναμμένη. Και όμως, η σπίθα που κάποτε έκαιγε, άρχισε να σβήνει σταδιακά.
Τα τελευταία της χρόνια ήταν ατέλειωτες ώρες απομόνωσης και μνήμης, με λιγότερα φώτα, μακριά από το χειροκρότημα, η ζωή της έγινε πιο εσωτερική. Στις 16 Σεπτεμβρίου 1977, μόλις 53 ετών, η καρδιά της σταμάτησε. Μέσα στη σιωπή, στο άδειο διαμέρισμα, στο βάθος μιας ζωής γεμάτης μουσική.
Η Μαρία Κάλλας ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια μεγάλη φωνή της όπερας… Έζησε με ένταση, με πάθη, με μεγάλες επιτυχίες αλλά και βαθιές πληγές. Τα φώτα της σκηνής φώτισαν τον δρόμο της, αλλά ποτέ δεν κατάφεραν να κρύψουν τις σκιές που τη συντρόφευαν –μέχρι εκείνη τη μέρα του Σεπτεμβρίου που η καρδιά της σταμάτησε και η εξαίσια φωνή της «σιώπησε» για πάντα.
Όμως η Κάλλας ήταν σαν να μην έφυγε ποτέ από τη ζωή. Η φωνή της ηχογραφήθηκε. Οι εμφανίσεις της, οι ερμηνείες της ζουν ακόμα και σήμερα σε δίσκους, στα ραδιόφωνα, στους υπολογιστές, σε όποιον κάθεται κοντά σ’ έναν δίσκο της Tosca ή της Norma κι ακούει κι αφήνεται. Οι φωτογραφίες της, οι μαρτυρίες των συναδέλφων της, των θεατών, των κριτικών.
Γιατί η Κάλλας δεν ήταν απλώς μια σπουδαία φωνή, ήταν ένα σύμβολο της τέχνης. Έζησε και πέθανε για την τέχνη της. Με την φωνή και την παρουσία της έχτισε μια παγκόσμια μυθολογία. Ξεπέρασε με την προσωπικότητά της τον εαυτό της, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει ένα πολιτισμικό γεγονός για όλον τον κόσμο της τέχνης και του πολιτισμού.
Αυτή η ντίβα, η θεά της λυρικής τέχνης ενέπνευσε και τον Τάκη Λουκάτο, ηθοποιό, σκηνοθέτη, συγγραφέα και γλύπτη, να γράψει ένα θεατρικό έργο που να αναφέρεται στις τελευταίες μέρες της ζωής της.
Του έδωσε τον τίτλο, Μαρία Κάλλας, vissi d arte, vissi d amore.
Eίναι ένα έργο μεστό από την παρουσία και τον λόγο της Ελληνίδας καλλιτέχνιδας. Εκτυλίσσεται η υπόθεσή του σε 16 σκηνές-εικόνες, στις οποίες κυριαρχεί η προσωπικότητα και η σοφία της δοκιμασμένης από την ζωή και την τέχνη Ντιβίνας.
Θα επισημάνω λίγα, ελάχιστα σημεία του θεατρικού διαλόγου
Στην δεύτερη εικόνα του έργου αναρωτιέται:
«Έζησα άραγε ποτέ; Νομίζω πως όχι. Η Νόρμα, η Μήδεια, η Τόσκα, η Μπάτερφλάυ, η Τραβιάτα, η Λουτσία ντε λα Μερμμούρ… ήταν μερικές από τις τραγικές ηρωίδες που χώρεσαν στην ταπεινή μου ύπαρξη. Όμως σας το λέω κατηγορηματικά. Ποτέ δεν υπήρξα μύθος».
Στην έκτη εικόνα, ο δημοσιογράφος την ρώτησε, σαν να την μάλωνε, γιατί ματαίωσε παραστάσεις στην Σκάλα, στην Μετροπόλιταν, στο Σικάγο, η Κάλλας θα απαντήσει όπως της πρέπει, όπως αρμόζει στην προσωπικότητά της:
Είμαι η Μαρία! Οι στενόψυχοι και αυταρχικοί νόμοι των θεάτρων με τους δυνάστες διευθυντές δεν με αφορούν…
Η 8η εικόνα ξεκινάει θριαμβικά για την δραματική καλλιτέχνιδα. Σε εκδήλωση προς τιμήν της μετά την ερμηνεία της στην Χαμπανέρα όλοι την υμνούν και την καταχειροκροτούν. Απολαμβάνει την αναγνώρισή της για την προσφορά στην τέχνη της. Μέχρι που πληροφορείται τον γάμο του Ωνάση, του μεγάλου έρωτα της ζωής της, με την Τζάκι Κένεντι. Τότε όλα μέσα της και γύρω της καταρρέουν.
Γιατί; Όταν στην 9η εικόνα ο ίδιος ο Ωνάσης, πάντα στο έργο του Λουκάτου, ομολογεί: Αγαπητοί μου, ποτέ δεν με ενδιέφερε αυτό που λέμε τέχνη.
Στην 11η εικόνα γι αυτήν την καλλιτεχνική της σταδιοδρομία η Κάλλας θα πει στην δημοσιογράφο: Μην μου ζητάς πάλι να μην ταυτίζομαι με τις ηρωίδες μου. Αγαπητή μου, η όπερα είναι η ζωή μου και οι ηρωίδες μου , εγώ η ίδια. Είτε το θέλω είτε όχι ζω μέσα από αυτές, είμαι εγκλωβισμένη στην ζωή τους, και τα φαντάσματά τους δεν με αφήνουν να ησυχάσω.
Στην 12η εικόνα έχουμε μια πολύ έξυπνη συνομιλία της Μαρίας με τον Μεφίστο, τον Μεφιστοφελή, που παίρνει ψυχές. Θα της βάλει νόμους.
-Ή μένεις και παλεύεις στην σκηνή ή χάνεσαι.
Και εκείνη απαντά πάντα ως Μαρία Κάλλας, γιατί δεν φοβάται τον θάνατο.
-Είμαι η Μαρία Κάλλας! Η ντίβα του αιώνα! Δεν επιτρέπω σε κανένα χαμερπές ον, όπως εσύ, να μου μιλάς με αυτόν τον χυδαίο και ποταπό τρόπο.
Και όταν ο σκοτεινός χώρος του θεάτρου, που λίαν εύστοχα ο Τάκης Λουκάτος τον ονομάζει Μεφίστο, θα της ζητήσει την ψυχή της, εκείνη το ίδιο θαρραλέα θα του πει:
-Η ψυχή μου δεν ανήκει σε σένα. Η ψυχή μου ανήκει στην τέχνη και στον έρωτα.