Άνθιμος Ιωάννου, Αναζητούνται άνθρωποι

Το ποίημα

Αναζητούνται άνθρωποι,
ζητούνται αισθηματίες,
που κρύφτηκαν, που χάθηκαν,
ποιές είναι οι αιτίες,

πάγωσαν τα αισθήματα,
και οι ψυχές κρυώσαν,
κάτι συνέβη ξαφνικά,
γύρω όλα νεκρώσαν,

αναζητούνται αληθινοί,
άνθρωποι αν υπάρχουν,
και αν βρεθούν κάπου στην γη,
μες στην καρδιά τους νάχουν,

αυτό που λέμε ανθρωπιά,
αυτό που λέμε αγάπη,
να νοιάζονται και να πονούν,
και να σηκώνουν βάρη,

να ξαλαφρώνουν τις ψυχές,
κι όσες καρδιές πονάνε,
να αγκαλιάζουν τρυφερά
και να χαμογελάνε,

αναζητούνται άνθρωποι,
νάρθουν να ανταμώσουν,
όσους πεινούν, κι όσους διψούν,
και να τους ξαλαφρώσουν,

να χαιδέψουνε ψυχές,
χορδές καρδιάς ν αγγίξουν,
πόρτες που κλείσαν κάποτε,
με αγάπη να ανοίξουν.

Προσέγγιση

Το ποίημα μας φέρνει στον νου τον Διογένη τον κυνικό φιλόσοφο, που γύριζε με ένα φανάρι στους δρόμους των Αθηνών και όταν τον ρωτούσαν τι έψαχνε, απαντούσε:  Άνθρωπο ζητώ.

Ακόμη μια ατάκα του Διογένη, από τις πολλές που σώζονται.

Ο Διογένης, κάποτε, στάθηκε μπροστά σε ένα άγαλμα  και ζητούσε ελεημοσύνη. Όταν τον ρώτησαν γιατί το κάνει αυτό, εκείνος απάντησε: «μελετῶ ἀποτυγχάνειν» (μαθαίνω να χάνω).

Δυο λόγια για τον Διογένη από την Σινώπη του Πόντου. Καλά καταλάβαμε. Ο Διογένης ο κυνικός φιλόσοφος ήταν Πόντιος και έζησε τον 4ο π. Χ. αι.

Ο Διογένης ασχολήθηκε αποκλειστικά με τα κοινωνικά και τα ηθικά προβλήματα της κοινωνίας. Η διδασκαλία του  αντιμαχόταν την τάξη που επικρατούσε τότε. Επιθυμία του ήταν να αλλάξει την ανθρώπινη κοινωνία που είχε διαφθαρεί. Αυτό κατά τη γνώμη του θα γινόταν δυνατόν αν ο άνθρωπος επέστρεφε στη φύση. Πίστευε, δηλαδή, πως ο άνθρωπος βρίσκει την ανθρωπιά του μέσα στον  φυσικό τρόπο ζωής.

Advertisements

Η ποίηση εκφράζει το ανείπωτο

Ερ.  Η ποίηση εκφράζει το ανείπωτο, δλδ αυτό που δύσκολα εκφράζουν οι άνθρωποι στην καθημερινότητα;

Απ. Η ποίηση μπορεί  να εκφράσει αυτό που οι άνθρωποι δυσκολεύονται για κάποιους λόγους να φέρουν προς τα έξω. Αν η ποίηση δεν εκφράσει το ανείπωτο, δεν μπορεί να μετουσιώσει την ζωή. Θα θυμίσω τα λόγια της Κικής Δημουλά, που κάπου  διάβασα.

«Η ποίηση είναι τα μέσα της έναρθρης γλώσσας με τα οποία προσπαθεί να απεικονίσει ό,τι στα σκοτεινά επιχειρούν να εκφράσουν τα δάκρυα, οι σιωπές, οι στεναγμοί, οι θωπείες, η κραυγή».

Ανείπωτο είναι αυτό που δεν μπορεί, δεν είναι δυνατόν ή δεν πρέπει να ειπωθεί, να λεχθεί, να έλθει προς τα έξω. Αυτό που  κάποιοι λόγοι θρησκευτικοί ή κοινωνικοί ή προσωπικοί-συναισθηματικοί απαγορεύουν να λέγεται, να υμνείται, να διατυμπανίζεται. Σε αυτήν την περίπτωση το άρρητο έχει τους δικούς του κανόνες και οι άνθρωποι συνήθως υπακούουν στους κανόνες που το επιβάλλουν. Θα σκύψουν στο ανείπωτο και θα σιωπήσουν. Ο ποιητής όμως δεν είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Ο ποιητής αισθάνεται την ανάγκη να αγγίξει το αμετουσίωτο, το άρρητο. Και το εκφράζει. Ο Βύρων Λεοντάρης υποστηρίζει ότι το «ανείπωτο» επίμονα και αέναα θα ξεγλιστρά από τη γλώσσα του ποιητή και κυρίως από τη συνείδησή του. Αν η ποιητική γραφή δεν αγγίξει το ανείπωτο, το ποίημα θα μοιάζει με τα «Λόγια που σηκώθηκαν κι έφυγαν στη μέση μιας συνομιλίας». Γιατί ἡ ουσία της ποίησης διαμορφώνεται ανάμεσα σε ό,τι μπορεί να εκφραστεί και σ’ αυτό που παραμένει ανέκφραστο.

Παράπονο

Αυτό το ναι…

Δε σε ρωτάω πως σε λένε
ούτε που μένεις, πως περνάς
αν έχεις όνομα και πλούτη
μόνο αν ξέρεις ν’ αγαπάς

Μη ψάχνεις λέξεις ν’ απαντήσεις
ψέματα μου ‘πανε πολλοί
άσε τα μάτια να μιλήσουν
θα τα πιστέψω πιο πολύ

Αυτό το ναι, το μεγάλο ναι της ζωής
αυτό το ναι, που ποτέ δε μου ‘πε κανείς
Αυτό το ναι, το μεγάλο ναι της ζωής
αυτό το ναι, που ποτέ δε μου ‘πε κανείς

Δε σε ρωτώ από που ήρθες
ούτε που σκέφτεσαι να πας
αν έχεις στη ζωή πετύχει
μόνο αν ξέρεις ν’ αγαπάς

Μην απαντήσεις με τα χείλια
τα λόγια ψεύτικα θα βγουν
άσε τα μάτια να μιλήσουν
δεν ξέρουν ψέματα να πουν

Αυτό το ναι, το μεγάλο ναι της ζωής
αυτό το ναι, που ποτέ δε μου ‘πε κανείς
Αυτό το ναι, το μεγάλο ναι της ζωής
αυτό το ναι, που ποτέ δε μου ‘πε κανείς.

 

Το τραγούδι είναι λαϊκό και το τραγούδησε πρώτος ο Δημήτρης Μητροπάνος το 1978.  Είναι από το προσωπικό του άλμπουμ, Παράπονο. Τους στίχους στο συγκεκριμένο τραγούδι  έγραψε ο Μάνος Κουφιανάκης και την μουσική ο συνθέτης Καραχάλιος Νίκος.

Οι στίχοι του τραγουδιού μιλούν για την αληθινή αγάπη. Στην ερώτηση: μ’ αγαπάς;  Αν η απάντηση είναι ναι, αυτό το ναι πρέπει να είναι  αληθινό, να βγαίνει από την καρδιά.

 

Οι μύθοι και οι άνθρωποι τότε και τώρα. Συνέντευξη 1η

Ερώτηση 1.

Στο βιβλίο σας εκφράζετε την επιθυμία να διαβαστεί από νέους  9 ως 99 ετών.  Γιατί και πώς το πετυχαίνετε?

Απάντηση: Επιθυμία μου πράγματι είναι το βιβλίο να φτάσει σε  όλες τις ηλικίες των ανθρώπων. Για την επιτυχία του στόχου μου, επέλεξα  δύο πρόσωπα από την μυθολογία να μιλήσουν για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της ανθρωπότητας. Επέλεξα τον Τιτάνα Υπερίωνα, γιο του Ουρανού και της Γαίας, ο οποίος είχε την ικανότητα να πετά ψηλά στο στερέωμα και από εκεί να μπορεί να βλέπει τα πάντα και να μας τα παρουσιάζει. Συνομιλεί με την μητέρα του Γαία, την πρώτη κοσμοκρατόρισσα, μάνα και σύζυγο του Ουρανού. Αυτή μπορεί να βλέπει και να γνωρίζει  τα πάντα, αφού απλώνεται παντού στον πλανήτη και τον κόσμο, και έχει την ικανότητα να προφητεύει. Η συνομιλία τους γίνεται με διαλόγους, που δίνουν ζωντάνια και αμεσότητα στο κείμενο και στις δράσεις. Δεν αλλάζουμε τα γεγονότα της μυθολογίας, αλλά όταν χρειάζεται, για τις ανάγκες της εξέλιξης της ιστορίας, γίνονται με πολύ προσοχή και σεβασμό κάποιες παρεμβάσεις.

Την επιτυχία του βιβλίου την στηρίζουμε ακόμη στην ίδια την μυθολογία. Γνωρίζουμε ότι η μυθολογία μιλάει με πολλούς τρόπους και με πολλές γλώσσες σε όλους τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι γοητευόμαστε από τους μύθους και προσπαθούμε μέσα από αυτούς να δώσουμε τις δικές μας ερμηνείες για τον κόσμο που μας περιβάλλει  και την ιστορία του. Οι μύθοι τι κάνουν; Μας δίνουν πληροφορίες για την δημιουργία του κόσμου. Την ερμηνεία του κόσμου μέσα από τους μύθους την ακούμε καλύτερα, με περισσότερη προσοχή. Ας φανταστούμε μέσα από τις περιγραφές αυτών που έγραψαν για τα μυστήρια επιχειρώντας να τα αναβιώσουν, όπως τα Ελευσίνια,  και ας ακροαστούμε το περιεχόμενο των δράσεων που συνέβαιναν εκεί. Δεν είναι φυσικό μέσα από τον μυητικό λόγο και την θεατρική δράση να προσπαθούν να δώσουν ερμηνεία στην δημιουργία του κόσμου;

Το  λέει άλλωστε και ο μεγάλος μας ποιητής Γιώργος Σεφέρης σε ένα του ποίημα. «Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές, είναι γιατί τ’ ακούς καλύτερα». Αυτό σημαίνει ότι ιχνηλατώντας στην μυθολογία δίνουμε περισσότερο χρόνο και χώρο στην σκέψη και στον προβληματισμό μας και ταυτόχρονα δίνουμε και την ευκαιρία στον εαυτό μας να δώσει τις δικές του απαντήσεις  πάνω στο αιώνιο μυστήριο της ζωής και του θανάτου, της δημιουργίας και της προέλευση του ανθρώπου και του κόσμου. Άρα οι μύθοι, που δεν είναι βέβαια παραμύθια, αλλά λόγοι μυητικοί για τον άνθρωπο και τον κόσμο του, έχουν την δύναμη να μας γοητεύουν και να μας προβληματίζουν από την στιγμή που αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο ως την στιγμή που τον εγκαταλείπουμε.

Θα ήθελα, πριν κλείσω το μέρος αυτό της συνέντευξης να δώσω την ετυμολογία των όρων μύθος και τέρας.

Σημεία και τέρατα είναι μια φράση καθημερινής αγανάκτησης, που προκύπτει από την δική μας πραγματικότητα. Τι έρχεται, άραγε, στον νου μας, όταν ακούμε την λέξη τέρας; Ας δούμε το λεξικό. Τέρας σημαίνει κάθε τι το ασυνήθιστο. Ένα ασύνηθες φαινόμενο, υπεργήινο, φοβερό, θαυμαστό, μέγα. Ένα γέννημα τερατώδες, όπως οι Γίγαντες, οι Κύκλωπες, ο Τυφώνας, οι Ερινύες, η Μέδουσα και τόσα άλλα, που διασώζει η ελληνική και η παγκόσμια μυθολογία, που η όψη του μας κόβει την ανάσα και μας δημιουργεί αποτροπιασμό. Είναι λοιπόν το κάθε τέρας σημείο τρομακτικό και απειλητικό. Δηλώνει κάτι το άσχημο, το απαράδεκτο, το ευρισκόμενο εκτός των κοινωνικών κανόνων, άρα και  μη αποδεκτό.  Γιατί στην παρουσία και μόνον του τ-έρατος σταματάει η επιθυμία, ο έρωτας,  το ἐρᾶν, η δημιουργία.  Διότι ο έρωτας είναι μοχλός δημιουργικότητας.  Αντίθετα το τέρας, το κάθε τέρας του μυθου και της πραγματικότητας σφραγίζει τις θύρες της φαντασίας και του ονείρου.

Μύθος  θα πει λόγος, ομιλία, συνομιλία, αγόρευση, υπόθεση, απόφθεγμα. Η ελληνική γλώσσα όμως έχει πολλές λέξεις για να δηλώσει την έννοια του λόγου, του ὁμιλεῖν. Αριθμήσαμε ήδη έξι και υπάρχουν κι άλλες συγγενείς έννοιες. Άρα κάτι άλλο υποκρύπτεται, κατά την γνώμη μας, κάτω από την λέξη μύθος.  Ανατρέχουμε λοιπόν στην ρίζα της λέξης που είναι μυ-, η οποία μας οδηγεί και στο ρήμα μύ-ω που σημαίνει κλείνω τα μάτια και το στόμα, κρατώ κλειστά τα μάτια και το στόμα και δεν μιλώ. Επίσης από την ίδια ρίζα έχουμε και το ρήμα μυέ-ω, μυῶ που σημαίνει κατηχώ, διδάσκω, από όπου και η λέξη μύηση, κατήχηση, διδασκαλία. Μοιραία λοιπόν καταλήγουμε  στο συμπέρασμα ότι μύθος σημαίνει τον μυητικό λόγο, τον λόγο τον θεϊκό. Γιατί τον θεϊκό λόγο μόνον  οι μυημένοι θνητοί μπορούν να τον ακούσουν, να τον γνωρίσουν και να τον καταλάβουν. Άλλωστε ο μύθος βιωνόταν κυρίως μέσα από το μυητικό θέατρο, το οποίο ήταν μέρος των μυστηρίων και βοηθούσε τον άνθρωπο να εξαγνίσει τον εαυτό του από τις ανάγκες των χοϊκών του στοιχείων, που τον οδηγούσαν προς τα κάτω, προς την γη. Συνεπώς μυθολογία σημαίνει συλλέγω και διηγούμαι θεϊκούς λόγους, τους οποίους διέσωσαν για μας τους ανθρώπους οι θεοί και διέδωσαν μέσω των μυστηρίων. Βεβαιώνεται έτσι το ενδιαφέρον και η αγάπη των ανθρώπων για τους μύθους. Επομένως με την ερμηνεία του μύθου ως μυητικού λόγου νομίζουμε ότι μπορούμε ουσιαστικότερα και βαθύτερα να προσεγγίσουμε την μυθολογία των λαών. Διότι ο ρόλος του μύθου αποβλέπει στην εναρμόνιση του ανθρώπου με τον εαυτό του και στην συνειδησιακή του εξέλιξη. Επιστήμονες, ψυχολόγοι, φιλόλογοι και ερευνητές σκύβουν θρησκευτικά επάνω στους μύθους, τους μελετούν και κρατώντας ο καθένας το δικό του κλειδί προσπαθεί να τους ξεκλειδώσει και να τους  ερμηνεύσει.  Πράξη που βεβαιώνει πως ο μύθος προσφέρει ένα πολυδύναμο πεδίο έρευνας, το οποίον επιδέχεται πολλές ερμηνείες σε πολλά επίπεδα. Γιατί κάθε μύθος είναι μια κοσμική, μια ψυχολογική αλλά και μια υλική πραγματικότητα.

Pablo Neruda, Αργοπεθαίνει (Muere lentamente)

 Το ποίημα.

Αργοπεθαίνει
όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,
επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει το βήμα του,
όποιος δεν ρισκάρει να αλλάξει χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλάει σε όποιον δεν γνωρίζει.
Αργοπεθαίνει
όποιος έχει την τηλεόραση για μέντωρα του

Αργοπεθαίνει
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο αντί του άσπρου
και τα διαλυτικά σημεία στο «ι» αντί τη δίνη της συγκίνησης
αυτήν ακριβώς που δίνει την λάμψη στα μάτια,
που μετατρέπει ένα χασμουρητό σε χαμόγελο,
που κάνει την καρδιά να κτυπά στα λάθη και στα συναισθήματα.

Αργοπεθαίνει
όποιος δεν «αναποδογυρίζει το τραπέζι» όταν δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν ρισκάρει τη σιγουριά του, για την αβεβαιότητα του να τρέξεις πίσω από ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του, έστω για μια φορά στη ζωή του, να ξεγλιστρήσει απ’ τις πάνσοφες συμβουλές.

Αργοπεθαίνει
όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει το μεγαλείο μέσα του

Αργοπεθαίνει
όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν αφήνει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη κακή του τύχη
ή για τη βροχή την ασταμάτητη

Αργοπεθαίνει
όποιος εγκαταλείπει την ιδέα του πριν καν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει
ή δεν απαντά όταν τον ρωτάν για όσα ξέρει

Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντα πως για να ‘σαι ζωντανός
χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη
από το απλό αυτό δεδομένο της αναπνοής.

Μονάχα με μια φλογερή υπομονή
θα κατακτήσουμε την θαυμάσια ευτυχία.

Προσέγγιση

Για να μείνει κάποιος άνθρωπός ζωντανός, μας λέει ο ποιητής,  πρέπει να τολμήσει να αλλάξει κατά πρὠτον τις συνήθειές του. Να υιοθετήσει νέες συνήθειες, ικανές να δώσουν χρώμα στην ύπαρξή του αλλά και στον περίγυρό του.

Μια καλημέρα σε γνωστούς και αγνώστους, με πρόσωπο γελαστό και χαρούμενο, να νοστιμέψει και την ζωή των γύρω του.

Αφήνει  στην άκρη το κοντρόλ της τηλεόρασης, κλείνει την πόρτα στην εικονική πραγματικότητα και συνδέεται με την πραγματική ζωή.

Αντιμετωπίζει με θάρρος τα πάθη του, συγκλονίζεται και υποκύπτει σε ό,τι ταράσσει την μακαριότητά του.

Δεν αποφεύγει τα λάθη του. Τα αντιμετωπίζει με χαμόγελο και τα μετρά ως ευκαιρίες για πλουτισμό της ψυχής και του πνεύματός του. Τα λάθη του γίνονται μαθήματα ζωής.

Δεν εγκαταλείπει τα όνειρά του, τα κυνηγά και τα κάνει τμήμα της καθημερινότητάς του. Ονειρεύεται και δημιουργεί. Ταξιδεύει με κάθε ευκαιρία για να γνωρίσει καινούργιους τόπους και ανθρώπους.

Διαβάζει και συναντιέται μέσα στις σελίδες των βιβλίων με νέες ψυχές.

Ακούει μουσική και κάνει μεγάλα ταξίδια στο πεντάγραμμο μαζί με τις νότες.

Κρατάει την φλόγα του έρωτα ζωντανή, γιατί αυτή θρέφει τη φαντασία του.

Δεν παραπονιέται για τις δυσκολίες της ζωής του, δεν κλαίγεται, αν κάτι δεν πήγε καλά, αν κάποιο από τα όνειρά του τον ξεγέλασε και χάθηκε. Κάνει νέα όνειρα.

Δεν μιζεριάζει και δεν δηλητηριάζει την ζωή του και την ζωή των γύρω του.

Δεν αφήνεται, δεν εγκαταλείπεται, δεν επαναπαύεται. Συνεχώς ψάχνεται, προβληματίζεται, θέλει να μαθαίνει, δεν σταματά να ρωτά και να  μαθαίνει.

Γιατί γνωρίζει ότι ζωή δεν σημαίνει μόνον να ανασαίνεις. Είναι κάτι περισσότερο από μιαν ανάσα.

Ζωή είναι δράση.

Ο ποιητής

Ο Νεφταλί Ρικάρδο Ρέγιες Μπασσάλτο – όπως ήταν το πραγματικό όνομα του Νερούντα- γεννήθηκε το 1904 στο Παρράλ της Χιλής. ‘Ηταν ένας από τους πιο σημαντικούς και παραγωγικούς ποιητές της Λατινικής Αμερικής, με περισσότερα από 30 βιβλία στο ενεργητικό του. Εντάχθηκε στους κόλπους του Κομμουνιστικού Κόμματος και αρκετά χρόνια αργότερα εκλέχτηκε γερουσιαστής. Αντιπροσώπευσε τη χώρα του ως διπλωμάτης από το 1926 ως το 1938 σε διάφορα μέρη της Άπω Ανατολής και της Ισπανίας, όπου έζησε από κοντά τον εμφύλιο.

Πίστευε ότι ο ποιητής οφείλει να συμμετέχει στα κοινά και δεν διαχώριζε την ποίηση από την πολιτική. Όταν το 1948 το Κομμουνιστικό Κόμμα κηρύχτηκε παράνομο, ο Νερούντα ταξίδεψε αρχικά στην Αργεντινή και αργότερα στη Σοβιετική Ένωση. Επέστρεψε στη Χιλή τέσσερα χρόνια αργότερα και το 1953 του απενεμήθη το Βραβείο Λένιν. Παράλληλα όμως με τα πολιτικοποιημένα ποιήματά του, ο Νερούντα έγραψε και μεγάλο αριθμό προσωπικών και οικείων ποιημάτων. Τα πιο ερωτικά από αυτά περιλαμβάνονται στη συλλογή «Εκατό ερωτικά σονέτα» και απευθύνονται στη Ματίλντε Ουρούτια, με την οποία άρχισε να συζεί το 1955.

Η φήμη του Χιλιανού ποιητή είχε απλωθεί σε όλο τον κόσμο και το 1971, περίοδος που ο Νερούντα ήταν πρεσβευτής στη Γαλλία, του απονέμεται το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Άλλα έργα του ποιητή είναι: «Η τρίτη κατοικία», «Κάντο Χενεράλ» (έργο που μελοποιήθηκε στην Ελλάδα από το Μίκη Θεοδωράκη), «Το αλλοπρόσαλλο βιβλίο», «Γήινη κατοικία», κ.ά.

Πέθανε το 1973 σε ηλικία 69 ετών και η κηδεία του ήταν το πρώτο ξέσπασμα των Χιλιανών εναντίον της δικτατορίας.

 

ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣMΟΥ

Νίκος Μιχαλόπουλος
Συγγραφέας • Πρωταθλητής ακοντισμού
»Ονειρεύομαι Θέλω Μπορώ»

Για ακόμα μια φορά συζητήσαμε τόσο πολύ για το αυτονόητο. Έπεσε πολύ μελάνι εχθρότητας και σπαταλήθηκε πολύς πραγματικός, κοινοβουλευτικός, τηλεοπτικός χρόνος προσβολής για κάποιους ανθρώπους, που περιμένουν στη γωνία, ίσως και κρυμμένοι, κάποιους να αποφασίσουν για τα δικά τους ανθρώπινα δικαιώματα.
Το Ελληνικό Κοινοβούλιο διχάστηκε και πάλι για ένα θέμα, για το οποίο θα έπρεπε να είναι ενωμένη γροθιά, γιατί απλά το θέμα αλλαγής ταυτότητας φύλου έχει να κάνει κυρίως με γνώση, ενημέρωση, ευαισθησία και κυρίως σεβασμό στον άνθρωπο.
Και το συγκεκριμένο θέμα είναι τόσο απλό: συνάνθρωποί μας διεκδικούν το δικαίωμά τους να είναι αυτοί που θέλουν και να μπορούν να το δηλώνουν, να είναι αυτοί που φαίνονται και να συστήνονται όπως  το επιθυμούν, χωρίς να πρέπει να δέχονται τον τραμπουκισμό και το bullying άλλων ανθρώπων για ένα θέμα που δεν θα έπρεπε να ενδιαφέρει κανέναν άλλον εκτός των ίδιων.
Αναρωτήθηκε κάποιος από όλους αυτούς που τόσες μέρες έβγαλαν όλο τους το μίσος απέναντι σε ανθρώπους, ουσιαστικά ανυπεράσπιστους από την ελληνική νομοθεσία και τις δομές της κοινωνίας μας, πώς αισθάνονται αυτοί οι άνθρωποι που η διαφορετικότητά τους, για την οποία δεν ευθύνονται, όπως κανένας μας δεν ευθύνεται για οτιδήποτε προσδιορισμένο γονιδιακά, τους κάνει να είναι μόνιμα σε μια κατάσταση άμυνας και προσπάθεια απόδειξης του αυταπόδεικτου;
Σκέφτηκαν πως μπορεί να είναι να είσαι έφηβος, με τον κόσμο και τη φύση ούτως ή άλλως βαριά στην πλάτη σου και από πάνω τον εαυτό σου να μη χωράει στο σώμα σου, να μην ταιριάζει με το σώμα σου;
Νομίζετε πως απέχει πολύ από τη απόγνωση, την απομόνωση, τη δυστυχία, την πιθανή κατάθλιψη, την άρνηση της πραγματικής σου ταυτότητας, η απόφαση του να δώσεις τέλος στη ζωή σου, γιατί απλά δεν την αντέχεις και οι άλλοι σου φωνάζουν με τον τρόπο τους πως δεν σε αντέχουν;
Όλοι όσοι μίλησαν ενάντια στην αλλαγή ταυτότητας φύλου στα 15, τα 17, τα 18 ή οποτεδήποτε, γιατί φυσικά δεν είναι η ηλικία στην πραγματικότητα το πρόβλημα, με επιχειρήματα θρησκευτικού φανατισμού, οικογενειακού σκοταδισμού και κοινωνικού ρατσισμού, μπορούν να μας απαντήσουν πότε αποφάσισαν να γίνουν straight, αφού προφανώς μόνο αυτό τον σεξουαλικό προσανατολισμό αναγνωρίζουν ως φυσιολογικό;
Προσέξτε το ρήμα: αποφάσισαν.
Δεν γεννήθηκαν με αυτό το χαρακτηριστικό έκφρασης, το διάλεξαν.
Δεν ήταν για αυτούς μονόδρομος το φύλο του ερωτικού τους συντρόφου, αλλά είχαν να διαλέξουν ανάμεσα σε δύο δρόμους και επέλεξαν.
Αν για τους ίδιους δεν ισχύει κάτι τέτοιο, που προφανώς δεν ισχύει, τότε γιατί πρέπει να ισχύει για όσους δεν τους μοιάζουν; Γιατί για τους άλλους η επιλογή συντρόφου είναι ανωμαλία, είναι παρέκκλιση, είναι μόλυνση, είναι κολλητική αρρώστια που πρέπει να πατάξουμε, είναι κίνδυνος στα θεμέλια της κοινωνίας και της οικογένειας; Μα αυτά τα παιδιά, παιδιά αυτής της αγίας οικογένειας δεν είναι; Όλα τα μέλη της LGBTQ κοινότητας, παιδιά straight γονιών δεν είναι;
Γιατί κάνουμε τόσο λόγο εν έτει 2017 για θέματα που έπρεπε να έχουν λυθεί και κατοχυρωθεί θεσμικά εδώ και πάρα πολλά χρόνια;
Γιατί επιτρέπουμε σε θέματα διαφορετικότητας και μάλιστα τόσο προσωπικά να μας διχάζουν αντί να μας φέρνουν κοντά, επιβεβαιώνοντας, πως σε αυτή τη διαφορετικότητα βασίζεται το ενδιαφέρον και η ποικιλομορφία του κόσμου μας.
Γιατί δεν ακούμε τι έχουν να μας πουν όσοι πραγματικά γνωρίζουν, επιστήμονες, γιατροί, ψυχολόγοι, ψυχίατροι;
Γιατί κλείνουμε τα αυτιά μας στους άμεσα ενδιαφερόμενους και σε αυτούς που ζουν αυτά που εμείς απλά συζητάμε, παιδιά, γονείς, οικογένεια, φίλους όλων αυτών των ανθρώπων που θέλουν για τους δικούς τους λόγους να πάρουν τη ζωή τους και την ταυτότητά τους στα χέρια τους, δίνοντας της νόημα και υπόσταση;
Γιατί καλλιεργούμε τη βία στη ζωή μας, διχάζοντας την κοινωνία και δηλητηριάζοντας τα παιδιά μας, κολλώντας τους ετικέτες σαν να είναι εμπορεύματα;
Γιατί επιτρέπουμε σε γνωστούς πολιτικάντηδες της εποχής μας να ενδιαφέρονται δήθεν για θέματα παιδείας, εκπαίδευσης και πολιτισμού, όταν οι ίδιοι στην πραγματικότητα φυτεύουν σπόρους μίσους και επιθετικότητας απέναντι σε ο,τιδήποτε και οποιονδήποτε δεν μας μοιάζει;
Ξοδεύονται χρήματα, ιδέες και εργατοώρες στη μάχη της μάστιγας του bullying, που τόσο δηλητηριάζει τα παιδιά μας, τα σχολεία μας και τη ζωή μας γενικότερα κι όμως δυναμώνουμε τα ζιζάνια που μας τρώμε, αντί να τα ξεριζώσουμε.
Γιατί η Εκκλησία δεν αποδεικνύει τον μοναδικό λόγο υπαρξής της, που είναι η αγάπη και μόνο η αγάπη και φυσικά ακόμα περισσότερο η αγάπη προς εκείνους που την έχουν ανάγκη.
Και την αγάπη την έχει ανάγκη πάντα αυτός που πρέπει να παλέψει γι’αυτήν. Την έχει ανάγκη κυρίως αυτός που δεν την αισθάνθηκε πραγματικά για αυτό που είναι και μόνο, δηλαδή για τον ίδιο του τον εαυτό. Και αυτό είναι το πραγματικό νόημα της αγάπης: να αγαπιέσαι για αυτό που απλά είσαι. Και αυτός είναι ο τρόπος που μας αγαπάει η μάνα μας, μας αγαπάνε οι γονείς μας, τα αδέρφια μας, οι καρδιακοί φίλοι μας, οι σύντροφοί μας, το άλλος μας μισό.
Γιατί λοιπόν κάποιοι συνάνθρωποί μας να πρέπει να παλεύουν για όλα αυτά που σε άλλους δόθηκαν αβίαστα από τη γέννησης τους;
Τί φοβούνται όσοι στέκονται εμπόδιο στην προσωπική ευτυχία των άλλων;
Και ένα τελευταίο παράδειγμα-απορία:
Κάνουμε τα στραβά μάτια και επιτρέπουμε στην πραγματικότητα, παρά τους νόμους μας, ως κοινωνία, ως πολιτεία και ως κράτος το κάπνισμα σε δημόσιους χώρους, σεβόμενοι ίσως την ελευθερία των άλλων, που όμως καταπατά τη δική μας ελευθερία και κάνει κακό στην υγεία μας και διυλίζουμε τον κώνωπα για να κερδίσουν κάποιοι το δικαίωμά τους να είναι ο εαυτός τους και να κάνουν ό,τι θέλουν στην προσωπική τους ζωή πίσω από την πόρτα του σπιτιού τους.
Το ευχάριστο και ουσιαστικό στο κλείσιμο αυτού του άρθρου είναι πως από σήμερα το δικαίωμα αλλαγής ταυτότητας φύλου είναι νόμος του Ελληνικού κράτους. Με κομματικές απώλειες, με διαφωνίες, με πολιτικούς συσχετισμούς, με πολιτικάντικες κορώνες και πολλά ακόμα που δεν μας κάνουν περήφανους, είναι νόμος του κράτους.
Και αυτό πιστώνεται στη σημερινή κυβέρνηση, που είναι η μόνη που έχει κάνει κι άλλα ουσιαστικά βήματα-άλματα προς τη σωστή κατεύθυνση για τα συγκεκριμένα θέματα σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας, που χωρίς καμιά αμφισβήτηση είναι θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Και μη ξεχνάμε πως το όλο θέμα είναι θέμα επιλογής και θέμα δικαιώματος στην επιλογή. Ακόμα κι αν δεν κάνω ποτέ κάτι, είναι σημαντικό να ξέρω ότι μπορώ να το κάνω, όπως ακριβώς μπορούν να το κάνουν και οι συμπολίτες μου σε ανάλογα θέματα προσωπικών επιλογών και αυτοπροσδιορισμού. Η χειρότερη λέξη σε αυτά τα ζητήματα είναι η λέξη ανοχή. Κι εδώ δεν μιλάμε για ανοχή, μιλάμε για αποδοχή του δικαιώματος να μπορούμε να είμαστε ο εαυτός μας. Η διαφορά είναι τεράστια. Αυτός που ανέχεται αυτόματα μπαίνει σε ένα ανώτερο επίπεδο και αυτόν που ανεχόμαστε επίσης αυτόματα τον τοποθετούμε σε ένα κατώτερο επίπεδο.
Από πότε τα χαρακτηριστικά με τα οποία γεννηθήκαμε μπορούν να μας τοποθετούν σε ανώτερα ή κατώτερα επίπεδα;
Αν μια κοινωνία που καλλιεργεί ή ανέχεται τέτοιες θέσεις δεν είναι ρατσιστική, τότε ποιά είναι;

 

Ας πει κάποιος την αλήθεια

Ο φίλος Σταμάτης Μούντριχας έκανε πάλι το θαύμα του. Έγραψε ένα άρθρο και κατέθεσε την σκληρή μας πραγματικότητα με ρεαλισμό, χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Δεν μπορούσα,μετά από αυτό να μην ανεβάζω το άρθρο του, για να το διαβάζουμε και να μην ξεχνάμε. 

Εννοείται ότι δεν άλλαξα ούτε ένα σημείο στίξεως από τα γραφόμενά του. 

Είναι σε όλους μας γνωστό, ότι οι Δημόσιες επιχειρήσεις στην χώρα μας, δεν επανδρώθηκαν σύμφωνα με τις πραγματικές τους ανάγκες λειτουργίας, αλλά με την λογική των ψηφοθηρικών αναγκών των κομμάτων που κυβέρνησαν αυτόν τον τόπο.
Ένα σημαντικό κομμάτι από τους κατά τεκμήριο ικανότερους διορισμένους, τους αποσπούσαν στα πολιτικά-κομματικά τους γραφεία, αφού το ενδιαφέρον τους ήταν η οργάνωση και η παραγωγικότητα του προσωπικού και κομματικού μηχανισμού.
Στις μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις επίσης, οι πολιτικοί με τους επιχειρηματίες, έστησαν ένα σύστημα διαπλεκόμενων συμφερόντων. Εκτός από τις μίζες και τα λαδώματα, υπό μορφή οικονομικής ενίσχυσης του προεκλογικού αγώνα, οι επιχειρηματίες παραχωρούσαν θέσεις εργασίας στους πολιτικούς, για την εξυπηρέτηση των ρουσφετιών.
Φυσικά οι πολιτικοί, όμηροι στους χρηματοδότες και υποστηρικτές των ρουσφετιών τους, ανταπέδιδαν με δημόσια έργα των οποίων η παράδοση, απείχε από την ανάληψη εκατονταπλάσια από την ΄΄χορηγία΄΄ τους, με φοροαπαλλαγές, με ανεξέλεγκτη λειτουργία, με συμφωνίες κάτω από το τραπέζι, προς όφελος των επιχειρηματιών, αλλά και σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος.
Κυκλοφορούσε και ως ανέκδοτο, ο κομματάρχης που είχε δυο παιδιά, ένα χαζό και ένα έξυπνο, διόριζε το χαζό στο δημόσιο και το έξυπνο στον ιδιωτικό τομέα, να έχει και ΄΄ πρόσωπο΄΄ στον επιχειρηματία.
Τον επιχειρηματία λαό, τον είχαν γραμμένο στα παλαιότερα των υποδημάτων τους.
Έτσι αποκτήσαμε ως κράτος έναν αντιπαραγωγικό πολυπληθή και ανίκανο δημόσιο και έναν κρατικοδίαιτο ιδιωτικό τομέα.
Αλλά και στην λειτουργία τους, στην οργάνωση τους και οι δύο τομείς, ακολουθούσαν την ίδια μέθοδο. Δημιουργία θέσεων προέδρων, αντιπροέδρων διευθυντών, προϊσταμένων, τομεαρχών, εργαζομένων που δεν πάτησαν ποτέ το πόδι τους στην δουλειά, που έγιναν περισσότεροι και φυσικά πολλαπλάσια αμειβόμενοι από τους πραγματικά εργαζόμενους. Μέχρι και οι συνδικαλιστές, οι Δήμαρχοι, οι εκπρόσωποι σωματείων και συλλόγων εκλέγονταν με κομματικό χρίσμα.
Φύτρωσαν εκατοντάδες μη κυβερνητικές οργανώσεις, απίθανες εταιρίες του δημοσίου, που στράγγιζαν τα δημόσια ταμεία.
Λογικό ήταν αυτό το σαθρό, το διεφθαρμένο, το διαπλεκόμενο οικοδόμημα να καταρρεύσει. Κατέρρευσε όμως, αφού πριν το είχαν εγκαταλείψει οι διαχειριστές του, είχαν μεταφέρει αλλού την περιουσία που παράνομα και καταχρηστικά είχαν αποκτήσει και τους μόνους που πλάκωσε πέφτοντας ήταν οι πραγματικά εργαζόμενοι και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που συντηρούνταν απ΄αυτούς.
Και αφού όλα αυτά συνέβησαν, το συμπέρασμα που εξήχθη από τα κόμματα είναι ότι έφταιξαν οι εργαζόμενοι, ο λαός και αυτοί θα πληρώσουν την ζημιά. Και την πληρώσαμε και την πληρώνουμε.
Στην σημερινή κυβέρνηση, υπάρχουν δυνάμεις που ονειρεύονται να συνεχιστεί το ίδιο σύστημα. Το κράτος και οι υπηρεσίες έχουν ενσωματώσει στο DNA τους το παλιό σύστημα και αντιστέκεται με πείσμα σε κάθε επιχειρούμενη αλλαγή. Οι επιχειρηματίες, εκβιάζουν για να επενδύσουν, απαιτώντας συνθήκες μεγάλης κερδοφορίας.
Η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση κάνοντας πως δεν καταλαβαίνει ότι δεν τους άφησαν κανένα περιθώριο ούτε να κλέψουν, ούτε μίζες να πάρουν, ούτε να διορίσουν.
Βλέποντας ορισμένες συμπεριφορές, όχι ότι αν μπορούσαν δεν θα το έκαναν.
Μετά από όλα αυτά, επιμένω στο συμπέρασμα μου ότι αν δεν αλλάξουμε εμείς, τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει. Και για να αλλάξουμε πρέπει να κοιτάξουμε την αλήθεια στα μάτια και να αναγνωρίσουμε το πρόβλημα.