Κωνσταντίνου Καβάφη, Εις το επίνειον

Το ποίημα

Νέος, είκοσι οκτώ ετών, με πλοίον τήνιον
έφθασε εις τούτο το συριακόν επίνειον
ο Εμης, με την πρόθεσι να μάθει μυροπώλης.
Ομως αρρώστησε εις τον πλούν. Και μόλις
απεβιβάσθη, πέθανε. Η ταφή του, πτωχοτάτη,
έγιν’ εδώ. Ολίγες ώρες πριν πεθάνει κάτι
ψιθύρισε για «οικίαν», για «πολύ γέροντας γονείς».
Μα ποιοί ήσαν τούτοι δεν εγνώριζε κανείς,
μήτε ποιά η πατρίς του μες στο μέγα πανελλήνιον.
Καλλίτερα. Γιατί έτσι ενώ
κείται νεκρός σ’ αυτό το επίνειον,
θα τον ελπίζουν πάντα οι γονείς του ζωντανό.

Νοηματική προσέγγιση

Ο ήρωας του ποιήματος  ονομάζεται μάλλον Ερμής.  Ο ήρωας του ποιήματος φαίνεται επίσης πως ήταν Έλληνας νησιώτης, αφού το καράβι που τον έφερνε στην Σύρο ήταν ναυλωμένο στην Τήνο, από όπου και ξεκίνησε το ταξίδι του ο νέος, μόλις 28 ετών, άνδρας. Το ταξίδι στην Σύρο το έκανε, όχι για λόγους διασκέδασης, αλλά για να μάθει, να σπουδάσει την τέχνη του Μυροπώλη.  Αλλά, δυστυχώς γι αυτόν,  το ταξίδι αυτό ήταν και το τελευταίο της ζωής του. Στο πλοίο αρρώστησε και στο επίνειο της Σύρου πέθανε, φτωχότατος άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Τα μόνα στοιχεία από το ποίημα που έχουμε γι αυτόν είναι:

  1. Είναι μόνον 28 ετών,
  2. Είναι φτωχός,
  3. Θέλει να φτιάξει την μοίρα του,
  4. Γι αυτό ταξιδεύει στην Σύρο, για να μάθει το επάγγελμα του Μυροπώλη.
  5. Έχει δυο υπερήλικες γονείς, που περιμένουν από αυτόν να μάθει την τέχνη, να βγάλει χρήματα και να τους κοιτάξει, να τους φροντίσει.

Τελικά όμως κερδίζει η γνωστή λαϊκή ρήση: όπου φτωχός κι η μοίρα του.

Αυτό είναι το στοιχείο που δίνει τραγική χροιά στο ωραιότατο αυτό ποίημα. Με λιτότητα, απλότητα, χωρίς περιττολογίες και πλατειασμούς ο ποιητής μας εκθέτει την ζωή και τον θάνατο ενός φτωχού νέου. Ξεκίνησε με όνειρα από την πατρίδα του να μάθει μια τέχνη.  Με την ευχή των γονέων του  για προίκα και εφόδιο παρηγοριάς, με την υπόσχεση προς αυτούς πως θα γυρίσει στο νησί γρήγορα, γιατί δεν έχουν άλλο στήριγμα στα γεράματά τους, με αισιοδοξία για ένα καλύτερο μέλλον ανέβηκε στο καράβι. Μα πριν καλά καλά φτάσει στον προορισμό του αρρώστησε.

Αυτό είχε αποφασίσει η μοίρα γι αυτόν. Να πεθάνει μακριά από την πατρίδα του και ό,τι πόθησε, ό,τι ονειρεύτηκε, ό,τι ήλπισε να καταποντιστεί στο πέλαγος. Και οι γονείς του να μην  μάθουν ποτέ τι απόγινε ο μοναχογιός τους. Θα μπορούσαμε να πούμε με επιφύλαξη πως μέσα σε αυτήν την δυστυχία το μόνο καλό ίσως είναι πως οι γέροι γονείς δεν θα δουν ποτέ τον γιο τους να τον αγκαλιάζει το χώμα του τάφου. Δεν θα μάθουν τι απέγινε «μες στο μέγα πανελλήνιον». Έτσι όσο θα ζουν θα ελπίζουν πως ίσως κάποτε γυρίσει κοντά τους. Και θα πεθάνουν ελπίζοντας, επειδή η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.

Δεν υπάρχει πιο βαριά δυστυχία από το να θάβουν οι γονείς τα παιδιά. Και η μοίρα του νεαρού Ερμή σε αυτό το θέμα έδειξε ευαισθησία. Θα έλεγε κανείς πως σεβάστηκε τα γηρατειά των γονέων του. Να μην δουν το γιο τους νεκρό. Όμως από τον πόνο,  την πίκρα και την απογοήτευση που θα ένοιωθαν στην σκέψη ότι ο γιος τους τους ξέχασε, δεν θα μπορούσε ποτέ να τους προστατέψει. Και σε αυτήν την περίπτωση ο θάνατος είναι μια παρηγοριά. Ποιος ξέρει; Ίσως ο Ερμής και οι γέροντες γονείς του συναντηθούν σε μιαν άλλη διάσταση του σύμπαντος και λύσουν την παρεξήγηση.

 

Advertisements

Περί Μακεδονίας η γραφή

Το άρθρο που ακολουθεί αναφέρεται στο πρόβλημα της Μακεδονίας και αποτελεί μία παράμετρο αυτού που εδώ και δυο αιώνες το γνωρίζουμε ως Ανατολικό ζήτημα. Το έχει γράψει ο Σταμάτης Μούντριχας,  είναι πολύ σύντομο και ουσιαστικό και το αναρτώ, έχω την άδειά του γι αυτό, και όποιος νομίζει ότι έχει κάτι να πει, να το κάνει. Εννοείται ότι εγώ δεν πρόσθεσα ούτε αφαίρεσα τίποτε στο κείμενο του  Σταμάτη Μούντριχα.  

Το πρόβλημα για την ονομασία των Σκοπίων, πρέπει να λυθεί. Πρέπει να λυθεί, με την καλύτερη δυνατή λύση για τα συμφέροντα της χώρας και για αυτό χρειάζεται Εθνική συνεννόηση και η μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση.
Είναι αδιανόητο να παίζονται κομματικά, μικροπολιτικά παιχνίδια, με αφορμή τα Εθνικά θέματα.
Δεν νομίζω να υπάρχει έστω και ένας Έλληνας, που να έχει διαφορετική άποψη για την Ελληνικότητα της Μακεδονίας.
Ούτε η Ιστορία, ως επιστήμη, νομίζω ότι διαφωνεί.
Παρ όλα αυτά, το πρόβλημα είναι υπαρκτό και όποιος , όπως εγώ, ταξιδεύει στο εξωτερικό, συνεργάζεται και συναλλάσσεται με ξένους, γνωρίζει ότι όλοι πλην ημών, αποκαλούν τα Σκόπια με το όνομα Μακεδονία.
Θα ρωτήσει κανείς ότι εφ΄όσον όλοι Έλληνες και ξένοι, με βάση την Ιστορία γνωρίζουμε την αλήθεια, πως φτάσαμε στο σημείο, τόσο η διεθνής κοινότητα, όσο και οι γείτονες να την αμφισβητούν??? Πως τα συμφέροντα των μεγάλων στην περιοχή και η προπαγάνδα, δημιούργησαν τετελεσμένα γεγονότα και για το δίκαιο της χώρας μας, βρισκόμαστε σήμερα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων????
Δυστυχώς στην χώρα μας, τα κομματικά συμφέροντα, ήταν πάντοτε πάνω από τα Εθνικά και η εξωτερική πολιτική ανεπαρκής και πάντοτε υποταγμένη στα συμφέροντα των προστατών της εκάστοτε εξουσίας.
Αν παρακολουθήσει κανείς την στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης για το θέμα, εύκολα διαπιστώνει ότι τα παθήματα δεν γίνονται μαθήματα, ιδιαίτερα για τα κόμματα που φέρουν ακέραια την ευθύνη για την Εθνική στάση και την εξωτερική πολιτική, από τον Β Παγκόσμιο πόλεμο και μετά.
Δεν ακυρώνω, ούτε ωραιοποιώ την στάση των αριστερών κομμάτων, που κατά την γνώμη μου, δεν ανήλθαν στο ύψος των περιστάσεων, την στιγμή που έπρεπε.
Μπορεί να υπερασπίζομαι με δύναμη την ιδεολογική μου θέση, όμως με πολύ μεγαλύτερη θα υπερασπίζομαι την πατρίδα και το Εθνικό μας συμφέρον.
Καλώ τους συμπατριώτες μου να κάνουν το ίδιο.

Κριτική στο βιβλίο μου: Συνομιλώντας με την ποίηση

Από την εισαγωγή του βιβλίου

 

Αν υπάρχει τέχνη που να μπορεί να μεταφράζει τους ήχους και την σιωπή, την παρουσία  και την απουσία, το ανομολόγητο, το άφατο, το άρρητο, το όνομα του Θεού, που δεν επιτρέπεται να προφέρουν οι αμύητοι, αυτό είναι η ποίηση. Γιατί η ποίηση έχει δύναμη. Δύναμη που την αντλεί από την αγωνιώδη προσπάθεια του ποιητή να μιλήσει για την αλήθεια του κόσμου, όπως στην δική του συνείδηση προβάλλεται. Την αντλεί ακόμη από την προσπάθεια του  ποιητή να μας γνωρίσει τον κόσμο του, χωρίς το έργο του ως καταστάλαγμα ψυχής να υστερεί σε ενότητα και διαύγεια.

Η ποίηση είναι δημιουργία, δημιουργία ενός νέου κόσμου που προβάλλει μέσα από το ποιητικό κείμενο. Και ο ποιητής είναι δημιουργός, δημιουργός κειμένων που αποκαλύπτουν νέους κόσμους σε μιαν άλλη οπτική γωνία, μέσω ενός συγκεκριμένου ποιητικού κειμένου με τις σκέψεις και τα συναισθήματα, τις ευαισθησίες και τις εκτιμήσεις, με την τόλμη, την αποκοτιά ή και την πρόκληση του ποιητή.  Όλη η διαδικασία δημιουργίας ενός ποιητικού κειμένου είναι μια ψυχοπνευματική πάλη του δημιουργού να δαμάσει και να υποτάξει με λέξεις, ό,τι ξεκινάει εξ ορισμού να είναι μια υπέρβαση τού καθημερινού, συμβατικού, εκλογικευμένου και τυποποιημένου κόσμου της πραγματικότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο το πνεύμα του ποιητή γίνεται η δύναμη που, μέσα από μονοπάτια δικής της έκφρασης, τον οδηγεί σε αναζήτηση των κοινών νόμων και κανόνων που διέπουν τον αγώνα ενός λαού για την έκφραση της πνευματικής και της πολιτιστικής του ταυτότητας. Γίνεται έτσι η ποίηση το μέσον για να εκφραστεί με τον λόγο «το κοινό και το κύριο» ενός λαού, όπως χαρακτηριστικά ορίζει ο Διονύσιος Σολωμός. Σε αυτό το πνεύμα ο αγώνας του ποιητή αποκτά περιεχόμενο. Στοχεύει να συλλάβει το συλλογικό ασυνείδητο του λαού του και να το μετουσιώσει σε ποιητικό έργο με ρυθμό και αρμονία. Γιατί η ποίηση έχει μέτρο, ρυθμό, αρμονία και απαγγέλλεται αρμονικά με μέτρο και ρυθμό.

Η κριτική

Μπούσουλας και τροφή σκέψης το τελευταίο βιβλίο της Χρ.Χρονοπούλου

Διαβάζοντας κάποιος το τελευταίο βιβλίο της φιλολόγου Χρύσας  Χρονοπούλου  με τίτλο ΄΄Συνομιλώντας με την ποίηση΄΄ διαπιστώνει πως δημιουργεί ερεθίσματα για στοχασμό, σκέψη, αναστοχασμό. Από το βιβλίο της ΄΄περνούν΄΄ ποιητές  με τεράστιο ποιητικό μέγεθος, όπως ο Καβάφης, ο Σεφέρης, ο Αναγνωστάκης, ο Κάλβος, ο Καρυωτάκης, ο Σαχτούρης κ.α.  Μεγέθη που έχουν αντέξει στο χρόνο, που έχουν να πουν πολλά σε ανθρώπους, πέρα από κοινωνική τάξη, ηλικία, ιδεολογία, στερεότυπα.  Η Χρύσα Χρονοπούλου, όμως,  στο ίδιο βιβλίο περνά σε πιο σύγχρονους από τους παραπάνω ποιητές, όπως η Δημουλά, ο Πατρίκιος, η Γώγου, αλλά και σε άλλους που πρόκειται να αναμετρηθούν με το χρόνο μέσα από  την ποιητική αντοχή τους σε αυτόν, όπως η Βλαχάκη και ο Στίγκας. Το πάντρεμα  των παραπάνω ποιητών, γίνεται από τη Χρύσα Χρονοπούλου με τρόπο που δεν ξενίζει, πραγματώνεται  σχεδόν ανεπαίσθητα, με τρόπο που κάνει τον αναγνώστη να θεωρεί τους ποιητές που παραθέτει ως μια συνέχεια, σύμφωνα όχι απλώς με το χρόνο, αλλά με τις ιδεολογικές  και κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που επικρατούν.

Το σημαντικότερο στοιχείο που χαρακτηρίζει το βιβλίο, κατά τη γνώμη μου, είναι πως μπορεί να αποτελέσει μπούσουλα, πυξίδα ακόμα και για κείνους που η σχέση που έχουν με την ποίηση είναι μικρή ή και μηδαμινή. Μπορεί να  μυήσει στα βαθιά νερά της ποίησης ανθρώπους που έχουν ανησυχίες, προβληματισμούς μιας και τα στοιχεία που δίνει η Χρύσα Χρονοπούλου  σε κάθε ποίημα ξεχωριστά αποτελούν προσεγγίσεις που δίνουν διαφώτιση με τρόπο που δεν πατρονάρει τον αναγνώστη , αλλά του δίνει αχτίδες  ώστε να ψαχτεί με τα ποιήματα του βιβλίου.

Συμπερασματικά, το βιβλίο της Χρύσας Χρονοπούλου  είναι  μια χρήσιμη παρακαταθήκη για μυημένους και μη στην ποίηση, γι΄ αυτούς που ψάχνονται και γι΄ αυτούς που θέλουν να μπουν στα ποιητικά μονοπάτια.

Γιώργος Ιγνατίου, δημοσιογράφος

Άνθιμος Ιωάννου, Αναζητούνται άνθρωποι

Το ποίημα

Αναζητούνται άνθρωποι,
ζητούνται αισθηματίες,
που κρύφτηκαν, που χάθηκαν,
ποιές είναι οι αιτίες,

πάγωσαν τα αισθήματα,
και οι ψυχές κρυώσαν,
κάτι συνέβη ξαφνικά,
γύρω όλα νεκρώσαν,

αναζητούνται αληθινοί,
άνθρωποι αν υπάρχουν,
και αν βρεθούν κάπου στην γη,
μες στην καρδιά τους νάχουν,

αυτό που λέμε ανθρωπιά,
αυτό που λέμε αγάπη,
να νοιάζονται και να πονούν,
και να σηκώνουν βάρη,

να ξαλαφρώνουν τις ψυχές,
κι όσες καρδιές πονάνε,
να αγκαλιάζουν τρυφερά
και να χαμογελάνε,

αναζητούνται άνθρωποι,
νάρθουν να ανταμώσουν,
όσους πεινούν, κι όσους διψούν,
και να τους ξαλαφρώσουν,

να χαιδέψουνε ψυχές,
χορδές καρδιάς ν αγγίξουν,
πόρτες που κλείσαν κάποτε,
με αγάπη να ανοίξουν.

Προσέγγιση

Το ποίημα μας φέρνει στον νου τον Διογένη τον κυνικό φιλόσοφο, που γύριζε με ένα φανάρι στους δρόμους των Αθηνών και όταν τον ρωτούσαν τι έψαχνε, απαντούσε:  Άνθρωπο ζητώ.

Ακόμη μια ατάκα του Διογένη, από τις πολλές που σώζονται.

Ο Διογένης, κάποτε, στάθηκε μπροστά σε ένα άγαλμα  και ζητούσε ελεημοσύνη. Όταν τον ρώτησαν γιατί το κάνει αυτό, εκείνος απάντησε: «μελετῶ ἀποτυγχάνειν» (μαθαίνω να χάνω).

Δυο λόγια για τον Διογένη από την Σινώπη του Πόντου. Καλά καταλάβαμε. Ο Διογένης ο κυνικός φιλόσοφος ήταν Πόντιος και έζησε τον 4ο π. Χ. αι.

Ο Διογένης ασχολήθηκε αποκλειστικά με τα κοινωνικά και τα ηθικά προβλήματα της κοινωνίας. Η διδασκαλία του  αντιμαχόταν την τάξη που επικρατούσε τότε. Επιθυμία του ήταν να αλλάξει την ανθρώπινη κοινωνία που είχε διαφθαρεί. Αυτό κατά τη γνώμη του θα γινόταν δυνατόν αν ο άνθρωπος επέστρεφε στη φύση. Πίστευε, δηλαδή, πως ο άνθρωπος βρίσκει την ανθρωπιά του μέσα στον  φυσικό τρόπο ζωής.

Η ποίηση εκφράζει το ανείπωτο

Ερ.  Η ποίηση εκφράζει το ανείπωτο, δλδ αυτό που δύσκολα εκφράζουν οι άνθρωποι στην καθημερινότητα;

Απ. Η ποίηση μπορεί  να εκφράσει αυτό που οι άνθρωποι δυσκολεύονται για κάποιους λόγους να φέρουν προς τα έξω. Αν η ποίηση δεν εκφράσει το ανείπωτο, δεν μπορεί να μετουσιώσει την ζωή. Θα θυμίσω τα λόγια της Κικής Δημουλά, που κάπου  διάβασα.

«Η ποίηση είναι τα μέσα της έναρθρης γλώσσας με τα οποία προσπαθεί να απεικονίσει ό,τι στα σκοτεινά επιχειρούν να εκφράσουν τα δάκρυα, οι σιωπές, οι στεναγμοί, οι θωπείες, η κραυγή».

Ανείπωτο είναι αυτό που δεν μπορεί, δεν είναι δυνατόν ή δεν πρέπει να ειπωθεί, να λεχθεί, να έλθει προς τα έξω. Αυτό που  κάποιοι λόγοι θρησκευτικοί ή κοινωνικοί ή προσωπικοί-συναισθηματικοί απαγορεύουν να λέγεται, να υμνείται, να διατυμπανίζεται. Σε αυτήν την περίπτωση το άρρητο έχει τους δικούς του κανόνες και οι άνθρωποι συνήθως υπακούουν στους κανόνες που το επιβάλλουν. Θα σκύψουν στο ανείπωτο και θα σιωπήσουν. Ο ποιητής όμως δεν είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Ο ποιητής αισθάνεται την ανάγκη να αγγίξει το αμετουσίωτο, το άρρητο. Και το εκφράζει. Ο Βύρων Λεοντάρης υποστηρίζει ότι το «ανείπωτο» επίμονα και αέναα θα ξεγλιστρά από τη γλώσσα του ποιητή και κυρίως από τη συνείδησή του. Αν η ποιητική γραφή δεν αγγίξει το ανείπωτο, το ποίημα θα μοιάζει με τα «Λόγια που σηκώθηκαν κι έφυγαν στη μέση μιας συνομιλίας». Γιατί ἡ ουσία της ποίησης διαμορφώνεται ανάμεσα σε ό,τι μπορεί να εκφραστεί και σ’ αυτό που παραμένει ανέκφραστο.

Παράπονο

Αυτό το ναι…

Δε σε ρωτάω πως σε λένε
ούτε που μένεις, πως περνάς
αν έχεις όνομα και πλούτη
μόνο αν ξέρεις ν’ αγαπάς

Μη ψάχνεις λέξεις ν’ απαντήσεις
ψέματα μου ‘πανε πολλοί
άσε τα μάτια να μιλήσουν
θα τα πιστέψω πιο πολύ

Αυτό το ναι, το μεγάλο ναι της ζωής
αυτό το ναι, που ποτέ δε μου ‘πε κανείς
Αυτό το ναι, το μεγάλο ναι της ζωής
αυτό το ναι, που ποτέ δε μου ‘πε κανείς

Δε σε ρωτώ από που ήρθες
ούτε που σκέφτεσαι να πας
αν έχεις στη ζωή πετύχει
μόνο αν ξέρεις ν’ αγαπάς

Μην απαντήσεις με τα χείλια
τα λόγια ψεύτικα θα βγουν
άσε τα μάτια να μιλήσουν
δεν ξέρουν ψέματα να πουν

Αυτό το ναι, το μεγάλο ναι της ζωής
αυτό το ναι, που ποτέ δε μου ‘πε κανείς
Αυτό το ναι, το μεγάλο ναι της ζωής
αυτό το ναι, που ποτέ δε μου ‘πε κανείς.

 

Το τραγούδι είναι λαϊκό και το τραγούδησε πρώτος ο Δημήτρης Μητροπάνος το 1978.  Είναι από το προσωπικό του άλμπουμ, Παράπονο. Τους στίχους στο συγκεκριμένο τραγούδι  έγραψε ο Μάνος Κουφιανάκης και την μουσική ο συνθέτης Καραχάλιος Νίκος.

Οι στίχοι του τραγουδιού μιλούν για την αληθινή αγάπη. Στην ερώτηση: μ’ αγαπάς;  Αν η απάντηση είναι ναι, αυτό το ναι πρέπει να είναι  αληθινό, να βγαίνει από την καρδιά.

 

Οι μύθοι και οι άνθρωποι τότε και τώρα. Συνέντευξη 1η

Ερώτηση 1.

Στο βιβλίο σας εκφράζετε την επιθυμία να διαβαστεί από νέους  9 ως 99 ετών.  Γιατί και πώς το πετυχαίνετε?

Απάντηση: Επιθυμία μου πράγματι είναι το βιβλίο να φτάσει σε  όλες τις ηλικίες των ανθρώπων. Για την επιτυχία του στόχου μου, επέλεξα  δύο πρόσωπα από την μυθολογία να μιλήσουν για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της ανθρωπότητας. Επέλεξα τον Τιτάνα Υπερίωνα, γιο του Ουρανού και της Γαίας, ο οποίος είχε την ικανότητα να πετά ψηλά στο στερέωμα και από εκεί να μπορεί να βλέπει τα πάντα και να μας τα παρουσιάζει. Συνομιλεί με την μητέρα του Γαία, την πρώτη κοσμοκρατόρισσα, μάνα και σύζυγο του Ουρανού. Αυτή μπορεί να βλέπει και να γνωρίζει  τα πάντα, αφού απλώνεται παντού στον πλανήτη και τον κόσμο, και έχει την ικανότητα να προφητεύει. Η συνομιλία τους γίνεται με διαλόγους, που δίνουν ζωντάνια και αμεσότητα στο κείμενο και στις δράσεις. Δεν αλλάζουμε τα γεγονότα της μυθολογίας, αλλά όταν χρειάζεται, για τις ανάγκες της εξέλιξης της ιστορίας, γίνονται με πολύ προσοχή και σεβασμό κάποιες παρεμβάσεις.

Την επιτυχία του βιβλίου την στηρίζουμε ακόμη στην ίδια την μυθολογία. Γνωρίζουμε ότι η μυθολογία μιλάει με πολλούς τρόπους και με πολλές γλώσσες σε όλους τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι γοητευόμαστε από τους μύθους και προσπαθούμε μέσα από αυτούς να δώσουμε τις δικές μας ερμηνείες για τον κόσμο που μας περιβάλλει  και την ιστορία του. Οι μύθοι τι κάνουν; Μας δίνουν πληροφορίες για την δημιουργία του κόσμου. Την ερμηνεία του κόσμου μέσα από τους μύθους την ακούμε καλύτερα, με περισσότερη προσοχή. Ας φανταστούμε μέσα από τις περιγραφές αυτών που έγραψαν για τα μυστήρια επιχειρώντας να τα αναβιώσουν, όπως τα Ελευσίνια,  και ας ακροαστούμε το περιεχόμενο των δράσεων που συνέβαιναν εκεί. Δεν είναι φυσικό μέσα από τον μυητικό λόγο και την θεατρική δράση να προσπαθούν να δώσουν ερμηνεία στην δημιουργία του κόσμου;

Το  λέει άλλωστε και ο μεγάλος μας ποιητής Γιώργος Σεφέρης σε ένα του ποίημα. «Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές, είναι γιατί τ’ ακούς καλύτερα». Αυτό σημαίνει ότι ιχνηλατώντας στην μυθολογία δίνουμε περισσότερο χρόνο και χώρο στην σκέψη και στον προβληματισμό μας και ταυτόχρονα δίνουμε και την ευκαιρία στον εαυτό μας να δώσει τις δικές του απαντήσεις  πάνω στο αιώνιο μυστήριο της ζωής και του θανάτου, της δημιουργίας και της προέλευση του ανθρώπου και του κόσμου. Άρα οι μύθοι, που δεν είναι βέβαια παραμύθια, αλλά λόγοι μυητικοί για τον άνθρωπο και τον κόσμο του, έχουν την δύναμη να μας γοητεύουν και να μας προβληματίζουν από την στιγμή που αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο ως την στιγμή που τον εγκαταλείπουμε.

Θα ήθελα, πριν κλείσω το μέρος αυτό της συνέντευξης να δώσω την ετυμολογία των όρων μύθος και τέρας.

Σημεία και τέρατα είναι μια φράση καθημερινής αγανάκτησης, που προκύπτει από την δική μας πραγματικότητα. Τι έρχεται, άραγε, στον νου μας, όταν ακούμε την λέξη τέρας; Ας δούμε το λεξικό. Τέρας σημαίνει κάθε τι το ασυνήθιστο. Ένα ασύνηθες φαινόμενο, υπεργήινο, φοβερό, θαυμαστό, μέγα. Ένα γέννημα τερατώδες, όπως οι Γίγαντες, οι Κύκλωπες, ο Τυφώνας, οι Ερινύες, η Μέδουσα και τόσα άλλα, που διασώζει η ελληνική και η παγκόσμια μυθολογία, που η όψη του μας κόβει την ανάσα και μας δημιουργεί αποτροπιασμό. Είναι λοιπόν το κάθε τέρας σημείο τρομακτικό και απειλητικό. Δηλώνει κάτι το άσχημο, το απαράδεκτο, το ευρισκόμενο εκτός των κοινωνικών κανόνων, άρα και  μη αποδεκτό.  Γιατί στην παρουσία και μόνον του τ-έρατος σταματάει η επιθυμία, ο έρωτας,  το ἐρᾶν, η δημιουργία.  Διότι ο έρωτας είναι μοχλός δημιουργικότητας.  Αντίθετα το τέρας, το κάθε τέρας του μυθου και της πραγματικότητας σφραγίζει τις θύρες της φαντασίας και του ονείρου.

Μύθος  θα πει λόγος, ομιλία, συνομιλία, αγόρευση, υπόθεση, απόφθεγμα. Η ελληνική γλώσσα όμως έχει πολλές λέξεις για να δηλώσει την έννοια του λόγου, του ὁμιλεῖν. Αριθμήσαμε ήδη έξι και υπάρχουν κι άλλες συγγενείς έννοιες. Άρα κάτι άλλο υποκρύπτεται, κατά την γνώμη μας, κάτω από την λέξη μύθος.  Ανατρέχουμε λοιπόν στην ρίζα της λέξης που είναι μυ-, η οποία μας οδηγεί και στο ρήμα μύ-ω που σημαίνει κλείνω τα μάτια και το στόμα, κρατώ κλειστά τα μάτια και το στόμα και δεν μιλώ. Επίσης από την ίδια ρίζα έχουμε και το ρήμα μυέ-ω, μυῶ που σημαίνει κατηχώ, διδάσκω, από όπου και η λέξη μύηση, κατήχηση, διδασκαλία. Μοιραία λοιπόν καταλήγουμε  στο συμπέρασμα ότι μύθος σημαίνει τον μυητικό λόγο, τον λόγο τον θεϊκό. Γιατί τον θεϊκό λόγο μόνον  οι μυημένοι θνητοί μπορούν να τον ακούσουν, να τον γνωρίσουν και να τον καταλάβουν. Άλλωστε ο μύθος βιωνόταν κυρίως μέσα από το μυητικό θέατρο, το οποίο ήταν μέρος των μυστηρίων και βοηθούσε τον άνθρωπο να εξαγνίσει τον εαυτό του από τις ανάγκες των χοϊκών του στοιχείων, που τον οδηγούσαν προς τα κάτω, προς την γη. Συνεπώς μυθολογία σημαίνει συλλέγω και διηγούμαι θεϊκούς λόγους, τους οποίους διέσωσαν για μας τους ανθρώπους οι θεοί και διέδωσαν μέσω των μυστηρίων. Βεβαιώνεται έτσι το ενδιαφέρον και η αγάπη των ανθρώπων για τους μύθους. Επομένως με την ερμηνεία του μύθου ως μυητικού λόγου νομίζουμε ότι μπορούμε ουσιαστικότερα και βαθύτερα να προσεγγίσουμε την μυθολογία των λαών. Διότι ο ρόλος του μύθου αποβλέπει στην εναρμόνιση του ανθρώπου με τον εαυτό του και στην συνειδησιακή του εξέλιξη. Επιστήμονες, ψυχολόγοι, φιλόλογοι και ερευνητές σκύβουν θρησκευτικά επάνω στους μύθους, τους μελετούν και κρατώντας ο καθένας το δικό του κλειδί προσπαθεί να τους ξεκλειδώσει και να τους  ερμηνεύσει.  Πράξη που βεβαιώνει πως ο μύθος προσφέρει ένα πολυδύναμο πεδίο έρευνας, το οποίον επιδέχεται πολλές ερμηνείες σε πολλά επίπεδα. Γιατί κάθε μύθος είναι μια κοσμική, μια ψυχολογική αλλά και μια υλική πραγματικότητα.