Ίβυκος, Ἔρος αὖτέ με κυανέοισιν ὑπό

 

Ἔρος αὖτέ με κυανέοισιν ὑπό

βλεφάροις τακέρ’ ὄμμασι δερκόμενος

κηλήμασι παντοδαποῖς ἐς ἄπει-

ρα δίκτυα Κύπριδος ἐσβάλλει·

ἦ μάν τρομέω νιν ἐπερχόμενον,

ὥστε φερέζυγος ἵππος ἀεθλοφόρος ποτί γήραι

ἀέκων σύν ὄχεσφι θοοῖς ἐς ἅμιλλαν ἔβα.

Απόδοση Ι. Δημητρίου

Και να που ο έρωτας κάτω από σκούρες

κοιτάζοντάς με βλεφαρίδες

με τα μάτια του με λιώνει

και με γητειές ποικίλες στ’ ατελείωτα

δίχτυα της Κύπριδος με ρίχνει.

Τον βλέπω νά  ‘ρχεται και τρέμω

σαν άλογο που με βραβεία πολλά τιμήθηκε

και τώρα στα γεράματά του ζεμένο πάλι στον ζυγό

αθέλητα μπαίνει στον στίβο κοντά σε άλλα γρήγορ’

άρματα ν΄ αγωνιστεί

Προσέγγιση

Ο ποιητής, όπως φαίνεται,  έχει ξεχάσει τι σημαίνει να αγαπάς και να αγαπιέσαι, να ερωτεύεσαι και να σε ερωτεύονται. Έχει βγάλει από την μνήμη του και την καρδιά του τον γιο της Αφροδίτης και του Άρη. Ίσως να πέρασε πολύς καιρός από την τελευταία του αγάπη. Ας θυμηθούμε εμείς.

Ο επικρατέστερος μύθος υποστηρίζει ότι ο Έρως γεννήθηκε από τη συνεύρεση της Αφροδίτης με τον Άρη ένα ωραίο βράδυ του καλοκαιριού. Ως γνήσιος γιος της θεάς της ομορφιάς και του θεού του πολέμου, ο Έρως έγινε ο θεός του πόθου, του έρωτα και της σεξουαλικής δραστηριότητας. Ήταν πανέμορφος, αλλά και μόνιμη πηγή μπελάδων τόσο για θεούς όσο και θνητούς.

Αυτό φοβάται και ο  Ίβυκος. Τις πληγές που ανοίγει ο Έρωτας , όταν τα χρυσά του βέλη χτυπήσουν στην καρδιά. Διότι ο Έρως έχει δυο ειδών βέλη: τα χρυσά με φτερά περιστεριών και τα άλλα με φτερά κουκουβάγιας. Τα βέλη με τα χρυσά φτερά των περιστεριών κυρίως ρίχνει στις καρδιές  θνητών και αθανάτων, ώστε να διεγείρει τα ερωτικά τους συναισθήματα.

Οι αρχαίοι τραγικοί ποιητές  έδιναν ιδιαίτερη σημασία  στο θεόν Έρωτα. Ο Ευριπίδης διαχωρίζει τον έρωτα σε θετική και αρνητική δύναμη, διότι μπορεί να οδηγήσει τόσο στην αρετή όσο και στην αθλιότητα. Ο Πλάτων  επίσης θεωρεί ότι ο  έρωτας είναι και καλός  και κακός. Θεωρεί κακό τον έρωτα, μόνον όταν είναι γιος της Αφροδίτης Πανδήμου.  Παρουσιάζει τον Έρωτα ως γιο του χάους, που ωστόσο ενσαρκώνει την αρμονία.

Ο ήρωας του ποιητή  δεν φοβάται τόσο τον έρωτα, όσο τον καιρό που πέρασε και δεν τον βοηθά να τον παλέψει. Δαμασμένος από τον χρόνο ο άντρας τον βλέπει  στα σκούρα μάτια της όμορφης κοπελιάς να τον πλησιάζει με επιθετικές διαθέσεις, διαισθάνεται πως επιθυμεί να τον κυριεύσει και να τον καταβάλει και νοιώθει αδύναμος. Γιατί και ο ήρωας του ποιήματος ζητάει και επιθυμεί τα πάντα από τον έρωτα, αλλά δεν μπορεί να τα διεκδικήσει. Με νάζια και γητειές τον μαγνητίζει η όμορφη νεαρή, αποτελειώνει και τις τελευταίες του αντιστάσεις με τα σκέρτσα της και τον σπρώχνει δυναμικά στην αγκαλιά της Κύπριδας, στην αγκαλιά της.  Την περιτριγυρίζουν όμως τόσοι άλλοι νεώτεροί του άνδρες και με την ομορφιά που τους δίνει το νεαρό της ηλικίας τους, που δεν τολμά να συγκριθεί μαζί τους.  Τρέμει από ντροπή και αδυναμία, σαν το άλογο που κέρδισε πολλά βραβεία στα νιάτα του, αλλά τώρα που γέρασε δεν μπορεί να νικήσει πάλι και μάλιστα άλογα νεώτερά του στην ηλικία.

Πόσο άσχημα αισθάνεται ο μέσης ηλικίας άνδρας, όταν δεν μπορεί να αποδείξει ότι είναι ακόμα κυνηγός στο ερωτικό παιχνίδι, ότι παραμένει το αρσενικό που μάχεται για το  θηλυκό, το διεκδικεί και το απολαμβάνει. Οποία ντροπή να διστάζει από αδυναμία και φόβο για την αποτυχία μπροστά στα νάζια μιας νεαρής όμορφης κοπελιάς, που τον προκαλεί και περιμένει από εκείνον να πάρει την πρωτοβουλία. Με τί κότσια να της αποδείξεις ότι και θέλει και μπορεί;

Αχ, νά ‘σαν τα νιάτα δυο φορές, τα γηρατειά καμία.

Ο Ποιητής

Ο Ίβυκος  ήταν αρχαίος Έλληνας λυρικός ποιητής  από το Ρήγιο της Μεγάλης Ελλάδας. Η ακμή του τοποθετείται στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. Είναι η εποχή που τύραννος στην Σάμο ήταν ο Πολυκράτης,  και στην αυλή του έζησε πολύ χρόνο. Ο Ίβυκος γεννήθηκε όταν ο Στησίχορος ήταν πια γέρος. Προερχόταν από αριστοκρατική γενιά. Επέλεξε όμως να φύγει από την πατρίδα του και να επισκεφθεί διάφορες χώρες. Σε κάποιο από τα ταξίδια του, όπως αναφέρει ο επιγραμματοποιός Αντίπατρος ο Σιδώνιος, δολοφονήθηκε από ληστές στην Κόρινθο. Επειδή κανένας μάρτυρας δεν υπήρχε εκεί για να καταγγείλει τον φόνο του, ο Ίβυκος επικαλέσθηκε τους γερανούς που εκείνη τη στιγμή πετούσαν από πάνω του, να τιμωρήσουν τους δολοφόνους του. Μετά από καιρό, ένας από τους ληστές εκείνους, όντας στην Κόρινθο, μόλις είδε γερανούς είπε στους άλλους: «Ιδέ αι Ιβύκου έκδικοι.» Κάποιος τον άκουσε και έτρεξε και τον κατάγγειλε. Οι δολοφόνοι πιάστηκαν και τιμωρήθηκαν. Η παράδοση αυτή αναπτύχθηκε σε παραλλαγές και από μεταγενέστερους συγγραφείς και η φράση «οι γερανοί του Ιβύκου» έμεινε παροιμιώδης στους αρχαίους Έλληνες για την ανακάλυψη εγκλημάτων μετά από θεία επέμβαση.

Ο Ίβυκος έγραψε επτά ποιητικά βιβλία. Από αυτά όμως διασώθηκαν λίγα μόνον αποσπάσματα. Ακέραιοι βρίσκονται σήμερα μόλις 40 στίχοι του. Από τα ποιήματά του σημαντικότερα θεωρούνται τα ερωτικά, για την πρωτοτυπία και το θερμό τους συναίσθημα. Έγραψε επίσης  θρησκευτικούς ύμνους καθαρά ανθρωποκεντρικούς συμβάλλοντας στην γέννηση του εγκωμίου. Τα ποιήματά του επηρεάζονται από την τεχνοτροπία της λεσβιακής-αιολικής σχολής και από την δωρική, καθώς μιμήθηκε τόσο τον Στησίχορο όσο και την Σαπφώ και θεωρείται συνδετικός κρίκος ανάμεσα στα δύο ποιητικά ρεύματα. Η ποίησή του διακρινόταν για τη μεγάλη περιγραφική της δύναμη και την έντεχνη κατασκευή των στροφών.

 

Ανακρέων, πολιοί μέν ημîν ήδη

Το ποίημα

πολιοί μέν ημîν ήδη

κρόταφοι κάρη τε λευκόν,

χαρίεσσα δ’ ουκέτ’ ήβη

πάρα, γηραλέοι δ’ οδόντες,

γλυκερού δ’ ουκέτι πολλός

βιότου χρόνος λέλειπται.

διά ταύτ’ ανασταλύζω

θαμά Τάρταρον δεδοικώς.

Αίδεω γάρ εστί δεινός

μυχός, αργαλή δ’ ες αυτόν

κάτοδος. καί γάρ ετοίμον

καταβάντι μή αναβήναι.

Απόδοση: Μ. Ζ. Κοπιδάκης

Γκρίζοι οι κρόταφοί μου πια

Λευκά και τα μαλλιά μου,

Έφυγε η θελκτική μου νιότη

Σάπια τα δόντια μου,

Απ’ την γλυκειά ζωή

Λίγος καιρός μου απομένει.

Συχνά βαριά αναστενάζω,

Γιατί τον Τάρταρο φοβούμαι.

Είναι φρικτή η άβυσσος του Άδη

Και το ταξίδι για κει κάτω θλιβερό,

Και είναι βέβαιο: αν κατεβείς,

δεν ανεβαίνεις πια επάνω.

Η προσέγγιση.

Γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα, τραγουδά ο σύγχρονος εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός. Στο απόσπασμα όμως του Ανακρέοντα δεν είναι μόνον ο θάνατος αβάσταχτο καημός και δρόμος χωρίς επιστροφή. Είναι και τα γηρατειά εξίσου πικρά και θλιβερά, γιατί οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στον θάνατο.

Αν κοιτάξουμε το ποίημα στην πρωτότυπη μορφή του θα διαπιστώσουμε ότι είναι γραμμένο σε δέκα στίχους. Οι δέκα αυτοί στίχοι είναι τόσο καλά μοιρασμένοι, ώστε να μην αφήνουν περιθώρια ελπίδας ή αισιοδοξίας. Τέσσερις στίχοι για τα συναισθήματα που γεννούν στον άνθρωπο τα μη αναστρέψιμα γηρατειά και τέσσερις στίχοι για τα συναισθήματα που γεννά στον άνθρωπο η σκέψη για τον μη αναστρέψιμο θάνατο. Και ακριβώς ανάμεσα, δύο στίχοι που οδηγούν σαν τον Ερμή τον ψυχοπομπό από το γήρας στον θάνατο.

γλυκερού δ’ ουκέτι πολλός

βιότου χρόνος λέλειπται.

Απόδοση

Απ’ την γλυκειά ζωή

Λίγος καιρός μου απομένει.

Στους τέσσερις πρώτους στίχους ο λυρικός ποιητής μας δίνει τα βασικά σημάδια του γήρατος. Γκρίζοι κρόταφοι, άσπρα μαλλιά και χαλασμένα δόντια. Πρόσωπο μαραμένο. Δείγμα ότι ο καιρός της νιότης και της ζωής πέρασε ανεπιστρεπτί. Όμως εκείνο που θλίβει περισσότερο δεν είναι τόσο τα λευκά μαλλιά και οι ρυτίδες, όσο η συνειδητοποίηση ότι το γήρας  φέρει πιο κοντά στον θάνατο, σκέψη που γεννά πολλή μεγάλη θλίψη. Ο φόβος του θανάτου είναι αβάσταχτος. Οι θνητοί άνθρωποι με την κοινή μοίρα του θανάτου, το γνωρίζουν καλά. Η κατάβαση στον Άδη, η μετάβαση στον σκοτεινό Τάρταρο είναι πορεία  χωρίς επιστροφή. Και στην σκέψη μόνον ότι δεν θα ξαναδεί ο θνητός  ό,τι έβλεπε, όσο ήταν ζωντανός, νοιώθει αβάσταχτο πόνο και πίκρα.

Ο ποιητής, όπως και κάθε θνητός άνθρωπος ξέρει. Δεύτερη ζωή δεν έχει.

Ο ποιητής

Ο ποιητής Ανακρέων γεννήθηκε στην Τέω της Ιωνίας το 572 και πέθανε στην γενέτειρά του το 485 π.Χ. Θεωρείται κορυφαίος της συμποσιακής Λυρικής ποίησης.  Όταν η Τέως περιήλθε στους Πέρσες έζησε στα Άβδηρα της Θράκης. Η φήμη του ως ποιητή τον έφερε αρχικά στην αυλή του Πολυκράτη της Σάμου, αργότερα του Πεισιστρατίδη Ιππία της Αθήνας, ίσως και για ένα διάστημα στην αυλή των Αλευβάδων της Θεσσαλίας και τέλος στους αριστοκρατικούς κύκλους της κλασικής Αθήνας. Κατηγορήθηκε από τους μεταγενέστερους σαν ένας μέθυσος αυλικός στιχοπλόκος υμνωδός του κρασιού και του ερωτισμού. Οι Αλεξανδρινοί όμως φιλόλογοι τον θεωρούν δάσκαλο του μέτρου και τον κατατάσσουν στον κανόνα των «9 λυρικών ποιητών» μαζί με την Σαπφώ, τον Αλκαίο, τον Πίνδαρο κ.ά..

Το ενδιαφέρον των φιλολόγων για την Λυρική ποίηση αναζωπυρώνεται την περίοδο της αναγέννησης, επειδή η Λυρική ποίηση αποτελεί σταθμό στην εξέλιξη του Ευρωπαϊκού πνεύματος. Κι αυτό, διότι η λυρική ποίηση τοποθετεί στο κέντρο του ιστορικού γίγνεσθαι το άτομο του οποίου η καθημερινή ζωή αποκτά αξία. Οι λυρικοί ποιητές προμηνύουν τον άνθρωπο – πολίτη που πρωτοστατεί στην γέννηση της δημοκρατίας και ανοίγει τους διαύλους της τέχνης και της επιστήμης. Ο Ανακρέων στον τομέα αυτόν, στην ανάδειξη του ανθρώπου ως φορέα της δημιουργίας, έχει παίξει σπουδαίο ρόλο με τους λυρικούς του στίχους.  Για την τέχνη του ο Πλάτων τον αποκαλεί σοφό ποιητή.

Η μελέτη των ποιημάτων του Ανακρέοντα επιβεβαιώνει ότι η ποίησή του είναι ένα τραγούδι υψηλής ποιότητας και ο δημιουργός της άνθρωπος με παιδεία και γνώση, με σκέψη απαλλαγμένη από τους φόβους και τις προκαταλήψεις. Αναζητεί την αλήθεια, υμνεί την ζωή μαζί με τα πάθη του έρωτα. Ποιήματα του με αναλλοίωτη την μουσική τους γλώσσα διασώζονται ανά τους αιώνες για να μας θυμίζουν ότι ο Διόνυσος, η Αφροδίτη, η οινοποσία, ο Έρωτας είναι τα μυστικά της ζωής, της ιδιοσυγκρασίας αλλά και της φιλοσοφίας του σημερινού Έλληνα. Μιας φιλοσοφίας που αντικρίζει τη ζωή με τις χαρές και τις λύπες αισιόδοξα, οδηγώντας σε μια «νηφάλια ευδαιμονία», όπου ο έρωτας με καταλύτη το κρασί γίνεται η αντίρροπη δύναμη της θλίψης, του φόβου και της υποταγής στον θάνατο.

 

 

Αρχίλοχος, κήδεα μέν στονόεντα…

 

Το ποίημα

κήδεα μέν στονόεντα,  Περίκλεες,  οὔτε τίς ἀστῶν

μεμφόμενος θαλίῃς τέρψεται οὐδέ πόλις·

τοίους γάρ κατά κῦμα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης

ἒκλυσεν, οἰδαλέους δ΄ ἀμφ’ ὀδύνης ἒχομεν

πνεύμονας. ἀλλά θεοί γάρ ἀνηκέστοισι κακοῖσιν

ὦ φίλ’ ἐπί κρατερήν τλημοσύνην ἒθεσαν

φάρμακον. ἄλλοτε ἄλλος ἒχει τόδε· νῦν μέν ἐς ἡμέας

ἐτράπεθ’ αἱματόεν δ’ ἕλκος  ἀναστένομεν,

ἐξαῦτις δ’ ἑτέρους ἐπαμείψεται.  ἀλλά τάχιστα

τλῆτε, γυναικεῖον πένθος ἀπωσάμενοι.

Απόδοση: Γιάννης Δάλλας

Κανείς πολίτης με τον νου στην συμφορά, γογγίζοντας,

δεν θα ξεδώσει, Περικλή, στο γλέντι, μήτε η πόλη.

Το κύμα του βουερού βυθού έπνιξε τέτοιους άντρες,

που  από το κλάμα είναι πρησμένα τα πνευμόνια μας.

Μα στ’ αθεράπευτα  δεινά, βοτάνι, φίλε,

την σιδερένια υπομονή οι θεοί μας δώρισαν.

Παντού χτυπάει η συμφορά, που τώρα στράφηκε

σε μας και για την ανοιχτή πληγή μοιρολογάμε.

Μα πάλι σ’ άλλους θα τραβήξει. Φίλοι, γρηγοράτε.

Κάντε καρδιά κι αφήστε τα γυναικεία κλάματα.

Προσέγγιση

Η πόλη γιορτάζει τον άγιο προστάτη της και κανονικά θα έπρεπε να είναι χαρούμενη. Να γλεντά.  Αυτό όμως δεν συμβαίνει, γιατί ακόμη και την ημέρα της εορτής οι πολίτες κλαίνε και στην ψυχή τους δεν υπάρχει χώρος για χαρά. Όλοι πενθούν σπουδαίους άνδρες που κατάπιε η θάλασσα και από τον πολύ τον θρήνο πρήστηκαν τα πνευμόνια τους.

Κάποιος όμως πρέπει να αντιδράσει. Δεν είναι πρέπει πάνω στον ένα καημό να προσθέσουμε κι άλλον. Ο ποιητής παίρνει την τολμηρή απόφαση και με λόγια δυνατής παρηγοριάς απευθύνεται στον Περικλή, άνδρα καταξιωμένο στην συνείδηση των πολιτών και μεγάλη, όπως φαίνεται, επιρροή στον λαό και ζητά πρώτα από αυτόν να δώσει τέλος στον θρήνο. Και στην συνέχεια να πείσει και τους άλλους. Τα παρηγορητικά λόγια δεν είναι ίσως πρωτότυπα, αλλά σίγουρα είναι πρωτότυπος ο τρόπος που λέγονται.  Γιατί είναι ποίηση. Του θυμίζει ότι οι θεοί βέβαια έδωσαν στους ανθρώπους δεινά, αλλά τους όπλισαν και με σιδερένια υπομονή, ώστε να τα αντέχουν. Του θυμίζει ακόμη ότι η συμφορά είναι τυφλή και χτυπά προς όλες τις κατευθύνσεις. Σήμερα χτύπησε εμάς, εδώ. Αύριο θα πάει αλλού. Όλοι οι θνητοί είμαστε έρμαια της τύχης. Και για πολλά πράγματα οι άνθρωποι δεν μπορούν ούτε τις δικές τους αποφάσεις να πάρουν και να τα κατευθύνουν όπως επιθυμούν, αλλά ούτε και να τα αποτρέψουν. Για όλα όμως υπάρχει αντίδοτο. Και αυτό το αντίδοτο λέγεται ζωή. Λέγεται χαρά, λέγεται πανηγύρι. Αυτό θα προτάξουμε τώρα ως ασπίδα στην συμφορά που μας βρήκε. Και θα συνεχίσουμε. Με τα κλάματα δεν υπάρχει σωτηρία. Άλλωστε οι άντρες δεν κλαίνε. Τα κλάματα είναι για τις γυναίκες.

Ο ποιητής

Ο Αρχίλοχος  έζησε περίπου από το  680  ως το  630 π.Χ. ήταν  λυρικός ποιητής. Συνέθεσε ελεγείες, ύμνους και ποιήματα σε ιαμβικό και τροχαϊκό μέτρο.

Γεννήθηκε στη Πάρο και γνώρισε τη μεγαλύτερη του ακμή περίπου το 650 π.Χ. Ο πατέρας του, Τελεσικλής, καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια και υπήρξε αρχηγός της αποικιστικής εκστρατείας στην Θάσο. Από αυτόν κληρονόμησε το ριψοκίνδυνο χαρακτήρα και το θαρραλέο αποικιστικό πνεύμα. Μητέρα του ήταν η δούλα Ενιπώ, η οποία τον προίκισε με τη γνώση της λαϊκής γλώσσας και την ευαισθησία της ταπεινής της καταγωγής. Ο ίδιος έζησε πολυτάραχη ζωή και αναγκάστηκε να γίνει μισθοφόρος πολεμιστής.  Σκοτώθηκε πολεμώντας τους Νάξιους.

Ο Αρχίλοχος είναι ο πρώτος Ευρωπαίος ποιητής που έστρεψε την ποίηση στον εσωτερικό άνθρωπο, στο «εδώ» και στο «τώρα», αποσπώντας την από τις ατέρμονες περιπλανήσεις του έπους στη μυθική παράδοση και στις ευκλεείς πράξεις των ηρώων. Είναι ο πρώτος ποιητής που κατόρθωσε να αποδεσμευθεί από την τεράστια ποιητική κληρονομία του επικού κόσμου, ενώ βρισκόταν άμεσα κάτω από την επίδραση του –χρονικά και ποιητικά. Με τον Αρχίλοχο έχουμε την πρώτη αποφασιστική τομή στην αρχαία ποίηση. Ο ποιητής ερμηνεύει την ανθρώπινη μοίρα, που είναι και προσωπική του μοίρα, και βλέπει τις λεπτομέρειες που συνιστούν την πολύμοχθη ζωή του ανθρώπου. Γνωρίζει καλά ότι τα ανθρώπινα πράγματα είναι αβέβαια και ασταθή και ότι στον κόσμο των ανθρώπων όλα μεταβάλλονται. Ο άνθρωπος καταδυναστεύεται από πανίσχυρες δυνάμεις, που είναι πάνω και έξω από αυτόν. Η μόνη δυνατότητα που έχει ο άνθρωπος είναι όχι να αποφύγει τα κακά αλλά να τα αντέξει.

…ἀλλά θεοί γάρ ἀνηκέστοισι κακοῖσιν

ὦ φίλ’ ἐπί κρατερήν τλημοσύνην ἒθεσαν

φάρμακον…

 

Συνέντευξη: Συνομιλώντας για την ποίηση

 

Τα δώρα του θεού προς τους ανθρώπους

Ι. Ευριπίδης Ικέτιδες, στ. 195-218:

Απόδοση Θρασύβουλος Σταύρου

ΘΗΣΕΑΣ
Σε συζήτηση τέτοια παραβγήκα
και μ’ άλλους· τα κακά είναι στους ανθρώπους
πιότερα απ’ τα καλά, είπε κάποιος. Όχι·
το αντίθετο πιστεύω· λέω πως είναι
πιότερα τα καλά από τα κακά·
αλλιώς, ούτε θα υπήρχαμε στον κόσμο.
Και δοξάζω το θεό, που, ενώ ήταν πρώτα
σε ταραχή και ζωώδικη η ζωή μας,
τη ρύθμισε· και πρώτα έβαλ’ εντός μας
το λογικό, μας έδωσε κατόπι
του νου μαντατοφόρο, ώστε των άλλων
τη φωνή ν’ απεικάζουμε, τη γλώσσα·
για τροφή τον καρπό· κοντά σ’ εκείνον
τις βρόχινες ουράνιες στάλες· τούτες
τα γεννήματα θρέφουνε της γης
και ποτίζουν κι εμάς τα σωθικά μας·
κοντά σ’ αυτά μάς έμαθε απ’ την κάψα
του ηλιού να φυλαγόμαστε, στο κρύο
να στήνουμε οχυρά, και του πελάγου
να σκίζουμε το κύμα, ώστε για κάθε
που λείπει είτε στη μια ή στην άλλη χώρα
ανταλλαγές να γίνονται προϊόντων.
Κι όσα είναι σκοτεινά και δεν τα νιώθεις,
οι μάντηδες, ξετάζοντας τα σπλάχνα
ή τη φωτιά ή πουλιά, τα φανερώνουν.
Αφού ο θεός λοιπόν έχει αρματώσει
τη ζωή μας με τόσα, είναι μεγάλη
παραξενιά να λες πως δε σου φτάνουν.
Μα η σκέψη ορμά ψηλότερα απ’ το θείο
και μ’ αγέρωχο φρόνημα θαρρούμε
πως τάχα στη σοφία τον ξεπερνούμε.

 

ΙΙ. Σοφοκλέους Αντιγόνη, Χορικό, στ.332 – 375

Απόδοση,  Κ. Χ. Μύρης

ΧΟΡΟΣ

Πολλά γεννούν το δέος·

το μέγα δέος ο άνθρωπος γεννά·

περνά τον αφρισμένο πόντο

με τις φουρτούνες του νοτιά,

στη μέση σκάβει το βαθύ

και φουσκωμένο κύμα·

και την υπέρτατη θεά, τη Γη,

την άφθαρτη παιδεύει την ακάματη

οργώνοντας με τα καματερά

χρόνο το χρόνο φιδοσέρνοντας τ᾽ αλέτρι.

Και των αστόχαστων πτηνών

τις φυλές κυνηγά με τα βρόχια,

των αγρίων θηρίων τα έθνη,

των βυθών την υδρόβια φύτρα

με δίχτυα πλεγμένα στριφτά,

ο τετραπέρατος· τ᾽ αγρίμι της βουνοκορφής

δαμάζει με τεχνάσματα· φορεί

στων αλόγων την πλούσια χαίτη ζυγό

και στον ταύρο, που βαρβάτος βοσκάει στα όρη.

Ένας τον άλλο δίδαξε λαλιά,

τη σκέψη, σαν το πνεύμα των ανέμων,

την όρεξη να ζει σε πολιτείες·

πώς να γλιτώνει το χαλάζι μες στ᾽ αγιάζι,

την άγρια δαρτή βροχή μέσα στον κάμπο,

ο πολυμήχανος· αμήχανος δε θ᾽ αντικρύσει

τα μελλούμενα· τον χάρο μόνο

να ξεφύγει δεν μπορεί·

μόλο που βρήκε ψάχνοντας και γιατρειές

σ᾽ αγιάτρευτες αρρώστιες.

Τέχνες μαστορικές σοφίστηκε

που δεν τις βάζει ο νους

κι όμως μια στο καλό, μια στο κακό κυλάει·

όποιος κρατεί τον ανθρώπινο νόμο

και του θεού το δίκιο, που όρκος το δένει φριχτός

πολίτης· αλήτης και φυγάς,

όποιος κλωσσάει τ᾽ άδικο, μακάρι και μ᾽ αποκοτιά,

ποτέ σε τράπεζα κοινή

ποτέ μου βούληση κοινή

με κείνον που τέτοια τολμάει.

 

 

Ησιόδου, Τα πέντε γένη των ανθρώπων.

ΗΣΙΟΔΟΣ Ἔργα καί ἡμέραι, στ. 109-201  (μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτης)

Το επικό ποίημα του Ησιόδου Ἔργα καί ἡμέραι  ανήκει στην επική ποίηση. Στο έργο αυτό δύο είναι τα βασικά θέματα που απασχολούν τον Ησίοδο: η δικαιοσύνη και η εργασία. Ως αφορμή για την συγγραφή του αναφέρεται από τον ποιητή η πιθανή διαμάχη του με τον αδελφό του Πέρση. Το εύρημα αυτό επιτρέπει στον Ησίοδο να απευθύνει παραινέσεις ηθικού χαρακτήρα αλλά και διδαχές με καθαρά πρακτικό περιεχόμενο. Ένας από τους μύθους που διηγείται ο Ησίοδος στους στ. 109 – 201  είναι αυτός των γενών: πέντε γένη ή είδη ανθρώπων διαδέχονται το ένα το άλλο σε μια πορεία σταδιακής κατάπτωσης. Τα τέσσερα από τα γένη αντιστοιχούν σε ισάριθμα μέταλλα (χρυσός, άργυρος, χαλκός, σίδηρος). Πριν από το τελευταίο γένος όμως παρεμβάλλεται ένα επιπλέον γένος, για να ενταχθούν σ᾽ αυτό οι ήρωες, που σύμφωνα με τους μύθους των Ελλήνων πολέμησαν στη Θήβα και στην Τροία. Τα σημάδια της φθίνουσας πορείας του ανθρώπινου γένους εντοπίζονται κάθε φορά στον βαθμό της ηθικής κατάπτωσης, της πρόωρης γήρανσης και της άδοξης μεταθανάτιας ζωής.

1ο γένος, το χρυσό

Χρυσό πρωτόπλασαν το γένος των βροτών ανθρώπων

οι αθάνατοι του Ολύμπου.

Στην εποχή του Κρόνου, όταν εκείνος δέσποζε στον ουρανό,

ζούσαν κι εκείνοι σαν θεοί· ο νους τους ξέγνοιαστος,

πάθη και συμφορές μακριά τους, μήτε τα μαύρα γηρατειά

τους άγγιζαν· άφθαρτοι κι αναλλοίωτοι, πόδια και χέρια,

στις χαρές δοσμένοι, κι ό,τι κακό έμενε απ᾽ έξω.

Ακόμη κι όταν πέθαιναν, ήταν ο θάνατός τους ύπνος

που τους δάμαζε, κι είχανε όλα τα καλά δικά τους·

χωράφια γόνιμα τους έδιναν καρπό από μόνα τους,

μεγάλη κι άφθονη σοδειά· κι εκείνοι πράοι, ησυχασμένοι

σε έργα ευχάριστα, ευλογημένοι

με τα πολλά αγαθά τους.

Κι όταν με τον καιρό της γης το χώμα σκέπασε τούτο το γένος,

έγιναν επιχθόνια πνεύματα, αγνά, καλόγνωμα, να διώχνουν

το κακό, φύλακες των θνητών ανθρώπων.

Αυτοί φυλάν το δίκιο, αυτοί αποτρέπουνε τα ανόσια έργα·

κυκλοφορούν ντυμένοι την ομίχλη, σ᾽ όλη την οικουμένη,

πηγή ευτυχίας και πλούτου – τέτοια βασιλική τιμή τους έλαχε.

2ο γένος, το ασημένιο

Μετά, δεύτερο γένος, πολύ χειρότερο, αργυρό

έπλασαν οι θεοί του Ολύμπου· σε τίποτε δεν έμοιαζε με το χρυσό,

μήτε στην όψη μήτε και στο φρόνημα.

Έπρεπε το παιδί να μείνει κολλημένο στην καλή του μάνα,

χρόνια εκατό· να το ταΐζει και να το νταντεύει, κι αυτό να παίζει

μες στο σπίτι –μεγάλο, αφύσικο μωρό.

Αλλά, κι όταν περνούσανε στην ήβη, κόντευαν πια

στην ανθηρή τους νιότη,

ζούσαν ελάχιστα, δυστυχισμένοι με τον λίγο χρόνο τους

και το λειψό μυαλό τους. Γιατί δεν είχαν σθένος

να αντισταθούν στη μεταξύ τους βία, στην αμοιβαία

αλαζονεία τους· καν δεν τιμούσαν τους θεούς, μήτε και δέχονταν

να θυσιάσουν στους αγνούς βωμούς, όπως το ορίζει

η τάξη των ανθρώπων, όπου κι αν κατοικούν.

Γι᾽ αυτό ο Κρονίδης Δίας τους έκρυψε από θυμό,

που δεν σεβάστηκαν τις οφειλές τους

στους μάκαρες ολύμπιους θεούς.

Και μόλα ταύτα, όταν της γης το χώμα κάλυψε κι αυτό το γένος,

τους είπαν μάκαρες θνητούς του κάτω κόσμου,

έστω και δεύτερης σειράς -κάποια τιμή κι αυτούς τους συνοδεύει.

3ο γένος, το χάλκινο

Ύστερα ο Δίας‒πατέρας έφτιαξε τρίτο γένος

των βροτών ανθρώπων, χάλκινο, που να μη μοιάζει

στο ασημένιο πουθενά·

φράξινο, ανελέητο, φριχτό. Άλλο δεν είχαν στο μυαλό τους

πάρεξ τα υπερφίαλα έργα του πολέμου,

βαριά σε στεναγμούς· στάρι δεν έτρωγαν κι ήταν σκληρή

η καρδιά τους σαν το ατσάλι.

Άπιαστοι κι άγριοι, υπερδύναμοι, με χέρια ανίκητα

που φύτρωναν στους ώμους, πάνω σε μέλη στιβαρά.

Χάλκινα τα όπλα, χάλκινα τα σπίτια τους,

δούλευαν μόνον τον χαλκό -δεν είχε ακόμη εφευρεθεί

ο μαύρος σίδηρος.

Κι αφού απ᾽ τα ίδια τους τα χέρια ξεκληρίστηκαν,

κατέβηκαν στον σκοτεινό, άραχλο δόμο του Άδη,

ανώνυμοι. Όσο κι αν ήταν τρομεροί, τους εξαφάνισε

μαύρος ο χάρος, κι άφησαν πίσω τους το φως,

τη λάμψη του ήλιου.

4ο γένος, των ημιθέων

Όταν με τον καιρό το χώμα κάλυψε κι αυτό το γένος,

έπλασε γένος τέταρτο στη σιτοφόρο γη ο Κρονίδης Δίας,

πιο δίκαιο κι αντρειωμένο·

το θείο γένος των ηρώων που λέγονται κι ημίθεοι,

την προηγούμενη από μας γενιά, να ζουν στην άπειρη οικουμένη.

Αλλά κι αυτούς τους χάλασε ολέθριος πόλεμος, κακόφωνη

σφαγή· άλλους εκεί μπροστά στη Θήβα την επτάπυλη,

χώρα του Κάδμου, έτσι που μεταξύ τους μάχονταν

ποιος θα κερδίσει βόδια και πρόβατα του Οιδίποδα·

άλλους ο πόλεμος τους έφερε στην Τροία, με τα καράβια τους

περνώντας πάνω απ᾽ το μέγα κύμα της θαλάσσης,

για χάρη της καλλίκομης Ελένης.

Όπου τους πιο πολλούς στο χώμα τους παράχωσε

το τέλος του θανάτου. Σε κάποιους όμως έδωσε τη χάρη

ο Κρονίδης Ζευς να μείνουν πέρα απ᾽ τους ανθρώπους·

σαν αγαθός πατέρας τούς κατοίκισε στα πέρατα του κόσμου,

κι εκεί, με δίχως λύπη στην ψυχή τους,

κατοικούν στις Νήσους των Μακάρων, πλάι στις ροές

του Ωκεανού, του βαθυστρόβιλου, ήρωες ευτυχείς·

που τους προσφέρει τρεις φορές η σιτοφόρα γη τον χρόνο

ώριμους και γλυκούς καρπούς, σαν μέλι.

5ο γένος, το σιδερένιο

Άμποτε να μη ζούσα εγώ σ᾽ αυτήν την πέμπτη γενεά,

με τους ανθρώπους της· καλύτερα να ᾽χα πεθάνει πιο μπροστά

ή να γεννιόμουν ύστερα. Γιατί έφτασε τώρα η ώρα

του γένους του σιδήρου.

Μήτε τη μέρα θα απολείψουν κάματος και πόνος μήτε τη νύχτα

η φθορά τους θα κοπάσει· τους περιμένουν μέριμνες βαριές,

θεόσταλτες, μόλο που κάποτε θα σμίγει και σ᾽ αυτούς

καλό με το κακό.

Ο Δίας όμως θα αφανίσει κι αυτό το γένος των βροτών·

όταν τα νήπια θα γεννιούνται με κροτάφους γκρίζους·

ούτε ο γονιός θα μοιάζει του παιδιού του μήτε και τα παιδιά

με τους γονείς· ο ξένος στον φιλόξενο, ο σύντροφος στον σύντροφο

μήτε κι ο αδελφός στον αδελφό

δεν θα ᾽ναι φίλος πια, που ήταν άλλοτε ο κανόνας.

Θα τους καταφρονούν τους γέροντες γονείς οι απόγονοί τους,

θα τους χλευάζουν ξεστομίζοντας λόγια βαριά,

άσπλαχνοι, ανίδεοι μπροστά στον φόβο του θεού·

σ᾽ εκείνους που τους γέννησαν, όταν γεράσουν, δεν θα αποδώσουν

τα τροφεία τους· καμιά αρετή ευορκίας, δικαιοσύνης,

καλοσύνης· αντίθετα, θα δείχνουν την εκτίμησή τους

σ᾽ όποιον θα πράξει το κακό· το δίκιο καθενός η δυνατή γροθιά·

θα λείψει κι η ντροπή· θα βλάφτει ο τιποτένιος τον καλύτερό του,

με δόλια λόγια ξεγελώντας τον, και θα ορκίζεται αποπάνω·

ο φθόνος μόνον θα συντροφεύει τους ανθρώπους μες στη συμφορά τους

κακόγλωσσος, χαιρέκακος, μνησίκακος.

Και τότε προς τον Όλυμπο, μακριά από πλατείες και δρόμους,

καλύπτοντας με τον λευκό τους πέπλο την ωραία θωριά τους,

εγκαταλείποντας για πάντα τους ανθρώπους,

θα φύγουν και θ᾽ ανέβουν στον κόσμο των θεών

η Αιδώς κι η Νέμεση. Ό,τι θα μείνει, θα ᾽ναι μόνο

βάσανα πικρά, κλήρος για τους απόκληρους βροτούς,

δεν θα υπάρξει στα δεινά τους σωτηρία καμιά.

 

Η ποιητική δημιουργία έχει μέλλον;

Είστε αισιόδοξη για καλύτερες μέρες στα ποιητικά δρώμενα;

Απ. Νομίζω πως από τις ως τώρα απαντήσεις μου στα ερωτήματά σας αυτό απορρέει από μόνο του. Εκ φύσεως είμαι αισιόδοξη. Έχουμε σπουδαίους ποιητές και σίγουρα θα έχουμε και σπουδαιότερους στο μέλλον. Αυτό βεβαιώνεται από δύο νόμπελ (Σεφέρης, Ελύτης), ένα βραβείο Λένιν (Ρίτσος), από έναν Κωνσταντίνο Καβάφη που είναι ο πιο πολυμεταφρασμένος και ο πιο διαβασμένος ποιητής στον κόσμο, αλλά και από έναν σημαντικό αριθμό Ελλήνων ποιητών που μιλούν στην ψυχή μας.  Ακόμη και οι στίχοι μεγάλου αριθμού τραγουδιών μας είναι πραγματικά ποιητικοί. Οι μουσικοί μας οι πιο σπουδαίοι μελοποίησαν ποίηση, έργα μεγάλων ποιητών μας, ακριβώς επειδή ο λαός  μιλάει μαζί τους, και οι στίχοι τους μιλούν στην ψυχή του.

Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου

Αλλοτινές μου εποχές
αλλοτινοί μου χρόνοι
Ερωτικές μου συντροφιές
ερωτικοί μου πόνοι

Αχ και να ‘ρχόσαστε ξανά
αυτά τα κρύα δειλινά
που είν’ η καρδιά μου μόνη
τώρα που σουρουπώνει

Αλλοτινές μου εποχές
Αλλοτινοί μου χρόνοι

Αγαπημένες μου φωνές
αγαπημένα χείλη
Ονειρεμένες μου στιγμές
σ’ ονειρεμένο δείλι

Αχ και να φέρνατε ξανά
στην ορφανή μου την καρδιά
μηνύματα τ’ Απρίλη
της μοναξιάς μου φίλοι

Αγαπημένες μου φωνές
Αγαπημένα χείλη

 

Λευτέρης Παπαδόπουλος

Αχ χελιδόνι μου πώς να πετάξεις
σ’ αυτόν το μαύρο τον ουρανό
αίμα σταλάζει το δειλινό
και πώς να κλάψεις και πώς να κλάψεις
αχ χελιδόνι μου

Αχ παλληκάρι μου τα τρένα φύγαν
δεν έχει δρόμο για μισεμό
κι όσοι μιλούσαν για λυτρωμό
πες μου πού πήγαν πες μου που πήγαν
αχ παλληκάρι μου

Άχου καρδούλα μου φυλακισμένη
δε βγαίνει ο ήλιος που καρτεράς
μόνο ο ντελάλης της αγοράς
σε ξεκουφαίνει σε ξεκουφαίνει
άχου καρδούλα μου

Με ένα τόσο πλούσιο πολιτιστικό υπόβαθρο, με μια τόσο πάμπλουτη πολιτιστική παράδοση ο τόπος αυτός, αυτό το ακρωτήριο που χιλιάδες χρόνια τώρα γεννάει Ελλάδα  και πολιτισμό, ποτέ δεν θα μείνει έξω από την σπουδαία ποιητική δημιουργία