Η Άντζι Ραυτοπούλου το έγραψε για τους 200 κομουνιστές που εκτελέστηκαν στην Καισαριανή, γι αυτούς που αγωνίστηκαν για το δίκαιο και για μια καλύτερη ζωή των ανθρώπων.
«Κόκκινη δικαίωση»
Διαλέγω τους δικούς μου ανθρώπους
-αυτούς διαλέγω-
που θα περιφρουρήσουν το ψωμί, σαν να ήταν από πάντα χορτάτοι,
αυτούς που θα μοιράσουν τον ήλιο μέσα απ’ την παλάμη τους τόσο λεύτερα,
σαν να ορίζουν το φως
-αυτούς διαλέγω-
που θα πολεμήσουν τ’ άστρα να γίνουν κόκκινες πατρίδες,
με μυριάδες καρδιές στον ρυθμό του τύμπανου,
αυτούς που θα πλημμυρίσουν τις θάλασσες καράβια μ’ ελπίδες,
σαν τους παλιούς καπεταναίους με τους ουρανούς στις πλάτες
-αυτούς διαλέγω.-
Διαλέγω αυτούς που την πόρτα τους θ’ αφήσουν ανοιχτή στον δρόμο,
σαν να είναι ο δρόμος μιά ολάκερη αγκαλιά γαρούφαλλα,
διαλέγω αυτούς που στην μασχάλη τους θα κουβαλούν την δικαιοσύνη,
σαν να είναι ένα κατακόκκινο μαντήλι στ’ αγνάντι του κόσμου δεμένο…
Διαλέγω τους δικούς μου ανθρώπους, αυτούς με τις τρύπιες τσέπες
που ρέει από μέσα τους η αγάπη, σαν το ζεστό φαΐ π’ άφησε η μάνα
πριν δρασκελίσει το κατώφλι του σύμπαντος…
Διαλέγω τους δικούς μου ανθρώπους, αυτούς με τα καθάρια μάτια,
που το δάκρυ τους λαμπυρίζει διαμάντια και πολύτιμους λίθους από την Αφρική-αυτούς διαλέγω-που τραγουδούν για μιάν υπόθεση παγκόσμια,
αυτούς που έχουν έναν πονεμένο στίχο στο εκτελεσμένο τους στέρνο,
σαν να μην πάλιωσε ποτέ ο κόσμος και σαν εκείνοι
με την ψυχή τους ζυμωμένη μέλλον να έφεραν το πρώτο κυκλάμινο στο φως…
Διαλέγω την οικογένειά μου, αυτήν την μεγάλη συμφωνία
με τα φωνήεντα που διαπρέπουν στο φιλί…
Διαλέγω να ’μαι άνθρωπος, κομμουνιστής άνθρωπος ανάμεσα σε συντρόφους…
Δεν θα διψάσω, δεν θα πεινάσω, δεν θα πεθάνω,
διαλέγω τους δικούς μου ανθρώπους,
αυτούς στην ανηφοριά με το ξέσκεπο μέτωπο,
με τον καλπασμό τ’ ονείρου:
«Το πέλαγος ορίζοντας που ίδρωσε στο φως,
μιά εξαιρετική απείθεια με δέος που κραυγάζει
κι εσύ θεριό ανάρμοστο ν´αναρωτιέσαι πώς
μιά θύελλα ανεξέλεγκτα μέσα σου ωριμάζει.
Ακάματη διαδρομή αγώνα η ζωή,
των λίγων που ευτύχησαν τ´όνειρο να ορίσουν
κι εκείνων που αλύγιστοι με κόκκινη πνοή
εμπόρεσαν τον θάνατο γλυκά να τραγουδήσουν.
Ποτέ τους δεν λυγίσανε μικροί ταξιδευτές
σε ουρανό με νόημα που τον λαό κοιτάζει
κι είχανε στην παλάμη τους στο σήμερα, στο χθες
μια ιστορία αλλόκοτη στο σύμπαν να ταιριάζει.
Πολύχρωμη να βάψουνε κάθε γλυκειά στιγμή
στο μέλλον να καρφώσουνε το αύριο να αγιάζει,
σε σταυροδρόμι υψώσανε αιθέριο ουρανό
μια κόκκινη δικαίωση που στους λαούς ταιριάζει..»