ΩΔΑΙ

Ανδρέας Κάλβος, Ωδή,  Εις Σάμον

Όσοι το χάλκεον χέρι

βαρύ του φόβου αισθάνονται,

ζυγόν δουλείας ας έχωσιν.

Θέλει αρετήν και τόλμην

η ελευθερία…

Προσέγγιση

Στην ωδήν αυτήν δύο έννοιες κυριαρχούν. Ελευθερία και δουλεία. Η ελευθερία ως έννοια και ως λέξη έχει την ηλικία του ανθρώπου, γιατί ο άνθρωπος γεννιέται για να είναι ελεύθερος. Ερμηνεύοντας σε βάθος και κατά γράμμα την λέξη, ανακαλύπτουμε ότι ελευθερία σημαίνει την αποφασιστική και δυναμική πορεία του θνητού προς το φως, προς τον ήλιο. Η ουσία της λέξης μας αποκαλύπτει την διαρκή και αποφασιστική  κίνηση από την γη προς τον ουρανό για τον άνθρωπο που επιθυμεί να δει το φως, τον ήλιο, τον Θεό. Η  θέαση του Θεού όμως, δεν χαρίζεται, κατακτιέται μετά από σκληρό αγώνα και ανυποχώρητη προσπάθεια. Συνεπώς,  η ελευθερία για τον άνθρωπο δεν έρχεται ως δώρο, είναι αποτέλεσμα αγώνα και κατάκτησης. Πολύ σοφά λοιπόν ο ποιητής τονίζει:

«θέλει ¢ρετήν κατόλμην ἡ ἐλευθερία».

Ο ποιητής μιλώντας για την αρετή σε αυτούς τους στίχους αναφέρεται διπλά. Εννοεί από την μια την πολεμική αρετή που καλλιεργεί στον άνθρωπο αγωνιστικό φρόνημα προκειμένου να διεκδικήσει την αυτοδιάθεση. Από την άλλη εννοεί και την κοινωνική αρετή που οδηγεί στην διεκδίκηση μιας ζωής με ποιότητα σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο. Ποιοτική ζωή, το εὖ ζῆν κατά τον Αριστοτέλη, είναι το όνειρο του κάθε ανθρώπου. Αυτό, μόνον όποιος ξέρει να αγωνίζεται και να τολμά, το κερδίζει.

Η δουλεία ως έννοια και λέξη είναι νεότερη ηλικιακά από τον άνθρωπο, αφού δούλοι δεν υπήρχαν εξ αρχής. Η δουλεία ως κοινωνικό φαινόμενο προέκυψε από την διασάλευση της κοινωνικής ισορροπίας. Η κατά τα γράμματα σημασία της λέξης αποκαλύπτει συσσωρευμένη δύναμη που ρέει πιεστικά από πάνω προς τα κάτω και κατευθύνει την ανθρώπινη ενέργεια σε περιορισμένο και καθορισμένο εκ των προτέρων  χώρο. Η δουλεία επομένως ως έννοια έχει αντίθετη πορεία σε σχέση με την έννοια της ελευθερίας, διότι αυτή οδηγεί  προς τα επάνω, ενώ η δουλεία ως κατάσταση οδηγεί στο χώμα. Συνεπώς ο δούλος δεν έχει ούτε δικαιώματα ούτε περιθώρια επιλογής.  Πιέζεται αφενός από τις φυσικές του ανάγκες της επιβίωσης και αφετέρου από ανώτερές του δυνάμεις, ανθρώπινες πάντα, οι οποίες  καθορίζουν το ποσόν και το ποιόν της δράσης του, κατά συνέπεια και της βιωτής του. Ο Όμηρος στην Οδύσσεια ορίζει με δύο πολύ δραματικούς στίχους την κατάσταση του δούλου, (ρ 322-323).

Ἥμισυ γὰρ τ’ ἀρετῆς ἀποαίνυται εὐρύοπα Ζεὺς

ἀνέρος, εὗτ’ ἂν μιν κατὰ δούλιον ἧμαρ ἕλῃσιν.

Απόδοση:

Ο παντεπόπτης Δίας απογυμνώνει τον άνθρωπο από την μισή του αξιοπρέπεια,

από την στιγμή που αυτός θα περιέλθει σε κατάσταση δουλείας.

Ο εκ Μεγάρων ποιητής Θέογνης επίσης μας δίνει μια εξίσου δραματική εικόνα του σκλάβου (απ. 535-538).

Οὔποτε δουλείη κεφαλή ἰθεία πέφυκεν,

Ἀλλ΄αἰεί σκολιή, καὐχένα λοξόν ἒχει.

Απόδοση

Ποτέ η σκλάβα κεφαλή δεν στρέφεται ψηλά.

Ο σκλάβος πρέπει να έχει πάντα σκυμμένο κεφάλι και λαιμό.

Στις συνθήκες δουλείας ο άνθρωπος για να σηκώσει κεφάλι μία μόνη υποχρέωση προς τον εαυτό του και το κοινωνικό σύνολο έχει. Να σπάσει τα δεσμά του. Αν δεν το κάνει, αν δεν το αποτολμήσει, χάνει αυτό που τον ξεχωρίζει από τα άλλα ζώα, την ανθρωπιά της αρετής του ή την αρετή της ανθρωπιάς του. Και αυτό θα συμβαίνει όσο ο δούλος θα διακατέχεται από φόβο. Γιατί η δουλεία είναι γέννημα του φόβου και θρέμμα της ανασφάλειας και της ατολμίας. Όσοι φοβούνται, λέει ο Κάλβος, είναι γεννημένοι δούλοι και είναι άξιοι της μοίρας τους. Αυτοί που φλέγονται για την ελευθερία, αγωνίζονται να την κατακτήσουν.

Στην συνέχεια και για να γίνει περισσότερο κατανοητός αναφέρει το παράδειγμα του Ικάρου. Είναι πολύ εύστοχη η επιλογή του παραδείγματος. Ο Ίκαρος, προκειμένου να απαλλαγεί από το χρυσό κλουβί του Μίνωα, τόλμησε. Έφτιαξε μόνος του τα φτερά, για να πετάξει ψηλά, στο φως, στην ελευθερία.   Βέβαια πλήρωσε την αποκοτιά του με την ζωή του. Αλλά πέθανε από ψηλά και ελεύθερος. Ενώ το τολμηρό εγχείρημα έδωσε στον θάνατό του μεγαλείο. Γιατί όποιος χάνει την ζωή του για ένα ιδανικό, όπως είναι το ιδανικό της ελευθερίας, κερδίζει ένα μνήμα (μνήμη = θύμηση, ανάμνηση), έναν τόπο που θα τον θυμούνται οι επόμενες γενιές και θα τον έχουν παράδειγμα. Αντίθετα,

Αν γένης σφάγιον άτιμον

ενός τυράννου, νόμιζε

φρικτόν τον τάφον.

Όποιος αντίθετα πεθάνει σε συνθήκες δουλείας και τυραννίας έχει κατακτήσει έναν ταπεινό τάφο (τα+φως, τόπος όπου δεν φτάνει το φως), έναν τόπο χωρίς φως, γιατί κανένας δεν τον θυμάται ούτε τον μνημονεύει, αφού τίποτε δεν πρόσφερε στους ανθρώπους, όσο ζούσε και δεν αγωνίστηκε για το υπέρτατο αγαθό,  την ελευθερία.

Αρχαίο Μυστικό

Αγαπημένοι μου κι αγαπημένες μου,

είμαι τόσο συγκινημένος από την αποδοχή που είχε η απαγγελία του ποιήματός μου «Αρχαίο Μυστικό», που ανάρτησα την προηγούμενη Κυριακή! Με περιβάλατε με τόση αγάπη και με κάνατε με τα σχόλιά σας τόσο περήφανο! Ζητήσατε να δημοσιεύσω και το ποίημα με τους στίχους κι εγώ έφτιαξα ένα lyric video, έτσι ερασιτεχνικά για να σάς ευχαριστήσω! Χαίρομαι που καρπώνομαι την φιλία σας! Να είστε όλοι καλά και να χαίρεστε την αγάπη σας!

#lyricvideo#ποίηση#GiorgosManthos#panelliniospoiitikosdiagonismos#archaiomystiko

ΑΡΧΑΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Σ’ αναζητώ στου ταξιδιού

τις άοκνες φτερούγες,

να δίνεις φλόγα και πνοή

σ’ αφτέρουγη λαλιά,

σύγνεφα ν’ αποσχίζονται

στην κόγχη που κεντούσες

με κεραυνό που απλώνεται

στη ρίμα της βροχής.

Κι εκεί στου ήλιου την πυρά

που σβηεί την σκοτοδίνη,

να θυσσανώνεις τη σκιά

αστείρευτης πηγής,

στην κρήνη που ευφραίνονται

όλοι οι ανθοί στη φύση

κι όπου τ’ αγρίμια μάργωσαν

στου δένδρου τη θωριά.

Σε ψάχνω στα βαθύπλοα

σκάφανδρα των κρυμμένων

σημάτων που ξεβράστηκαν

σε άδυτα βυθών,

στα ανοιχτά των θαλασσών

θλιμμένων οριζόντων

που μαρτυρούν παράπονα

ξέμπαρκων εποχών.

Κι εκεί σε κύματα πνιχτά

που βράχος δεν τα στέργει,

γλάροι να κρώζουν εχθρικά

σε δίνη μαρασμού,

ο δεκαπεντασύλλαβος

στη γέφυρα σφαλίζει

πυξίδα από αλάβαστρο

χαμένου αστερισμού.

Σε βρήκα λυγερόκορμη

να σε πολιορκούνε ιππότες,

κλέφτες και φρουροί

αρχαίων μυστικών

κι εσύ θρύλους να πλέκεις

κι όνειρα να γνέθεις στα μαντήλια

που τους πετάς αγέρωχα

να πράττουν το ορθό.

Οι ποιητές, ατρόμητοι φύλακες

της μορφής σου

που ακέραια αντέξανε

στο μένος του καιρού,

να μάχονται πά’ στη στροφή

στου ήθους τ’ ακροβόλι

εσένα ν’ ενθρονίσουνε

στον στίχο τ’ ουρανού.

Σ’ είδα στου ονείρου μου

τ’ απάνθισμα

να ευωδιάζεις μύρο,

να κελαηδάς νανούρισμα

θλιμμένου αηδονιού.

Κι έγειρα να σ’ αφουγκραστώ,

ν’ αγγίξω τον σφυγμό σου

που πάλλεται σε κλίμακα

μινόρε του λυγμού.

Η θλίψη σου, σφραγίδα σου,

έρωτα που ανασαίνει

κι ο ίαμβος γλυκολαλιά

του πόνου του βωβού,

η δύναμη που την ψυχή,

μα και το νου ανασταίνει

και που κινεί τα νήματα

του αιώνιου ταξιδιού.

Γιώργος Μάνθος

Γ´Έπαινος

9ος Πανελλήνιος Ποιητικός Διαγωνισμός

υπό την αιγίδα του Συνδέσμου Φιλολόγων Λευκάδας, του Δήμου Λευκάδας και της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών

Αρχαίο μυστικό

Το ποίημα έγραψε ο Ιατρός Γιώργος Μάνθος

.
Σ’ αναζητώ στου ταξιδιού 

τις άοκνες φτερούγες, 

να δίνεις φλόγα και πνοή 

σ’ αφτέρουγη λαλιά,
σύγνεφα ν’ αποσχίζονται 

στην κόγχη που κεντούσες 

με κεραυνό, που απλώνεται
στη ρίμα της βροχής.


Κι εκεί, στου ήλιου την πυρά 

που σβηεί την σκοτοδίνη, 

να θυσσανώνεις τη σκιά
αστείρευτης πηγής,
στην κρήνη που ευφραίνονται 

όλοι οι ανθοί στη φύση 

κι όπου τ’ αγρίμια μάργωσαν 

στου δένδρου τη θωριά.


Σε ψάχνω στα βαθύπλοα 

σκάφανδρα των κρυμμένων, 

σημάτων 

που ξεβράστηκαν σε άδυτα βυθών,
στα ανοιχτά των θαλασσών θλιμμένων οριζόντων 

που μαρτυρούν παράπονα
ξέμπαρκων εποχών.


Κι εκεί σε κύματα πνιχτά 

που βράχος δεν τα στέργει, 

γλάροι να κρώζουν εχθρικά

σε δίνη μαρασμού,
ο δεκαπεντασύλλαβος 

στη γέφυρα σφαλίζει πυξίδα 

από αλάβαστρο χαμένου αστερισμού.


Σε βρήκα λυγερόκορμη 

να σε πολιορκούνε 

ιππότες, κλέφτες και φρουροί
αρχαίων μυστικών
κι εσύ, 

θρύλους να πλέκεις κι όνειρα 

να γνέθεις στα μαντήλια, 

που τους πετάς
αγέρωχα να πράττουν το ορθό.


Οι ποιητές, 

ατρόμητοι φύλακες 

της μορφής σου, 

που ακέραια αντέξανε 

στο μένος του καιρού,
να μάχονται πά’ στη στροφή, 

στου ήθους τ’ ακροβόλι 

εσένα ν’ ενθρονίσουνε
στον στίχο τ’ ουρανού.


Σ’ είδα στου ονείρου μου 

τ’ απάνθισμα 

να ευωδιάζεις μύρο, 

να κελαηδάς νανούρισμα 

θλιμμένου αηδονιού.


Κι έγειρα να σ’ αφουγκραστώ, 

ν’ αγγίξω τον σφυγμό σου, 

που πάλλεται 

σε κλίμακα μινόρε του λυγμού.


Η θλίψη σου, σφραγίδα σου, 

έρωτα, που ανασαίνει 

κι ο ίαμβος γλυκολαλιά 

του πόνου του βωβού,
η δύναμη που την ψυχή, 

μα και το νου ανασταίνει 

και που κινεί τα νήματα 

του αιώνιου ταξιδιού.

Το ποίημα έγραψε ο Γιώργος Μάνθος. Με το ποίημα αυτό ο ποιητής έλαβε μέρος στον 9ο λογοτεχνικό διαγωνισμό, που οργάνωσε ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Κεφαλονιάς και Λευκάδας. Το ποίημα διακρίθηκε και βραβεύτηκε με τον τρίτο έπαινο.

Ο γιατρός και ποιητής με το ποίημα του αυτό φέρνει μπροστά μας την μούσα της ποίησης και της ξαναδίνει τον ιερό της χαρακτήρα. Έτσι η ποίηση μεταμορφώνεται σε θείο πνεύμα που ταξιδεύει στο σύμπαν και αναμοχλεύει όνειρα και μνήμες. Ο ποιητής την αναζητά παντού, στην φύση, στην θάλασσα, στο φως, στο σκοτάδι, στα μυστικά του κόσμου, στα αρχέγονα σύμβολα. Τελικά την βρίσκει μέσα στον άνθρωπο ως δύναμη ζωής που δυναμώνει την ψυχή και τον νου με τα ιερά της εργαλεία, τον ρυθμό, τον παλμό, το μέτρο. Πρόκειται για το ιαμβικό μέτρο, που είναι το πρώτο μέτρο με το οποίο εκφράστηκε ποιητικά ο λαός και έκανε το πρώτο και μεγάλο του βήμα προς τον θεό.


To φως μες στο σκοτάδι

Άντζι Ραυτοπούλου

Φευγαλέα εντύπωση η νύχτα
γλιστρά απαλά στο μοναχό δωμάτιο.
Ξέμεινα εδώ στης κάμαρης 

το ξοδεμένο κλάμα,
αγαπούσα πολύ τα ταξίδια,
ώσπου βρήκα εσένα να κλαις
και μίκρυνε ο κόσμος.
Έψαξα τον χρόνο μου

στον χρόνο σου,
την άδολη αγάπη 

στα στενά της αμαρτίας,
την σπάθη να κόψω τα ρολόγια
στην ανοιξιάτικη ισημερία,
την συνείδηση έψαξα,
σαν κίτρο ολόπικρο να την γλυκάνω,
τον πόλεμο, βρίσκοντας την ειρήνη
στα θλιμμένα σου μάτια·
τα σφαχτάρια έκαναν κατοχή 

στην ψυχή μου
κι αγέρωχες ώρες μετρούσαν 

τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα 

στο σανδαλόξυλο
που ´καιγε στις νεκρικές πυρές 

του κόσμου.

Σ´είδα τρυφερά ν´ασπάζεσαι
τα ολογράμματα των αστεριών,
το εντύπωμα της λάμπας
-όπου ιστός κι επικρέμαται στο λάγνο σου τοξόφρυδο-
την ανωφέρεια των ωρών
στα σφαλιστά σου χείλη
-όπου μετρούν γεννήσεις 

και θανάτους-
τις απισχνασμένες μορφές 

των πουλιών στα χέρια σου
-όπου στάλαξαν δηλητήριο μετανάστη στο ταξίδι μας-
κι εκείνο το μυρωδάτο στήθος 

της καρτερίας στην ματιά σου
-όπου στίχοι εντρυφούν 

στο γάλα των θεών.

Και θρήνησα,
θρήνησα τις ώρες που φύγαν 

χωρίς λέξη,
τους πεθαμένους 

που τους λήστεψε η αδιαφορία,
τα άψυχα κορμιά των παιδιών
με το αταξίδευτο χαμογέλιο,
την ζωή 

που χωρίς δικαίωση,
χωρίς μοιρολόγι κείται 

στους άσιτους δρόμους.

Σου χρωστώ χιλιάδες βηματισμούς
και αιώνες ποιημάτων.
Φευγαλέα εντύπωση ο ποιητής,
της ποίησης δέχεται το φίλημα,
οπού ανακαλύπτει το φως 

μες στο σκοτάδι,
όπου η συνείδηση γίνεται ομιλία,
κι έτσι μοιράζεται η ζωή
στα δυό, στα τέσσερα, στ´αμέτρητα..

Με το ποίημα αυτό, η ποιήτρια Άντζι Ραυτοπούλου έλαβε μέρος στον 9ο λογοτεχνικό διαγωνισμό ποίησης, που οργάνωσε ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Κεφαλονιάς – Λευκάδας, προς τιμήν του Βαλαωρίτη. Το ποίημα ξεχώρισε και πήρε τον πρώτο έπαινο.

Το ποίημα αποτελεί μια αναζήτηση της ποίησης μέσα από τς αντιθέσεις της ζωής.

Η ποιήτρια με την γνωστή ποιητική της ευαισθησία ψάχνει τον χρόνο της μέσα στον χρόνο της ποίησης, την αγάπη μέσα στην αμαρτία, την ειρήνη μέσα στον πόλεμο. Εν ολίγοις μέσα από τις αντιθέσεις της ποιητικής έκφρασης γνωρίζουμε ή μάλλον μπορούμε να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, τους άλλους, τον κόσμο και να τον μοιραστούμε.



Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε