Η Σταχομαζώχτρα της «Παλατινής Ανθολογίας»

ΧΑΡΤΗΣ 82 {ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2025}
της Τασούλας Καραγεωργίου

Jean François Millet, «Οι σταχομαζώχτρες», 1857. Μουσείο Orsay, Παρίσι
Jean François Millet, «Οι σταχομαζώχτρες», 1857. Μουσείο Orsay, Παρίσι

Με συ­ναρ­πά­ζει η Πα­λα­τι­νή Αν­θο­λο­γία και θε­ω­ρώ το επί­γραμ­μα απαι­τη­τι­κό και αξιο­θαύ­μα­στο λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος. Σε ελά­χι­στους στί­χους μπο­ρεί να συ­μπυ­κνώ­σει ένα ολό­κλη­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα. Πρό­κει­ται για ένα ανε­κτί­μη­το ποι­η­τι­κό ερ­γα­στή­ρι. Μια δω­ρε­άν μα­θη­τεία στην τέ­χνη της ποί­η­σης. Μια αξιο­ζή­λευ­τη άσκη­ση στην πυ­κνό­τη­τα του λό­γου που ομι­λεί μέ­σα από τις σιω­πές του. Πέ­ρα όμως από τη μο­να­δι­κό­τη­τα της τε­χνι­κής του, το επί­γραμ­μα, πα­ράλ­λη­λα με την εξύ­μνη­ση των σπου­δαί­ων και τρα­νών προ­σω­πι­κο­τή­των του αρ­χαί­ου κό­σμου (μει­ζό­νων ποι­η­τών, επι­φα­νών πο­λι­τι­κών και στρα­τιω­τι­κών, μυ­θι­κών ηρώ­ων), ξε­τυ­λί­γει συ­χνά σπά­νιες σκη­νές από την κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα των απλών αν­θρώ­πων συ­μπά­σχο­ντας με τους καη­μούς και τα πά­θη των φτω­χών και των χει­μα­ζο­μέ­νων. Πρό­κει­ται για μια ποι­η­τι­κή δη­μο­κρα­τία που τους ενοί­κους της ενώ­νει η τρα­γι­κό­τη­τα της κοι­νής αν­θρώ­πι­νης μοί­ρας. Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζουν τα επι­γράμ­μα­τα στα οποία κε­ντρι­κά πρό­σω­πα εί­ναι γυ­ναί­κες: υφά­ντρες ορ­γα­νω­μέ­νες σε μι­κρές συ­ντε­χνί­ες αφιε­ρω­μέ­νες στην Ερ­γά­νη Αθη­νά, ιέ­ρειες στην υπη­ρε­σία της Κύ­πρι­δος, ποι­ή­τριες σαν την Ήριν­να που αφή­νουν το στίγ­μα τους στην ποι­η­τι­κή δη­μιουρ­γία. Γυ­ναί­κες απλές, μά­νες που θρη­νούν, νύ­φες που πε­θαί­νουν τη νύ­κτα του γά­μου έχουν όλες ένα όνο­μα – δια­βα­τή­ριο αθα­να­σί­ας μέ­σα από την ελά­χι­στη ανα­φο­ρά ενός επι­γράμ­μα­τος.
Η συ­νά­ντη­ση όμως με τη γραία Νι­κώ του επι­γράμ­μα­τος 9.89 της Πα­λα­τι­νής Αν­θο­λο­γί­ας έχει κά­τι το ξε­χω­ρι­στό. Το επί­γραμ­μα αυ­τό του Φι­λίπ­που του Θεσ­σα­λο­νι­κέ­ως,1 επι­γραμ­μα­το­ποιού που έζη­σε τον 1ο αιώ­να μ. Χ., ζω­ντα­νεύ­ει στα μά­τια μας τη βα­σα­νι­σμέ­νη ει­κό­να μιας στα­χο­μα­ζώ­χτρας της ύστε­ρης αρ­χαιό­τη­τας. Όσοι έχου­με της πα­λαιάς παι­δεί­ας με­τά­σχει, δια­θέ­του­με στην πε­νι­χρή ως προς την έκτα­ση, με ανε­κτί­μη­τα όμως ενί­ο­τε πε­τρά­δια, λο­γο­τε­χνι­κή σκευή των γυ­μνα­σια­κών μας χρό­νων το ομώ­νυ­μο αρι­στουρ­γη­μα­τι­κό δι­ή­γη­μα του Αλέ­ξαν­δρου Πα­πα­δια­μά­ντη, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1889. Ανα­κα­λώ μια πα­ρά­γρα­φο που δι­καιώ­νει τον τί­τλο «Στα­χο­μα­ζώ­χτρα» του δι­η­γή­μα­τος και μοιά­ζει σαν να ανα­βιώ­νει την ιστο­ρία της γραί­ας Νι­κώς του αρ­χαί­ου επι­γράμ­μα­τος

«Αλ­λά το πρώ­τι­στον ει­σό­δη­μα της θεια-Αχτί­τσας προ­ήρ­χε­το εκ του στα­χο­μα­ζώ­μα­τος. Τον Ιού­νιον κα­τ᾽ έτος επε­βι­βά­ζε­το εις πλοί­ον, έπλε­εν υπερ­πό­ντιος και διε­πε­ραιού­το εις Εύ­βοιαν. Πε­ριε­φρό­νη­σε το ονει­δι­στικὸν επί­θε­τον της «κα­ρα­βω­μέ­νης», όπερ εσφεν­δό­νι­ζον άλ­λα γύ­ναια κα­τ᾽ αυ­τής, διό­τι όνει­δος ακό­μη εθε­ω­ρεῖτο το να πλέῃ γυ­νή εις τα πε­λά­γη. Εκεί, με­τ᾽ άλ­λων πτω­χών γυ­ναι­κών, ησχο­λεί­το συλ­λέ­γου­σα τους αστά­χυς, τους πί­πτο­ντας από των δραγ­μά­των των θε­ρι­στών, από των φορ­τω­μά­των και κά­ρων. Κα­τ᾽ έτος, οι χω­ρι­κοί της Ευ­βοί­ας και τα χω­ρια­τό­που­λα έρ­ρι­πτον κα­τά πρό­σω­πον αυ­τών το σκώμ­μα: «Να! οι φ᾽στά­νες! Μας ήρ­θαν πά­λιν οι φ᾽στά­νες!» Αλ­λ᾽ αύ­τη έκυ­πτεν υπο­μο­νη­τι­κή, σιω­πη­λή, συ­νέ­λε­γε τα ψι­χία εκεί­να της πλου­σί­ας συ­γκο­μι­δής του τό­που, απήρ­τι­ζε τρεις ή τέσ­σα­ρας σά­κους, ολό­κλη­ρον ενιαυ­σί­αν εσο­δεί­αν δι᾽ εαυ­τήν και διά τα δύο ορ­φα­νά, τα οποία εί­χεν εμπι­στευ­θεί εν τω με­τα­ξύ εις τας φρο­ντί­δας της Ζερ­μπι­νιώς, και απο­πλέ­ου­σα επέ­στρε­φεν εις το πα­ρα­θα­λάσ­σιον χω­ρί­ον της.»2

Μια πα­ράλ­λη­λη ανά­γνω­ση του πα­ρα­πά­νω απο­σπά­σμα­τος με το αρ­χαίο επί­γραμ­μα, το οποίο στη συ­νέ­χεια πα­ρα­θέ­τω με­τα­φρα­σμέ­νο, επι­βε­βαιώ­νει πως η πα­πα­δια­μα­ντι­κή ηρω­ί­δα έρ­χε­ται από πο­λύ μα­κριά —από τα βά­θη των χι­λιε­τιών— και πως ο τυ­ραν­νι­σμέ­νος βί­ος των φτω­χών γραιών συ­νο­δευό­ταν πά­ντα από μια πεί­σμο­να προ­σή­λω­ση στην αξιο­πρέ­πεια.

[ H στα­χο­μα­ζώ­χτρα Νι­κώ ]

Πο­λε­μώ­ντας την άθλια φτώ­χεια της
σε βα­θιά γη­ρα­τειά η Νι­κώ με κο­ρί­τσια μα­ζί
λί­γα στά­χυα μα­ζεύ­αν που έπε­φταν χά­μω.
Όμως χά­θη­κε κεί­νη
απ’ το καύ­μα του θέ­ρους·
κι οι κο­πέ­λες, συ­νερ­γοί της στο μά­ζε­μα,
πυρ­κα­γιά νε­κρι­κή —χω­ρίς ξύ­λα— από στά­χυα υψώ­σαν.
Μην ορ­γί­ζε­σαι, Δή­μη­τρα, που ενώ ήταν θνη­τή,
απ’ το χώ­μα φερ­μέ­νη,
με τους σπό­ρους της γης τα κο­ρί­τσια την ντύ­σαν.

λιμὸν ὀιζυρὴν ἀπα­μυ­νο­μέ­νη πο­λύ­γη­ρως
Νικὼ σὺν κού­ραις ἠκρο­λό­γει στά­χυας:
ὤλε­το δ᾽ ἐκ θάλ­πους: τῇ δ᾽ ἐκ κα­λά­μης συ­νέ­ρι­θοι
νῆσαν πυρ­καϊὴν ἄξυ­λον ἀστα­χύ­ων.
μὴ νε­μέ­σα, Δή­μη­τερ, ἀπὸ χθονὸς εἰ βροτὸν οὖσαν
κοῦραι τοῖς γαί­ης σπέρ­μα­σιν ἠμφί­ε­σαν.

ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΩΣ (Π.Α. 9.89)

Απέ­δω­σα τον πυ­κνό λό­γο του επι­γράμ­μα­τος σε ανα­παι­στι­κά ανι­σο­σύλ­λα­βα μέ­τρα, που ται­ριά­ζουν —λό­γω του θρη­νη­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα τους— στον πο­νε­μέ­νο βίο της φτω­χής γε­ρό­ντισ­σας Νι­κώς. Εντύ­πω­ση προ­κα­λεί η συ­νο­δεία της γραί­ας από κό­ρες, οι οποί­ες δεν εί­ναι απλώς συ­νερ­γά­τι­δες στη φτω­χι­κή συ­γκο­μι­δή από πε­σμέ­να στά­χυα, αλ­λά λει­τουρ­γούν συγ­χρό­νως ως ιε­ρή ακο­λου­θία που ανα­πα­ρά­γει —με όρους θνη­τό­τη­τας— το πρό­τυ­πο της Δή­μη­τρας και της Κό­ρης (Περ­σε­φό­νης). Οι γυ­ναί­κες αυ­τές απο­κα­λού­νται συ­νέ­ρι­θοι, επί­θε­το που απο­δί­δε­ται κα­τά κα­νό­να σε υφά­ντρες (συ­νέ­ρι­θος: ἐργά­τις με­μι­σθω­μέ­νη ὅπως βοηθῇ εἰς οἰκιακὰς ἐργα­σί­ας, οἷον εἰς τὸ νή­θειν καὶ ὑφαί­νειν, ανα­φέ­ρει το Liddell – Scott). Εξάλ­λου ως υφά­ντρες λει­τουρ­γούν οι κό­ρες αυ­τές δε­δο­μέ­νου ότι με­τα­φο­ρι­κά ντύ­νουν (ἠμφί­ε­σαν) τη νε­κρή Νι­κώ με στά­χυα. Αξί­ζει να ση­μειω­θεί ότι οι υφά­ντρες, του­λά­χι­στον της ύστε­ρης αρ­χαιό­τη­τας -όπως προ­κύ­πτει από τα αφιε­ρω­μα­τι­κά επι­γράμ­μα­τα της Πα­λα­τι­νής Αν­θο­λο­γί­ας– ήταν ορ­γα­νω­μέ­νες σε συ­ντε­χνί­ες, με προ­στά­τι­δα θεά την Ερ­γά­νη Αθη­νά, απο­τε­λού­με­νες από δύο ή τρεις ή και τέσ­σε­ρις γυ­ναί­κες, που εξα­σφά­λι­ζαν με την υφα­ντι­κή τέ­χνη ένα πε­νι­χρό­τα­το κα­τά κα­νό­να ει­σό­δη­μα.
Η γραία Νι­κώ απο­τε­λεί ίσος την πρώ­τη λο­γο­τε­χνι­κή στα­χο­μα­ζώ­χτρα της αρ­χαί­ας ελ­λη­νι­κής γραμ­μα­τεί­ας. Έχει βε­βαί­ως προη­γη­θεί η προ­λο­γο­τε­χνι­κή μορ­φή της βι­βλι­κής Ρουθ της Μω­α­βί­τι­δας, που σε και­ρούς με­γά­λου λι­μού, χή­ρα η ίδια, απο­φα­σί­ζει να εγκα­τα­λεί­ψει τη γη της Μω­άβ για να συ­νο­δεύ­σει τη γη­ραιά πε­θε­ρά της στη γη της Βη­θλε­έμ, όπου με αυ­τα­πάρ­νη­ση εξα­σφα­λί­ζει τον πε­νι­χρό τους βίο συλ­λέ­γο­ντας τα πε­σμέ­να στά­χυα στον αγρό του σπλα­χνι­κού Βο­όζ. (καὶ ἐπο­ρεύ­θη καὶ ἐλθοῦσα συ­νέ­λε­ξεν ἐν τῷ ἀγρῷ κα­τό­πι­σθεν τῶν θε­ρι­ζό­ντων· Ρουθ, 2.3)

Την πο­λύ­πα­θη ζωή των γυ­ναι­κών που ασχο­λού­νται με το στα­χυο­λό­γη­μα3 έχει ανα­δεί­ξει πα­ράλ­λη­λα με τη λο­γο­τε­χνία και η ει­κα­στι­κή τέ­χνη. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα απο­τε­λεί η ελαιο­γρα­φία του Φραν­σουά Μι­λέ στην οποία τρεις γυ­ναι­κεί­ες μορ­φές σκύ­βουν στην απε­ρα­ντο­σύ­νη ενός τε­ρά­στιου αγρού για να μα­ζέ­ψουν τα λι­γο­στά υπο­λείμ­μα­τα της πλού­σιας σο­δειάς που ήδη εί­ναι στοι­βαγ­μέ­νη στα κά­ρα. Το επί­γραμ­μα όμως του Φι­λίπ­που του Θεσ­σα­λο­νι­κέ­ως πέ­ρα από τη συ­γκι­νη­τι­κή ανα­πα­ρά­στα­ση του πο­λύ­μο­χθου βί­ου μιας στα­χο­μα­ζώ­χτρας δί­νει υπό­στα­ση πραγ­μα­τι­κή στην ηρω­ί­δα του: Η γραία Νι­κώ έχει όνο­μα, όπως όνο­μα έχει και η θεια-Αχτί­τσα του Πα­πα­δια­μά­ντη. Ο επι­γραμ­μα­το­ποιός με λό­γο πυ­κνό φα­νε­ρώ­νει πως η φτώ­χεια δεν απο­κλεί­ει τη συ­νύ­παρ­ξη με ένα πα­νάρ­χαιο πο­λι­τι­σμό του οποί­ου φο­ρείς εί­ναι απλές γυ­ναί­κες. Η ιε­ρή τα­φι­κή τε­λε­τουρ­γία την οποία επι­τε­λούν οι κό­ρες σκε­πά­ζο­ντας τη νε­κρή με τα πε­σμέ­να στά­χυα του αγρού αντι­με­τω­πί­ζει τη Νι­κώ ως θνη­τή Δή­μη­τρα και τη γη ως τη μή­τρα από την οποία γεν­νιό­μα­στε και στην οποία επι­στρέ­φου­με.

________________
1. Ο Φί­λιπ­πος ο Θεσ­σα­λο­νι­κεύς, επι­γραμ­μα­το­ποιός που έζη­σε τον 1ο αιώ­να μ.Χ., ακο­λου­θώ­ντας το πα­ρά­δειγ­μα του Με­λέ­α­γρου από τα Γά­δα­ρα της Συ­ρί­ας (1ος αιώ­νας π.Χ.) συ­νέ­θε­σε αν­θο­λο­γία επι­γραμ­μά­των στην οποία πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται ποι­η­τές της ρω­μαϊ­κής επο­χής και την απο­κά­λε­σε, όπως και ο Με­λέ­α­γρος, «Στέ­φα­νο». Σώ­ζο­νται πε­ρί τα 80 επι­γράμ­μα­τά του στην Πα­λα­τι­νή Αν­θο­λο­γία.
2. Αλέ­ξαν­δρος Πα­πα­δια­μά­ντης, Άπα­ντα, Κρι­τι­κή έκ­δο­ση Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος, εκδ. Δό­μος, τόμ. 2, 1982, σ. 115-124.
3. Το ότι το στα­χυο­λό­γη­μα επι­κρά­τη­σε να θε­ω­ρεί­ται ένα οιο­νεί γυ­ναι­κείο «προ­νό­μιο» φαί­νε­ται και από την εξής ανα­φο­ρά του Θε­ο­δώ­ρη­του (393-457), χρι­στια­νού επι­σκό­που της Κύρ­ρου, και εκ­κλη­σια­στι­κού συγ­γρα­φέα: Καὶ ἀμῶντας δὲ προ­σέ­τα­ξε τοὺς ἐκπί­πτο­ντας στά­χυας κα­τα­λι­πεῖν τῷ προ­ση­λύτῳ, καὶ τῷ ὀρφανῷ, καὶ τῇ χήρᾳ. (83, 508, 18-20) [ Διέ­τα­ξε όταν θε­ρί­ζου­με να αφή­νου­με τα στά­χυα που πέ­φτουν για τον ξέ­νο, για το ορ­φα­νό και για τη χή­ρα. ]

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε