Ο Θησεύς ήταν γιος φανερά του βασιλιά Αιγαία και της Αίθρας, στην πραγματικότητα όμως ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Αίθρας, της κόρης του βασιλιά της Τροιζήνας Πιτθέα. Μεγάλωσε στην Τροιζήνα και όταν έφτασε στην ηλικία των δεκαέξι ετών σήκωσε ένα βράχο σαν μικρό βουνό, βρήκε το σπαθί και τα σανδάλια του πατέρα του και ξεκίνησε για την Αθήνα, όπου ο πατέρας του ήταν βασιλιάς και αυτός ως γιος του θα τον διαδεχόταν στον θρόνο.
Έφτασε, λοιπόν, από το Άργος στην Αθήνα πραγματοποιώντας μια σειρά άθλους για να είναι βέβαιος πως έχει τα προσόντα να γίνει βασιλιάς. Στην Αθήνα πληροφορήθηκε ότι η πόλη των Αθηναίων ήταν φόρου υποτελής στην πόλη του Μίνωα και ο φόρος που πλήρωνε ήταν φόρος αίματος. Κάθε χρόνο οι Αθηναίοι έστελναν στην Κρήτη επτά νέους και επτά νέες για τροφή στον Μινώταυρο, που ως φαίνεται ήταν ανθρωποφάγος. Ο Θησέας χωρίς να διστάσει μπήκε μπροστά και δήλωσε ότι θα ταξιδέψει ως την Κρήτη, θα σκοτώσει τον Μινώταυρο και θα απαλλάξει την Αθήνα από τον βαρύ αυτόν φόρο. Έτσι και έγινε. Ο Θησέας έφτασε στην Κρήτη και δήλωσε ότι θα παλέψει με τον Μινώταυρο και πως θα τον νικήσει. Όπως και σύμφωνα με τον μύθο έγινε. Το πρόβλημα του Θησέα δεν ήταν αν καταφέρει να νικήσει τον Μινώταυρο. Αυτό το είχε σίγουρο. Το πρόβλημά του ήταν το πώς θα μπει στον Λαβύρινθο για να βρει τον Μινώταυρο. Και το σπουδαιότερο ήταν, αφού μπει και σκοτώσει το θηρίο, πώς θα βγει έξω στο φως. Σε αυτή την δυσκολία την λύση του την έδωσε η Αριάδνη, η κόρη του Μίνωα. Ερωτεύτηκε τον Θησέα, του έδωσε το μιτάρι της με την κλωστή και τον δασκάλεψε να το δέσει στην είσοδο και να το ξετυλίγει λίγο λίγο μέχρι να βρει τον Μινώταυρο. Και αφού τον βρει και τον σκοτώσει, κάτι που το θεωρούσε και αυτή δεδομένο, να αρχίσει να το τυλίγει σιγά σιγά μέχρι να φτάσει στην έξοδο. Έξυπνη κίνηση και το σχέδιο πέτυχε τελείως. Μετά από αυτό ο Θησέας ξεκίνησε νικητής και τροπαιοφόρος να γυρίσει στην Αθήνα έχοντας μαζί του και την Αριάδνη. Της είχε υποσχεθεί ότι θα την παντρευτεί στην Αθήνα και θα την κάνει βασίλισσα. Όταν όμως έφτασε στην Νάξο, την άφησε εκεί. Η βασιλοκόρη έβαλε τα κλάματα.
«Εγώ σε βοήθησα να μπεις στον Λαβύρινθο, πρόδωσα τον πατέρα μου, εγκατέλειψα την πατρίδα μου γιατί σε αγάπησα και εσύ με παρατάς σε ένα νησί μόνη και απροστάτευτη; Τι θα κάνω εγώ τώρα; Θα αυτοκτονήσω και να ξέρεις θα έχεις το κρίμα στο λαιμό σου».
Ο Θησέας που φοβήθηκε μην τον καταραστεί και βρει τιμωρία από τους θεούς έσπευσε να την διαβεβαιώσει ότι την περίμενε καλύτερη τύχη.
«Μην κλαις, καλή μου Αριάδνη. Εγώ αυτήν την στιγμή δεν μπορώ να σου προσφέρω τίποτα. Ένας φτωχός διάδοχος είμαι και όταν επιστρέψω στην Αθήνα θα γίνω ένας επίσης φτωχός βασιλιάς. Ενώ, αν περιμένεις για λίγο εδώ στο νησί, θα περάσει ένας ωραίος νέος που θα γίνει θεός. Αυτός θα σε παντρευτεί και θα κάνετε σπουδαία παιδιά μαζί, γιατί έτσι αποφάσισαν οι θεοί».
«Και πώς το ξέρεις ότι θα γίνεις βασιλιάς;» τον ρώτησε η καχύποπτη Αριάδνη.
«Κάτι έχω κατά νου», της απάντησε ο ήρωας αινιγματικά.
Η Αριάδνη δεν πείστηκε, αλλά μια και δεν μπορούσε να αλλάξει τα πράγματα έμεινε στο νησί να περιμένει τον καλύτερο γαμπρό. Ο Θησέας τελικά βγήκε αληθινός. Γρήγορα πέρασε από την Νάξο ο Διόνυσος, είδε την όμορφη κόρη του Μίνωα να κλαίει την μοίρα της, την ερωτεύτηκε και την έκανε γυναίκα του. Ο ήρωας της Αττικής από την άλλη έφυγε με τα καράβια του και έφτασε στην Αθήνα. Εδώ τελειώνει η πρώτη ανάγνωση. Αφού διαβάσουμε πάλι και πάλι τον μύθο και τον ψάξουμε σε βάθος, διαπιστώνουμε τα εξής.
- Όταν ο γιος του Αιγαία έφτασε στην Αθήνα, αυτή ήταν μια πόλη πολιτικά και κοινωνικά αδύναμη. Ο φόρος αίματος που πλήρωνε στην Κρήτη ήταν πολύ βαρύς. Το ότι η πόλη δεν μπορούσε, δεν είχε ελπίδα να απαλλαγεί από αυτόν βεβαιώνει την ασήμαντη θέση της σε σχέση με τις άλλες πόλεις της Ελλάδας. Η νίκη του Θησέα κατά του Μινώταυρου και η απαλλαγή της χώρας της Αθηνάς από την αιματηρή φορολογία δείχνει ότι η Αθήνα έμπαιναν σε ανοδική πορεία. Γεγονός που θα την έκανε όχι μόνο δυναμική αντίπαλο της μινωικής Κρήτης, αλλά και μια υπολογίσιμη πόλη-κράτος στην Ελλάδα.
- Με ποιες προϋποθέσεις η πόλης των Αθηναίων άρχισε να αναπτύσσεται και να δυναμώνει; Σε αυτό το ερώτημα έχουμε απάντηση. Όταν ο Θησέας έφτασε στην Αθήνα, η πόλη δεν είχε καμία ενότητα. Ήταν διαιρεμένη σε μικρές οικογένειες. Ο Θησέας έπεισε αυτές τις οικογένειες να ενωθούν μεταξύ τους με κοινούς θεούς, κοινές προσευχές, κοινές γιορτές, κοινά συμπόσια. Έτσι ενωμένες οι οικογένειες θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τον κάθε εχθρό. Η ισχύς εν τη ενώσει. Αυτό το τελευταίο, το να ενώσει δηλαδή ο Θησέας τις οικογένειες σε γένη με κοινό γενάρχη και να δημιουργήσει μια πόλη, «τας Αθήνας», το θεωρούμε το μεγαλύτερο κατόρθωμα του γιου του Αιγαία και της Αίθρας, του γιου του Ποσειδώνα.
- Αφήσαμε για το τέλος μια πονηρή ερώτηση. Πώς ήξερε ο Θησέας ότι θα γίνει βασιλιάς μόλις γυρίσει στην Αθήνα; Μήπως εσκεμμένα δεν άλλαξε τα πανιά στα καράβια και άφησε τα μαύρα, ώστε να οδηγηθεί ο Αιγαίας στην αυτοκτονία;