Ο ήλιος είχε από ώρα δύσει και η σελήνη δεν είχε κάνει ακόμη την εμφάνισή της στον ουρανό όταν ο περιηγητής Υπερίων αντιλήφθηκε την Τιτανίδα Ρέα, την συντρόφισσα του Κρόνου και μάνα χαροκαμένη των παιδιών της, να βγαίνει από το ανάκτορο του κοσμοκράτορα.
-Πού πηγαίνει άραγε μες την νύχτα; Αναρωτιέται ο Τιτάνας.
Την βλέπει να κοντοστέκεται για λίγο στην θύρα των ανακτόρων και πριν κατεβάσει το πέπλο της χαμηλά στο μέτωπο, να κοιτά συνωμοτικά γύρω της. Δεν υπάρχει ψυχή πουθενά, βεβαιώνεται. Το ίδιο διαπιστώνει και ο Υπερίων από ψηλά. Πού πηγαίνει λοιπόν; Ας την ακολουθήσω, σκέφτεται. Την βλέπει να περπατά γρήγορα και γρήγορα να φτάνει στο σημείο που κάθε βράδυ σμίγει ο Ουρανός με την Γαία. Παλιά συνήθειά τους. Η Ρέα τους βλέπει από μακριά και τρέχει γρήγορα κοντά τους. Είναι οι γονείς της και έχει ανάγκη την συμβουλή τους. Σε λίγες ημέρες θα γεννήσει ένα ακόμη παιδί και γνωρίζει καλά ότι, όπως συνέβη και με τα άλλα της τα παιδιά, θα το καταβροχθίσει και αυτό ο Κρόνος. Φοβάται ο κοσμοκράτορας, γιατί διδάχθηκε από προσωπική εμπειρία πως η εξουσία της αθανασίας έχει κι αυτή τα όριά της.
Ο Υπερίων την βλέπει να κάθεται ανάμεσά τους και να κουβεντιάζει μαζί τους, αλλά δεν μπορεί να ακούσει τι λένε. Τι λένε άραγε; Τον βασανίζει η περιέργεια. Μέχρι όμως να αποφασίσει να πλησιάσει τους τρεις συνωμότες, η Ρέα έχει πάρει ήδη τον δρόμο της επιστροφής τρέχοντας σχεδόν. Την είδε ο ίδιος να μπαίνει μέσα στο ανάκτορο. Τι συζητήσανε άραγε; Γιατί κάτι ζήτησε η Τιτανίδα από τους γονείς της. Τελικά αποφάσισε να περιμένει. Ό,τι και αν είναι, σκέφτηκε, πολύ σύντομα θα αποκαλυφθεί.
Και πράγματι δεν πέρασε πολύς καιρός, όταν ένα άλλο βράδυ πάλι η Ρέα έφυγε κρυφά από το ανάκτορο και έτρεξε πάλι κοντά στην Γαία. Εκεί στη αγκαλιά της μητέρας της η Ρέα γέννησε έναν ακόμη γιο, τον τρίτο κατά σειρά. Αμέσως η Γαία τον τύλιξε με τα χρυσοκόκκινα βασιλικά ρούχα και τον κράτησε στοργικά στην αγκαλιά της, όσο η Ρέα σπαργάνωνε μια πέτρα, που της έδωσε η μητέρα της. Με την πέτρα τώρα στην αγκαλιά της την είδε να τρέχει πίσω προς το παλάτι του Κρόνου. Ο Υπερίων δεν άντεξε άλλο, κατέβηκε από τα ψηλά και πλησίασε την μητέρα του. Μόλις τον είδε η Γαία γέλασε με την καρδιά της και μαζί της γελούσε και ο Ουρανός, που σιωπηλός πιο πέρα παρακολουθούσε τα πάντα.
-Ξέρω τι σε βασανίζει και θα σου το πω. Η αδελφή σου μου ζήτησε να την συμβουλεύσω πώς θα γλυτώσει τον τρίτο της γιο τουλάχιστον από την βουλιμία του άντρα της. Της είπα λοιπόν να έλθει να γεννήσει εδώ και αντί για το βρέφος, να σπαργανώσει μια πέτρα και να την δώσει στον Κρόνο. Αν δεν αντιληφθεί την απάτη ο αδελφός σου, θα καταπιεί την πέτρα και η Ρέα θα γυρίσει γρήγορα εδώ να πάρει το παιδί της. Και όπως βλέπεις, επέστρεψε ήδη. Αμέσως η Γαία στράφηκε προς την κόρη της. Η Ρέα κατάλαβε και πήρε τον λόγο.
-Ήταν τόση η αγωνία του Κρόνου να καταβροχθίσει και αυτό το αγόρι, τους είπε, που ούτε καν κοίταξε τι του έδωσα. Άρπαξε την πέτρα και την έστειλε στο στομάχι του.
Έπειτα άπλωσε τα χέρια στο θείο βρέφος, το αγκάλιασε με απέραντη τρυφερότητα και το έβαλε στον μαστό της. Ο μικρούλης τον άρπαξε με τα χεράκια του και αμέσως πλημμύρισε το στόμα του με το γάλα της μάνας του. Έπινε το μητρικό γάλα γρήγορα και λαίμαργα, λες και βιαζόταν να μεγαλώσει. Η Γαία τον κοιτούσε με πολλή περίσκεψη.
-Ελπίζω, είπε φωναχτά την σκέψη της, αυτό το παιδί που σύντομα θα διεκδικήσει την βασιλεία του κόσμου να μην βάλει θεούς και ανθρώπους σε νέους μπελάδες. Ουρανός, Υπερίων και Ρέα την κοίταξαν το ίδιο προβληματισμένοι. Δεν μίλησε όμως κανείς. Διότι ο μύχιος φόβος δεν έχει φωνή.