Από όλα τα ζώα που υπάρχουν στην γη το πιο τραγικό είναι ο άνθρωπος. Γιατί αυτός έχει συνείδηση του θανάτου. Από ενωρίς μαθαίνει ότι κάθε μορφή ζωής στον πλανήτη Γη γεννιέται και πεθαίνει. Ξέρει λοιπόν και ο ίδιος ότι θα πεθάνει, ότι κάποια στιγμή το σώμα του θα γυρίσει πίσω στην γη, όπου και θα αποσυντεθεί. Τι γίνεται όμως με την ψυχή; Ακολουθεί το σώμα στην διάλυσή του ή μετά την απαλλαγή της από αυτό συνεχίζει να ζει σε έναν άλλο κόσμο;
Το 399 π. Χ. ο Σωκράτης οδηγείται στο δικαστήριο της Ηλιαίας με την κατηγορία ότι εισάγει στην Αθήνα καινά δαιμόνια και διαφθείρει τους νέους. Απολογούμενος ο σοφός δάσκαλος, αφού πρώτα διαφωτίσει τους Αθηναίους για τον πραγματικό προορισμό του στην γη, ολοκληρώνει την ομιλία του με τα εξής λόγια:
«Ἀλλὰ γὰρ ἢδη ὥρα ἀπιέναι, ἐμοί μὲν ἀποθανουμένῳ, ὑμῖν δὲ βιωσομένοις. ὁπότεροι δὲ ἡμῶν ἔρχονται ἐπί ἄμεινον πρᾶγμα, ἄδηλον παντὶ πλὴν ἢ θεῷ».
Απόδοση: Έφτασε λοιπόν η ώρα να φύγουμε, εγώ βέβαια για να πεθάνω, εσείς όμως για να ζήσετε. Αλλά ποιος από μας πηγαίνει σε καλύτερο προορισμό, αυτό είναι αφανέρωτο σε όλους, εκτός από τον θεό.
Ο Σωκράτης, λοιπόν, πίστευε πως η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη και μετά τον θάνατο του σώματος απελευθερωμένη πηγαίνει σε έναν καλύτερο κόσμο, την ύπαρξη του οποίου γνωρίζει μόνον ο θεός. Συγγενείς αντιλήψεις σχετικά με την αθανασία της ψυχής βρίσκουμε σε όλους τους παραδοσιακούς πολιτισμούς. Σε όλον τον κόσμο συναντάμε την πίστη ότι η ψυχή είναι αθάνατη και μάλιστα σε κάποιους λαούς η πεποίθηση αυτή ενισχύεται από την άποψη πως κάποτε επιστρέφει στην γη με κάποιον τρόπο και ίσως με μιαν άλλη μορφή. Οι αντιλήψεις που σχετίζονται με την επιστροφή της ψυχής στην ζωή συνδέονται κυρίως με την ανάγκη απονομής δικαιοσύνης, που σημαίνει πως όσοι έζησαν δίκαια θα ανταμειφθούν, ενώ όσοι έζησαν άδικα θα τιμωρηθούν. Η δοξασία αυτή έχει τις ρίζες της όχι μόνον βαθειά στην συνείδηση των ανθρώπων αλλά και βαθειά στον χρόνο. Η ανάγκη της δικαίωσης οδήγησε και στην πίστη της μετεμψύχωσης, σύμφωνα με την οποία η ψυχή επιστρέφει με όποια μορφή ζωής επιθυμεί, ή της μετενσάρκωσης, όπου η ψυχή επιστρέφει και ξαναζεί μόνο σε σώμα ανθρώπου.
Σε όλο τον κόσμο σχεδόν κυριαρχεί η αντίληψη ότι ο άνθρωπος αποτελείται από σώμα και ψυχή. Και το μεν σώμα του είναι φθαρτό, γιατί είναι φτιαγμένο από χώμα και νερό, υλικά της γης, ενώ η ψυχή του είναι αθάνατη, γιατί είναι προσφορά θεϊκής πνοής. Θα μπορούσε βέβαια να σκεφτεί κανείς γιατί οι θεοί αφού έπλασαν τον άνθρωπο κατ΄ εικόνα και ομοίωσή τους δεν του χάρισαν και εξ ολοκλήρου την αθανασία, αφού είχαν την δύναμη να του κάνουν και αυτό το δώρο. Ως φαίνεται όμως οι θεοί σκέφτηκαν ότι ο θνητός έπρεπε μόνος του να φτάσει στην αθανασία, γιατί τότε αποκτά η ψυχή του, καλύτερα να πούμε, η ύπαρξή του, πραγματική αξία. Έκριναν ότι αν ανακαλύψει την ουσία του θεϊκού τους δώρου, και το αξιοποιήσει κατάλληλα για όφελος δικό του και των άλλων ανθρώπων, τότε η θεία πνοή με την οποία τον έχρισαν θα τον εμπνεύσει να δημιουργήσει με την σειρά του και αυτός σαν ένας μικρός θεός έργο χρήσιμο για την ανθρωπότητα, και τότε, ναι, θα έχει κερδίσει την αθανασία.
Όλοι οι μεγάλοι Έλληνες φιλόσοφοι, για να περιοριστούμε στην δική μας παράδοση, αν και περπάτησαν σε διαφορετικά μονοπάτια, συναντήθηκαν τελικά στο ίδιο σημείο και συμφώνησαν. Το σώμα του ανθρώπου είναι βέβαια φθαρτό, αλλά είναι και αρκετά ισχυρό για να κρατάει δέσμια μια θεία πνοή και να την καταδυναστεύει με τις γήινες ανάγκες του. Κάποτε όμως έρχεται η στιγμή που το φθαρτό κορμί του θνητού λυγίζει είτε από τον χρόνο είτε από ασθένειες και παύει να ζει, οπότε και τα χοϊκά υλικά του επιστρέφουν στην γη, ήταν δάνεια δικά της. Έτσι ο θάνατος του σώματος γίνεται ο σωτήρας της ψυχής, γιατί την λυτρώνει από τις απαιτήσεις της σάρκας και της ανοίγει τον δρόμο για να φτάσει σε έναν υψηλότερο προορισμό. Η θεϊκή πνοή ελεύθερη από γήινα δεσμά, με το ταξίδι της αυτό αναζητά την επιστροφή στην πηγή της, επιθυμεί την ένωσή της με τον θεό. Κατά πόσο θα πραγματοποιήσει την επιθυμία της, θα εξαρτηθεί από το πώς έζησε με το σώμα που την κρατούσε φυλακισμένη. Αν ο τρόπος ζωής του θνητού ήταν κυριευμένος από σφοδρά και ανάρμοστα προς το θείο πάθη, αν η ψυχή δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το σώμα, ώστε να μην κατρακυλήσει όλη την σκάλα της διαφθοράς, τότε αυτή θα αναγκασθεί να επιστρέψει στην γη και θα υποχρεωθεί να ξαναζήσει, και να ξαναζήσει, και να ξαναζήσει, μέχρι να καθαριστεί τελείως από τις αμαρτίες της. Η επάνοδος της ψυχής στην γη, όπως υποστηρίζουν, σκοπό έχει να συμβάλει στην εξέλιξή της. Γιατί η γη είναι πεδίο δράσης, όπου η ψυχή αντιμετωπίζει αμέτρητες δοκιμασίες μέχρι να εξελιχθεί και να πάρει ξανά το δρόμο της επιστροφής στο πραγματικό της σπίτι, στον ουρανό. Τότε μόνον είναι άξια να ενωθεί με τον θεό της. Γιατί η είσοδος της θεϊκής πνοής στο σώμα θεωρείται κατά κάποιο τρόπο και αποτέλεσμα μιας θεϊκής πτώσης. Ως φαίνεται και οι θεοί κάνουν λάθη. Έτσι δίδασκαν οι οπαδοί του Ορφισμού, καθώς και οι μύστες των Ελευσινίων Μυστηρίων. Υποστήριζαν μάλιστα πως μόνον με την κατάλληλη μύηση η θεία πνοή πετυχαίνει την κάθαρση και επανενώνεται με την πηγή της.
Ο Πυθαγόρας ξεκινώντας από την ίδια με την θεωρία του Ορφισμού βάση διδάσκει ότι η ψυχή κερδίζει την κάθαρση και ασφαλώς και την αιώνια βασιλεία των ουρανών όχι μόνον με την μύηση, αλλά και με τις συνεχείς μετεμψυχώσεις και μετενσαρκώσεις. Μέσα από μια σειρά διαδοχικών ζωών είτε σε σώμα ζώου, μετεμψύχωση, είτε σε σώμα ανθρώπου, μετενσάρκωση, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την κάθαρσή της και την οριστική της ένωση με το θείο.
Κατά τον Πλάτωνα η ψυχή ως θεϊκή ανάσα είναι αιώνια και αθάνατη, όπως οι θεοί. Στους διαλόγους του, κυρίως στην Πολιτεία και τον Φαίδωνα, υποστηρίζει ξεκάθαρα ότι η ψυχή του ανθρώπου προϋπάρχει της γέννησής του και συνεχίζει να υπάρχει και μετά τον θάνατό του. Η αιωνιότητα και η αθανασία της σύμφωνα με τον Αθηναίο φιλόσοφο είναι πολύ σημαντική για τον θνητό, γιατί αποτελεί την βάση της ηθικής του ζωής. Αν η ψυχή ζήσει ζωή ενάρετη, με την απελευθέρωσή της από το σώμα επιστρέφει στον κόσμο των ιδεών. Εκεί την τοποθετεί ο Πλάτωνας. Σε έναν τέλειο κόσμο. Δίδασκε επίσης ότι η στιγμή που ο άνθρωπος ανταμώνεται με τον θάνατο είναι καλή στιγμή, γιατί η ψυχή του, δηλαδή το αληθινό άτομο, απελευθερώνεται από το σώμα που αποτελεί την επίγεια φυλακή του και πορεύεται προς ένα καλύτερο κόσμο. Με τις απόψεις του περί αθανασίας της ψυχής και θανάτου του σώματος, (όπου σώμα=σήμα=φυλακή) ο φιλόσοφος στήριξε την δυαδική άποψη της σχέσης ανάμεσα στο σώμα και στην ψυχή, όπως και την πεποίθηση ότι ο πυρήνας της αληθινής ύπαρξης είναι η αθανασία της.
Ο Αριστοτέλης, αν και μαθητής του Πλάτωνα, διαφοροποιείται από τον δάσκαλό του. Δεν τον απασχολεί άμεσα η αθανασία της ψυχής, κυρίως μελετά την έννοια της αιωνιότητας μέσα από την κίνηση και την τελειότητα. Στον κόσμο του Αριστοτέλη, ο πρώτος κινούν ακίνητος που αποτελεί αντικείμενο έρωτα για όλα τα όντα είναι η αιώνια αιτία της ύπαρξης. Έτσι, η αθανασία μέσω του εράν συνδέεται με την αναζήτηση της τελειότητας, η κατάκτηση της οποίας θα οδηγήσει τον θνητό στην ολοκληρωμένη θέωση.
Αργότερα όμως η έρευνα και η μελέτη της αθανασίας της ψυχής στηρίχτηκε στον τρόπο σκέψης του Αθηναίου φιλοσόφου, καθώς και στις θεωρίες του για το σώμα φυλακή και το ταξίδι της ψυχής στον τέλειο Κόσμο των Ιδεών και πάνω εκεί οικοδόμησε την πίστη στην μετά θάνατον ζωή. Στην πλειονότητά τους οι θεολόγοι και οι φιλόσοφοι από την επικράτηση του Χριστιανισμού συνέδεσαν τον πλατωνισμό με τον Χριστιανισμό τόσο σταθερά ως προς αυτό το σημείο, ώστε όποιος τολμούσε να κρίνει ή να διαφωνεί με αυτή την σύνθεση να θεωρείται αιρετικός. Σημαντικό επίσης ρόλο στην επιστροφή της ψυχής στην γη κατέχουν και οι μοίρες, καθώς και οι σχέσεις τους με την ευθύνη του ατόμου σε αυτό που λέμε ενάρετη ζωή, ενάρετη ψυχή. Απάντηση δίνει και σε αυτό το στοιχείο ο Πλάτωνας. Ο Αθηναίος φιλόσοφος συνήθιζε να φωτίζει με μύθους πολλές από τις απόψεις του στους διαλόγους του. Για την αθανασία της ψυχής και την επάνοδό της στην γη, καθώς και για την δύναμη του έρωτα, που θα γνωρίσουμε στην συνέχεια, μας παρέχει δύο μύθους τους οποίους κρίνουμε σημαντικούς και τους αναφέρουμε, γιατί είναι πολύ διαφωτιστικοί για το έργο μας.
Στον μύθο του Ηρός, ο οποίος αποτελεί τον επίλογο στην Πολιτεία του, (617d), ο φιλόσοφος κάνει εκτενή αναφορά στον δρόμο της ψυχής προς την αθανασία, καθώς και στον τρόπο επανόδου της στην ζωή. Το γεγονός αποκαλύπτεται στους ανθρώπους από τον Ήρα. Περιληπτικά αναφέρουμε: Αρχικά οι ψυχές, ύστερα από χίλια χρόνια παραμονής και δοκιμασίας σε μέρη ανάλογα με τις πράξεις τους στην γήινη ζωή τους, συναντώνται σε προκαθορισμένο τόπο και με την καθοδήγηση ενός ιεροφάντη παρουσιάζονται στην Λάχεση, σε μία από τις μοίρες. Αυτός ενημερώνει επίσης τις ψυχές ότι πριν επιστρέψουν στην γη αυτές οι ίδιες θα επιλέξουν τον δαίμονά τους, που θα τις συνοδεύει εν ζωή, θα επιλέξουν ακόμη την μορφή που θέλουν να πάρουν, δηλαδή το πρότυπο ατόμου που θέλουν να ακολουθήσουν, επίσης θα διαλέξουν αν θέλουν να μετενσαρκωθούν ή να μετεμψυχωθούν. Έτσι, η επιλογή απαλλάσσει τους θεούς από την ευθύνη του τρόπου ζωής των θνητών, αφού οι ίδιες οι ψυχές με δική τους απόφαση επιλέγουν το πρότυπο ζωής που θέλουν να ζήσουν. Συνεπώς, αν κριθούν μετά θάνατον ενάρετες ή όχι οι ψυχές, είναι αποτέλεσμα δικής τους υπευθυνότητας. Η αρετή της κάθε ψυχής σε μικρό ή μεγάλο ποσοστό καθοριζόταν ανάλογα με την επιλογή του βίου που θα διήγε. Αμέσως μετά ο ιεροφάντης έριχνε μπροστά τους ποικίλα πρότυπα μορφών ζωής ζώων και ανθρώπων. Ανάμεσα σε αυτό το πλήθος υπήρχαν βίοι κακών προτύπων αλλά υπήρχαν και βίοι ανθρώπων φημισμένων για το παράστημα, την ομορφιά, για την δύναμη και το αγωνιστικό πνεύμα τους. Υπήρχαν επίσης πρότυπα ατόμων τιμημένων για την καταγωγή και τις αρετές των προγόνων τους, καθώς και πρότυπα εντελώς άγνωστα και αφανή. Τα πρότυπα αυτά ήταν και ανδρών και γυναικών. Και οι πιο πολλές επιλογές γίνονταν με βάση τα όσα η ψυχή είχε γνωρίσει στην προηγούμενη ζωή της, όπως και τα πόσα από αυτά μπορούσε να ανακαλέσει στην μνήμη της.
Τέλος, όταν πια όλες οι ψυχές ολοκληρώσουν την επιλογή των προτύπων τους, βγαίνουν στην σκηνή οι τρεις μοίρες. Και πρώτη η Λάχεση. Αυτή έδινε εντολή στον δαίμονα, που η κάθε ψυχή με δική της απόφαση είχε καλέσει, να τις συνοδεύσει στην ζωή που διάλεξαν, να τις επιτηρεί άγρυπνα και να μεριμνά ώστε να εκπληρώσει η καθεμιά την μοίρα που έχει επιλέξει. Στην συνέχεια ο κάθε δαίμονας οδηγεί την δική του ψυχή προς την επόμενη μοίρα, την Κλωθώ. Την βάζει να καθίσει κάτω από το χέρι της και κάτω από τ΄ αδράχτι που η Κλωθώ στρίβει, επικυρώνοντας έτσι την μοίρα που επέλεξε μετά από την κλήρωση. Ο δαίμονας στην συνέχεια την οδηγεί στο νήμα της Ατράκτου, στην Άτροπο, ώστε όσα είχε μοιράνει η Κλωθώ καμία δύναμη γήινη η ουράνια να μπορεί να τα αλλάξει. Τέλος, η ψυχή περνά κάτω από τον θρόνο της Ανάγκης και σφραγίζεται έτσι ότι ο δρόμος της δεν έχει πλέον επιστροφή.
Η αθανασία, ως αιωνιότητα αλλά και ο αέναος έρωτας ως δημιουργός δύναμη που κινητοποιεί και διαμορφώνει την ύπαρξη, καταλαμβάνουν κεντρική θέση στην ζωή και την σκέψη των αρχαίων Ελλήνων. Στην Ορφική Φιλοσοφία ο έρωτας είναι το Όντως Ον, αυτό που η αντίληψη αντιλαμβάνεται ως θεμέλιο της ύπαρξης. Στην Θεογονία του Ησιόδου ο έρωτας εμφανίζεται ως πρωταρχική δύναμη που θέτει σε κίνηση την δημιουργία του κόσμου. Μεταφράζουμε από το ποίημα του επικού ποιητή τους στίχους 116 – 122:
Λοιπόν, αρχικά έγινε το Χάος, κι ύστερα έγινε η Γαία
με το πλατύ στέρνο, έδρα σταθερή πάντοτε για όλους τους αθάνατους
που κατέχουν την κορφή του χιονισμένου Ολύμπου,
και τα ολοσκότεινα Τάρταρα στα μύχια βάθη της γης με τους πλατείς δρόμους.
Αλλά κι ο Έρωτας που είναι ο πιο όμορφος ανάμεσα στους αθάνατους θεούς,
που παραλύει τα μέλη και την καρδιά και δαμάζει μέσα στα στήθη όλων
των θεών και όλων των ανθρώπων και τον νου και την συνετή επιθυμία.
Βλέπουμε λοιπόν ότι ο ποιητής παρουσιάζει τον Έρωτα ως πρωταρχική θεότητα που μαζί με το Χάος και τη Γαία εμφανίζονται κατά την δημιουργία του κόσμου. Τον κατατάσσει έτσι ανάμεσα στις πρώτες δυνάμεις που διαμορφώνουν την κοσμική τάξη.
Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, αλλά και σύνολη την αρχαία φιλοσοφική σκέψη, ο Έρωτας δεν είναι μόνον η δημιουργική δύναμη των πάντων, αλλά και η ουσιαστική ενότητά τους. Και ενώ στο βάθος διατηρείται σταθερά η ενότητα, στην επιφάνεια κυριαρχεί η αντίθεση των δυνάμεων, των οποίων η συνισταμένη θα οδηγήσει στην δημιουργία όλων των πραγμάτων. Στο Συμπόσιο ο Πλάτωνας δεν περιορίζει τον έρωτα στην σωματική έλξη, απεναντίας τον θεωρεί κινητήρια δύναμη που οδηγεί την ψυχή προς το αιώνιο κάλλος, διευρύνοντας έτσι τα όριά του. Μέχρι τότε, ο Έρως θεωρούνταν ένας τέλειος και ωραίος θεός. Ο Πλάτων δημιουργεί έναν νέο μύθο αναφορικά με τη γέννηση του Έρωτα, ανατρέποντας τις ιδέες που επικρατούσαν στην αρχαία Ελλάδα σχετικά με αυτόν τον θεό. Ο Έλληνας φιλόσοφος υποστηρίζει ότι ο Έρως είναι η εγγενής τάση της ανθρώπινης ψυχής που επιδιώκει μια ενεργή ζωή ενώπιον των μεγάλων ερωτημάτων της ζωής, μια τάση που σταματά μόνο με τον φυσικό θάνατο του ανθρώπινου όντος. Στον διάλογο που αναπτύσσεται στην πραγματεία για τον έρωτα, στην έδρα του δασκάλου κάθεται η Διοτίμα. Αυτή παρουσιάζει τον έρωτα σαν δαίμονα, δηλαδή σαν θεότητα, και τον περιγράφει σαν το ταξίδι που οδηγεί από το γήινο, το φθαρτό, στο πνευματικό, στο ουράνιο. Ο εραστής ακολουθεί το τρίπτυχο: όμορφο σώμα, ομορφιά της ψυχής, απόλυτο κάλλος. Τουτέστιν, ο εραστής προσελκύεται από το όμορφο σώμα, μέσω αυτού προσεγγίζει με την αγάπη την ομορφιά της ψυχής και τελικά ανακαλύπτει την αλήθεια μέσω του απόλυτου κάλλους. Μέσα από αυτήν την διακριτή τριμερή κίνηση ο πλατωνικός έρωτας από απλό συναίσθημα ή επιθυμία εξελίσσεται σε μια φιλοσοφική αρχή που ενώνει τον πεπερασμένο κόσμο με τον απέθαντο Κόσμο των Ιδεών. Με τον τρόπο αυτό, ο έρωτας και η αθανασία γίνονται δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, καθώς η αναζήτηση της θεϊκής αλήθειας μέσα από τον έρωτα επιτρέπει στην ψυχή να αγγίξει το αιώνιο.
Στον διάλογο που ολοκληρώνει το Συμπόσιο υπάρχει ένας ακόμη μύθος, τολμούμε να τον χαρακτηρίσουμε χαριτωμένο, που διηγείται στην ομήγυρη των μαθητών ο Αριστοφάνης (189c2 – 193e2). Στην αρχή, λέει ο Αριστοφάνης, οι άνθρωποι πλάστηκαν από τους θεούς με διαφορετική μορφή από αυτή που τους γνωρίζουμε σήμερα. Πώς ήταν; Ήταν σφαιρικά όντα ενωμένα στο στήθος και την κοιλιά και είχαν δύο κεφάλια, τέσσερα χέρια και τέσσερα πόδια. Υπήρχαν τρία φύλα: το αρσενικό, το θηλυκό και το ανδρόγυνο. Το αρσενικό ήταν απόγονος του Ήλιου, το θηλυκό της Γης και το ανδρόγυνο της Σελήνης. Αυτά τα όντα με τον καιρό απέκτησαν δύναμη και υπερηφάνεια. Πίστεψαν ότι ήταν ανώτερα από τους θεούς και σκέφτηκαν να ανέβουν στον Όλυμπο και να αναμετρηθούν μαζί τους. Όπως ήταν επόμενο, οι σκέψεις τους αυτές προκάλεσαν την αγανάκτηση των θεών. «Αυτό μας έλειπε», ίσως να φώναξε αγανακτισμένος ο Δίας, «να σηκωθούν τα πόδια και να χτυπήσουν το κεφάλι. Κάτι πρέπει να κάνω». Η πρώτη του σκέψη ήταν να τους εξολοθρεύσει με τον κεραυνό του. Γρήγορα όμως άλλαξε γνώμη. Αν τους εξαφάνιζε, οι θεοί θα έχαναν τα μόνα όντα της γης που αναγνώριζαν την ύπαρξή τους και τους περιέβαλαν με λατρευτικές εκδηλώσεις. Το μόνο που έπρεπε ήταν να περιορίσει την αλαζονεία τους. Αποφάσισε λοιπόν να τους χωρίσει στην μέση. Και αυτό έκανε. Με αυτόν τον τρόπο, κάθε μισό έμενε μόνο με ένα κεφάλι, δύο χέρια, δύο πόδια και χωρίς δύναμη. Έκτοτε οι άνθρωποι γλίτωσαν βέβαια τον αφανισμό, αλλά δεν ένοιωθαν πια ολοκληρωμένοι. Ένοιωθαν αδύναμοι, με ένα τεράστιο κενό στην καρδιά και νοσταλγούσαν το άλλο τους μισό. Αυτή η προσπάθεια του θνητού να βρει το άλλο του μισό είναι η ουσία του έρωτα. Ο έρωτας, λοιπόν, σύμφωνα με τον μύθο του Πλάτωνα διά στόματος Αριστοφάνη, είναι η προσπάθεια των ανθρώπων να επανενωθούν με το χαμένο τους μισό και να επιστρέψουν στην αρχική τους πληρότητα. Από τότε, κάθε άνθρωπος ψάχνει το ταίρι που ταιριάζει στην φύση του, οι άντρες που προέρχονταν από το ανδρόγυνο επιθυμούν γυναίκες, οι γυναίκες από το ανδρόγυνο επιθυμούν τους άντρες. Οι άντρες που προέρχονται από το αρσενικό αναζητούν το έτερό τους ήμισυ στο αντρικό φύλλο, ενώ οι γυναίκες που προέρχονται από το θηλυκό αναζητούν την ολοκλήρωσή τους στο γυναικείο φύλλο. Σύμφωνα με τον μύθο, αλλά και με την ίδια την ζωή, ο έρωτας είναι η αρχέγονη δύναμη που αποκαθιστά τη χαμένη ισορροπία, ενώνει τους ανθρώπους και τους ωθεί να αναζητήσουν τον δρόμο για την ευτυχία μέσα από την πληρότητα και την αίσθηση του ανήκειν.
Με μια βαθύτερη ανάγνωση του μύθου θα διαπιστώσουμε ότι αυτό που πραγματικά λαχταρούν οι ερωτευμένες ψυχές δεν είναι μόνον η επανασύνδεση με το άλλο μισό, που μπορούμε να το θεωρήσουμε ως ένα πρώτο επίπεδο κοινωνίας, αλλά κυρίως επιθυμούν να ξανακερδίσουν την υπαρξιακή τους πληρότητα και μέσω αυτής την επιστροφή τους στην ευτυχία που κάποτε γνώρισαν. Έτσι, αυτό που πραγματικά αναζητούν στο πρόσωπο ενός νέου εραστή ή στην θέα ενός όμορφου κορμιού, δεν είναι να γεμίσουν το κενό που βρίσκεται μέσα τους, αλλά επιδιώκουν να δουν να αντικατοπτρίζεται ο πραγματικός εαυτός τους στο πρόσωπο του άλλου και να αφεθούν στη έμπνευση που γεννά ο Έρωτας. Γιατί αυτός ως δύ¬να¬μη ενυπάρ¬χει όπου φωλιάζει η επι¬θυ¬μία και ακόμη η ανά¬γκη του ανθρώπου για δημιουργία. Την χαρακτηρίζουμε έτσι ως άγρυ¬πνη συ¬νεί¬δη¬ση του θνητού που ¬αι¬σθά¬νε¬ται την έλ¬λει¬ψη ενός στοι¬χεί¬ου και το αναζητά. Με την κατάκτησή του ελπίζουν οι άνθρωποι να πετύχουν να αναγεννηθεί μέσα τους και να πάρει μορφή η γνώση που κυοφορούσαν όλο αυτό το διάστημα, να αρχίσουν σιγά σιγά να θυμούνται και να βλέπουν την ομορφιά στις ψυχές των ανθρώπων, στις εμπνευσμένες ιδέες και στη φύση γύρω τους. Τότε μπροστά τους ανοίγεται ο κόσμος της γνώσης, αυτός που γνώρισαν οι ψυχές όταν ήταν στον Κόσμο των Ιδεών. Ολοκληρωμένος πλέον ο θνητός από τον έρωτα μπαίνει σε πορεία δημιουργίας. Με αυτήν την αντίληψη ο έρωτας ως δημιουργός δύναμη γίνεται η κλίμακα που οδηγεί τον άνθρωπο από την φθορά στην αφθαρσία, από την θνητότητα στην αθανασία, από την γη στον ουρανό και από κεί στον Κόσμο των ιδεών, στην θέαση της αλήθειας, στην θέωση, εκεί όπου θα βρει τον πραγματικό του εαυτό. Έτσι, η αθανασία από προνόμιο των θεών γίνεται το κέντρο της φιλοσοφικής σκέψης του ατόμου και εκφράζει την ανθρώπινη ελπίδα για αιώνια ύπαρξη. Ο έρωτας, από την άλλη, ως φυσική και μεταφυσική δύναμη, ενσαρκώνει την σύνδεση που ενώνει το εφήμερο με το αιώνιο.
Μέσα από αυτήν την φιλοσοφική οπτική ιδωμένος ο έρωτας παύει πια να είναι ένα γήινο φθαρτό συναίσθημα. Ο φτερωτός θεός γίνεται το άγιο νήμα που κρατά τον κόσμο ενωμένο. Γίνεται η ιερή φλόγα που οδηγεί τον Ορφέα στον Άδη, γίνεται η πυρκαγιά που κατακαίει την καρδιά της Μήδειας. Από τα ίδια υλικά της φωτιάς φτιάχτηκε και το μαχαίρι που σφράγισε την αγάπη του Πύραμου και της Θίσβης.
Ο έρωτας, είναι ένας θεός συγχρόνως σωτήρας και ολετήρας. Δεν επαιτεί, απαιτεί την λατρεία των ανθρώπων και αδιαφορεί για το κόστος που οι θνητοί πληρώνουν για να τον συναντήσουν. Γιατί όταν τον κατακτήσουν, το κέρδος τους θα είναι ανεκτίμητο.