Archive for the ‘Uncategorized’ Category

ΟΙ ΜΑΓΚΕΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΙΑ, ΤΟΥΣ ΠΑΤΗΣΕ ΤΟ ΤΡΕΝΟ.

Ο φίλος μου Σταμάτης Μούντριχας έκανε  πάλι το θαύμα του. Έγραψε ένα υπέροχο και πολύ σοφό και πολύ αληθινό άρθρο. Επειδή με εκφράζει, και όχι μόνον εμένα αλλά και πολύ κόσμο, το αναρτώ, για να έχουμε την ευκαιρία να το διαβάσουμε και να το ξαναδιαβάσουμε με προσοχή και να ωφεληθούμε. Οίκοθεν νοείται ότι δεν πρόσθεσα ούτε αφαίρεσα κάτι. Άλλωστε ο Σταμάτης εκτός από τα πανεπιστημιακά  γνωρίζει και τα πραγματικά γράμματα. 

Ομολογώ, βλέποντας την εξέλιξη της κοινωνίας, ότι δεν συγκαταλέγομαι στους μοντέρνους ανθρώπους, με τα πρότυπα και τα χαρακτηριστικά που εδώ και χρόνια, με όλα τα μέσα προωθούνται.
Παραμένω – και επιθυμώ να παραμένω- ένας άνθρωπος με τα χαρακτηριστικά της φυλής μου, από την εν γένει παρουσία μου, μέχρι την συμπεριφορά που πηγάζει από τις πατροπαράδοτες αξίες, που έδιναν ταυτότητα και διαβατήριο στον Έλληνα.
Δεν είμαι ρατσιστής, κάθε λαός έχει την δική του αξία , την οποία και σέβομαι, πλην όμως νοιώθω καλά και υπερηφανεύομαι για την δική μου και δεν μ΄αρέσει να μαϊμουδίζω.
Αυτό το καλούπι με το οποίο επιχειρούν να κατασκευάσουν ένα πανομοιότυπο εξωτερικά, εσωτερικά και διανοητικά, δείγμα ανθρώπου, είναι μια άρρωστη καπιταλιστική φιλοδοξία, που θέλει τους νέους ανθρώπους, εξαρτήματα μιας παγκόσμιας μηχανής, που παράγει χρήμα για τους λίγους, που επιθυμούν να διαφεντεύουν τον πλανήτη.
Για κάποιους, η εξωτερική εμφάνιση, μπορεί να είναι θέμα άνευ σημασίας, αλλά για άλλους παίζει ρόλο η ομοιομορφία του στρατού τους.
Αυτά τα κοντοκουρεμένα παλληκάρια, με τα ξυρισμένα πόδια, στήθη και μασχάλες, με τα τατουάζ και τα βγαλμένα φρύδια, μάλλον έχουν ήδη δηλώσει κατάταξη.
Στα πανεπιστήμια, κυρίως του εξωτερικού και στα κολέγια παράγεται ένα είδος οικονομικού κίλερ, που το βλέπεις στο μάτι τους που γυαλίζει, στα ρουθούνια τους που οσμίζονται το χρήμα για λογαριασμό της εταιρίας που εργάζονται, στην γλώσσα του σώματος που φωνάζει από μακριά » αν δεν ακολουθήσεις τους κανόνες, θα σε λιώσω». Αυτό σήμερα το λένε «λαμπρές σπουδές».
Έννοιες όπως, φιλότιμο, αλληλεγγύη, » λόγω τιμής», έλεος, δεν έχουν θέση στην σύγχρονη κοινωνία, αλλά χωρίς αυτές το χαρακτηριστικό γνώρισμα της Ελληνικής φυλής, πάει περίπατο.
Αυτά που λένε μειονεκτήματα της φυλής, το Μεσογειακό ταπεραμέντο, ο παρορμητισμός, το «δεν χάθηκε ο κόσμος», μέχρι και η διασκέδαση και ο » δυο ώρες καφέ, με τους φίλους» , εμένα με κάνουν χαρούμενο και καθόλου δεν θέλω να μοιάσω με αυτούς που νομίζουν ότι ο άνθρωπος ζει για να δουλεύει και δεν δουλεύει για να ζει.
Όλη αυτή η ανελέητη κούρσα πίσω από τα οικονομικά μεγέθη, που καμία σχέση δεν έχουν με την ποιότητα ζωής, ακόμη και για τους κατέχοντες, αυξάνει καθημερινά το πελατολόγιο των ψυχολόγων, ψυχοθεραπευτών, ψυχιάτρων και όσων ασχολούνται με τις άρρωστες ψυχές.
Γι΄αυτό το σύστημα, δεν αρκούν τα παραδοσιακά ,πιστά σκυλιά με τα προτερήματα και τα μειονεκτήματα τους. Χρειάζονται πιτ-μπουλ κι αφού αυτή η ράτσα δεν υπάρχει στην φύση, θα την κατασκευάσουν.
Έτσι, για λόγους οικονομίας και της ανάγκης ζωνών επιρροών, η παγκόσμια κοινότητα καταργεί την ιστορία και ο Μέγας Αλέξανδρος, μεταμορφώνεται σε Σλάβο, αλλάζοντας ιθαγένεια, ζητώντας πολιτικό άσυλο στα Σκόπια.

Advertisements

Αρχίλοχος ο Πάριος, χρημάτων ἄελπτον

Απόσπασμα του ποιήματος

χρημάτων ἄελπτον οὐδέν ἐστιν οὐδ’ ἀπώμοτον

οὐδέ θαυμάσιον, ἐπειδή  Ζεύς πατήρ Ὀλυμπίων

ἐκ μεσαμβρίης ἔθηκε νύκτ’,  ἀποκρύψας φάος

ἡλίου λάμποντος, λυγρόν δ’ ἦλθ’ ἐπ’ ἀνθρώπους δέος.

ἐκ δέ τοῦ καί πιστά πάντα κἀπίελπτα γίνεται

ἀνδράσιν· μηδείς ἔθ’ ὑμέων εἰσορέων θαυμαζέτω

μηδ’ ἐάν δελφῖσι θῆρες ἀνταμείψωνται νομόν

ἐνάλιον, καί σφιν θαλάσσης ἠχέεντα κύματα

φίλτερ’ ἠπείρου γένηται, τοῖσι δ’ ὑλέειν ὄρος.

 

1η απόδοση: Ηλίας Βουτιερίδης

Κανένα πράγμ’ ανέλπιστο δεν είναι, ούτε αν κανένας

κάνει όρκο ότι δεν έγινε, μηδέ παράξενο είναι,

μια κι’ ο πατέρας των θεών, ο Δίας, στο μεσημέρι

έφερε νύχτα, αφού έκρυψε το φως του λαμπερού ήλιου.

Και τους ανθρώπους έπιασεν ο κρύος φόβος· όλα

γίνονται τώρα πιστευτά κι’ όλα να τα παντέχουν

οι άνθρωποι· και κανένας σας να μη θαυμάζει, αν βλέπει

πως τα θεριά θαλασσινή μονιά με τα δελφίνια

άλλαξαν και τα κύματα τα βροντερά τούς γίναν

πιο αγαπημένα απ’ τη στεριά, κι’ ότι και το βουνό είναι

γλυκό για τα δελφίνια.

2η απόδοση:  Γ. Δάλλας

Θαύματα ανέλπιστα μην ορκιστείς δε γίνονται,

αφού κι ο Δίας, των Ολυμπίων πατέρας, μέρα μεσημέρι

τη νύχτα του άπλωσε, του ήλιου τη λάμψη κρύβοντας.

Ψιλή τρεμούλα τους ανθρώπους πέρασε·

κι όλα είναι τώρα πιστευτά, μην πεις ανέλπιστα

κι ούτε κανένας να σαστίσει, αν δει δελφίνια

ν’ αλλάζουν την υγρή τους κατοικία με τ’ άγρια ζώα,

αυτά ποθώντας τα ηχερά θαλάσσια κύματα,

αντί για τη στεριά κ’ εκείνα, τα βουνίσια δάση.

 

Προσέγγιση

Θυμάμαι, όταν δίδασκα στους έφηβους νέους μας  τα ελληνικά γράμματα στα ελληνικά Γυμνάσια και Λύκεια δεν έχανα την ευκαιρία να υποστηρίζω πως αφού ο άνθρωπος πάτησε στο φεγγάρι και ξεκίνησε ταξίδι για μακρινότερα άστρα, ο άνθρωπος όλα μπορεί να τα κάνει. Αρκεί να μην φοβάται και να θυμάται πάντα το ελληνικό ρηθέν: δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δεν θέλω. Και όποιος θέλει, μπορεί.

Ο λυρικός Αρχίλοχος με αφορμή μια έκλειψη ηλίου που έγινε στην εποχή του και ο Δίας  έκανε την ημέρα νύκτα, υποστηρίζει με το ποίημά του αυτό πως για τους θεούς τίποτε δεν είναι αδύνατον. Και οι άνθρωποι πρέπει να το πιστέψουν αυτό. Όλα μπορούν να τα πετύχουν οι θεοί.  Και να μην φανεί σε κανέναν παράξενο αν δει τα δελφίνια να ανεβαίνουν να ζήσουν στα βουνά και τα θηρία να κατεβαίνουν να ζήσουν στην θάλασσα. Γιατί είναι θέλημα των θεών.

Παράλληλα όμως με το θέλημα του Θεού, υπάρχει και το θέλημα του ανθρώπου, που οφείλει να μην το παραβλέπει.

Οι άνθρωποι  πιστεύουν ότι πολλά πράγματα είναι αδύνατον αν γίνουν.  Και δεν είναι λίγες οι φορές που παίρνουν  όρκο  γι αυτό.  Λογικό φαίνεται, γιατί οι άνθρωποι δεν είναι θεοί. Δεν έχουν ούτε τις ικανότητες ούτε τις δυνάμεις των θεών. Οι άνθρωποι είναι ανασφαλείς, φοβούνται τον θάνατο και αισθάνονται μικροί μπροστά σε αυτό που λέμε ζωή. Το να υποστηρίζει λοιπόν ο καθένας ότι  αυτό ή το άλλο δεν γίνεται και μάλιστα  με τρόπο απόλυτο, συμβαίνει βέβαια και μάλιστα επικρατεί στην ανθρώπινη αντίληψη, ταυτόχρονα όμως σημαίνει πως φυλακίζεται μέσα στους φόβους και τις ανασφάλειές του. Με συνέπεια να αρνείται τους θεούς και την παντοδυναμία τους. Άρα δεν πιστεύει στα θαύματα. Όμως η ζωή από μόνη της είναι ένα θαύμα, γιατί είναι ένα και μοναδικό ταξίδι όμορφο που προσφέρει  γνώσεις και εμπειρίες. Αφού ο κάθε άνθρωπος αγαπά την ζωή, και την αγαπά σίγουρα, δεν πρέπει να την φοβάται. Οφείλει να την αντιμετωπίζει παλικαρίσια, να την παλεύει και να την κερδίζει. Γιατί τι νόημα έχει, αν ο θνητός  φυλακισμένος στις ανασφάλειές του  συρρικνώνεται,  γίνεται μικρότερος,  χάνεται στο τίποτε. Αυτό δεν είναι ζωή. Είναι μαρτύριο.

Όσον αφορά αυτό που είπαμε, θαύμα, πρέπει να θυμίσουμε ότι δεν είναι λίγες οι φορές που έγιναν πράγματα μεγάλα και θαυμαστά από ανθρώπους.  Και ο άνθρωπος, αν δεν είχε την δύναμη του θεού, δεν θα έκανε τα μεγάλα του έργα, που τελικά του χάρισαν μια ποιοτική και δημιουργική ζωή και βέβαια και την αθανασία.

Γιατί έτσι κερδίζεται η αθανασία. Μέσα από την δράση και την δημιουργία. Γεγονός που προϋποθέτει ρίσκο, τόλμη, προσπάθεια, μάχη, κονταροχτύπημα. Μόνον έτσι μπορεί ο άνθρωπος να ελπίζει στα πάντα.

 

 

Γιώργος Σεφέρης: “Ἀνήκω σὲ µία χώρα µικρή”

Ομιλία του Γιώργου Σεφέρη κατά την τελετή παραλαβής του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, 11 Δεκεμβρίου 1963

Είναι πολλά τα χρόνια που άνθρωποι εντός και εκτός των συνόρων,  σαν αναίσχυντοι αργυραμοιβοί  παίζουν στα ζάρια την Ελλάδα μας. Μας προσβάλλουν και αμφισβητούν την ιστορία  και τον πολιτισμό μας, αυτοί που δεν είχαν πολιτισμό και δεν θα είχαν πού να σταθούν πολιτιστικά, αν δεν υπήρχε η Ελλάδα. Μας θεωρούν  σαρίδια, ένα περιττό βάρος, από το οποίο όλοι θέλουν να απαλλαγούν, αλλά δεν ξέρουν ακόμα πώς.
Ε, λοιπόν, η Ελλάδα δεν είναι για πέταμα.
Δεν είμαστε οι Έλληνες διεφθαρμένοι και τεμπέληδες, όπως υποστηρίζουν, αφότου  κάποιοι από μέσα τούς άνοιξαν το στόμα. Ο ΓΑΠ δεν ήταν αυτός που  υποστήριξε διεθνώς πως κυβερνούσε μια χώρα με τους πιο διεφθαρμένους ανθρώπους; Ένας φτωχός λαός, γιατί έτσι το απεφάσισαν, είμασταν που γνώρισε την αφθονία και παρασύρθηκε, γιατί νόμισε πως θα κρατήσει για πάντα. Πίστεψε και στα «ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα» κάποιων αδίστακτων πολιτικάντηδων. Για την ακρίβεια ίσως στην Ελλάδα υπάρχουν λιγότεροι διεφθαρμένοι και τεμπέληδες απ’ ότι σε πολλές άλλες χώρες.
Και τώρα ήρθε η ώρα του λογαριασμού. Είναι μια δύσκολη ώρα, αλλά δεν ήρθε το τέλος. Και όπως υποστήριξε γνωστός και φιλόπατρις δημοσιογράφος, Ευτυχώς ακόμη,
στην Ελλάδα το 15% του πληθυσμού  δεν ζει με κουπόνια.
Στην Ελλάδα, κάθε ελληνόπουλο έχει δωρεάν πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο.
Στην Ελλάδα υπάρχει και λειτουργεί σύστημα υγείας.
Η Ελλάδα είναι κράτος με μεγάλη περιουσία. Άλλα κράτη δεν έχουν τίποτα. Αυτήν βλέπουν και ξερογλύφονται.
Στην Ελλάδα οι γονείς βοηθάνε τα παιδιά τους και εκείνα τους γονείς τους.
Η Ελλάδα δεν ήταν απούσα από καμιά μεγάλη μάχη για την ελευθερία. Και έδινε το είναι της, όταν οι άλλοι είχαν ήδη παραδώσει και την ψυχή και το πνεύμα.
Η Ελλάδα έχει μέλλον, γιατί στην μακραίωνη ιστορία της τίποτε δεν την σκότωσε, από τα μύρια όσα προσπάθησαν. Αντίθετα την έκαναν πιο δυνατή. Κάθε χτύπημα  αντί να την αφανίσει, την ανάσταινε!
Ας θυμηθούμε το κείμενο που ακολουθεί και έγραψε για την ανθρωπότητα ο νομπελίστας ποιητής μας.
“Ἀνήκω σέ µία χώρα µικρή.
Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, πού δέν ἔχει ἄλλο ἀγαθό παρά τόν ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τήν θάλασσα, καί τό φῶς τοῦ ἥλιου.
Εἶναι µικρός ὁ τόπος µας, ἀλλά ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καί τό πράγµα πού τήν χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι µᾶς παραδόθηκε χωρίς διακοπή.
Ἡ ἑλληνική γλῶσσα δέν ἔπαψε ποτέ της νά µιλιέται. Δέχτηκε τίς ἀλλοιώσεις πού δέχεται καθετί ζωντανό, ἀλλά δέν παρουσιάζει κανένα χάσµα.
Ἄλλο χαρακτηριστικό αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἡ ἀγάπη της γιά τήν ἀνθρωπιά, κανόνας της εἶναι ἡ δικαιοσύνη.
Στήν ἀρχαία τραγωδία, τήν ὀργανωµένη µέ τόση ἀκρίβεια, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ξεπερνᾶ τό µέτρο, πρέπει νά τιµωρηθεῖ ἀπά τίς Ἐρινύες.
Ὅσο γιά µένα συγκινοῦµαι παρατηρώντας πώς ἡ συνείδηση τῆς δικαιοσύνης εἶχε τόσο πολύ διαποτίσει τήν ἑλληνική ψυχή, ὥστε νά γίνει κανόνας τοῦ φυσικοῦ κόσµου.
Καί ἕνας ἀπό τούς διδασκάλους µου, τῶν ἀρχῶν τοῦ περασµένου αἰώνα, γράφει: «… θά χαθοῦµε γιατί ἀδικήσαµε …».
Αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀγράµµατος. Εἶχε µάθει νά γράφει στά τριάντα πέντε χρόνια τῆς ἡλικίας του. (Πρόκειται για τον Μακρυγιάννη και τα Απομνημονεύματά του).
Ἀλλά στήν Ἑλλάδα τῶν ἡµερῶν µας, ἡ προφορική παράδοση πηγαίνει µακριά στά περασµένα ὅσο καί ἡ γραπτή.
Τό ἴδιο καί ἡ ποίηση.
Εἶναι γιά µένα σηµαντικό τό γεγονός ὅτι ἡ Σουηδία θέλησε νά τιµήσει καί τούτη τήν ποίηση καί ὅλη την ποίηση γενικά, ἀκόµη καί ὅταν ἀναβρύζει ἀνάµεσα σ’ἕνα λαό περιορισµένο. Γιατί πιστεύω πώς τοῦτος ὁ σύγχρονος κόσµος ὅπου ζοῦµε, ὁ τυραννισµένος ἀπό τόν φόβο καί τηνν ἀνησυχία, τήν χρειάζεται τήν ποίηση.
Ἡ ποίηση ἔχει τίς ρίζες της στήν ἀνθρώπινη ἀνάσα – καί τί θά γινόµασταν ἂν ἡ πνοή µας λιγόστευε;
Εἶναι µία πράξη ἐµπιστοσύνης – κι ἕνας Θεός τό ξέρει ἂν τά δεινά µας δέν τά χρωστᾶµε στήν στέρηση ἐµπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τόν περασµένο χρόνο γύρω ἀπό τοῦτο τό τραπέζι, τήν πολύ µεγάλη διαφορά ἀνάµεσα στίς ἀνακαλύψεις τῆς σύγχρονης ἐπιστήµης καί στήν λογοτεχνία.
Παρατήρησαν πώς ἀνάµεσα σ’ ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικό δράµα καί ἕνα σηµερινό, ἡ διαφορά εἶναι λίγη. Ναί, ἡ συµπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου δέν µοιάζει νὰἔχει ἀλλάξει βασικά. Καί πρέπει νά προσθέσω πώς νιώθει πάντα τήν ἀνάγκη ν’ ἀκούσει τούτη τήν ἀνθρώπινη φωνή πού ὀνοµάζουµε ποίηση.  Αὐτή  ἡ φωνή πού κινδυνεύει νά σβήσει κάθε στιγµή ἀπό στέρηση ἀγάπης καί ὁλοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγηµένη, ξέρει πού νά ’βρει καταφύγιο, ἀπαρνηµένη, ἔχει τό ἔνστικτο νά πάει νά ριζώσει στούς πιό ἀπροσδόκητους τόπους. Γι’ αὐτήν δέν ὑπάρχουν µεγάλα καί µικρά µέρη τοῦ κόσµου. Τό βασίλειό της εἶναι στίς καρδιές ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς. Ἔχει την χάρη ν’ ἀποφεύγει πάντα τήν συνήθεια, αὐτή την βιοµηχανία.
Χρωστῶ τήν εὐγνωµοσύνη µου στήν Σουηδικὴ Ἀκαδηµία πού ἔνιωσε αὐτά τά πράγµατα, πού ἔνιωσε πώς οἱ γλῶσσες, οἱ λεγόµενες περιορισµένης χρήσης, δέν πρέπει νά καταντοῦν φράχτες ὅπου πνίγεται ὁ παλµός τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, πού ἔγινε ἕνας Ἄρειος Πάγος ἱκανός νά κρίνει µέ ἀλήθεια ἐπίσηµη τήν ἄδικη µοίρα τῆς ζωῆς, γιά νά θυµηθῶ τόν Σέλλεϋ, τόν ἐµπνευστή, καθώς µᾶς λένε, τοῦ Ἀλφρέδου Νοµπέλ, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου πού µπόρεσε νά ἐξαγοράσει τήν ἀναπόφευκτη βία µέ τήν µεγαλοσύνη τῆς καρδιᾶς του.
Σ’ αὐτόν τόν κόσµο, πού ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας µας χρειάζεται ὅλους τούς ἄλλους. Πρέπει ν’ ἀναζητήσουµε τόν ἄνθρωπο, ὅπου καί νά βρίσκεται.
Ὅταν στόν δρόµο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τήν Σφίγγα, κι αὐτή τοῦ ἔθεσε τό αἴνιγµά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος. Τούτη ἡ ἁπλή λέξη χάλασε τό τέρας. Ἔχουµε πολλά τέρατα νά καταστρέψουµε.

Ἂς συλλογιστοῦµε τήν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα.»

Ας συλλογιστούμε με την σειρά μας τα σημαντικά λόγια ενός μεγάλου μας ποιητή.

Κωνσταντίνου Καβάφη, Εις το επίνειον

Το ποίημα

Νέος, είκοσι οκτώ ετών, με πλοίον τήνιον
έφθασε εις τούτο το συριακόν επίνειον
ο Εμης, με την πρόθεσι να μάθει μυροπώλης.
Ομως αρρώστησε εις τον πλούν. Και μόλις
απεβιβάσθη, πέθανε. Η ταφή του, πτωχοτάτη,
έγιν’ εδώ. Ολίγες ώρες πριν πεθάνει κάτι
ψιθύρισε για «οικίαν», για «πολύ γέροντας γονείς».
Μα ποιοί ήσαν τούτοι δεν εγνώριζε κανείς,
μήτε ποιά η πατρίς του μες στο μέγα πανελλήνιον.
Καλλίτερα. Γιατί έτσι ενώ
κείται νεκρός σ’ αυτό το επίνειον,
θα τον ελπίζουν πάντα οι γονείς του ζωντανό.

Νοηματική προσέγγιση

Ο ήρωας του ποιήματος  ονομάζεται μάλλον Ερμής.  Ο ήρωας του ποιήματος φαίνεται επίσης πως ήταν Έλληνας νησιώτης, αφού το καράβι που τον έφερνε στην Σύρο ήταν ναυλωμένο στην Τήνο, από όπου και ξεκίνησε το ταξίδι του ο νέος, μόλις 28 ετών, άνδρας. Το ταξίδι στην Σύρο το έκανε, όχι για λόγους διασκέδασης, αλλά για να μάθει, να σπουδάσει την τέχνη του Μυροπώλη.  Αλλά, δυστυχώς γι αυτόν,  το ταξίδι αυτό ήταν και το τελευταίο της ζωής του. Στο πλοίο αρρώστησε και στο επίνειο της Σύρου πέθανε, φτωχότατος άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Τα μόνα στοιχεία από το ποίημα που έχουμε γι αυτόν είναι:

  1. Είναι μόνον 28 ετών,
  2. Είναι φτωχός,
  3. Θέλει να φτιάξει την μοίρα του,
  4. Γι αυτό ταξιδεύει στην Σύρο, για να μάθει το επάγγελμα του Μυροπώλη.
  5. Έχει δυο υπερήλικες γονείς, που περιμένουν από αυτόν να μάθει την τέχνη, να βγάλει χρήματα και να τους κοιτάξει, να τους φροντίσει.

Τελικά όμως κερδίζει η γνωστή λαϊκή ρήση: όπου φτωχός κι η μοίρα του.

Αυτό είναι το στοιχείο που δίνει τραγική χροιά στο ωραιότατο αυτό ποίημα. Με λιτότητα, απλότητα, χωρίς περιττολογίες και πλατειασμούς ο ποιητής μας εκθέτει την ζωή και τον θάνατο ενός φτωχού νέου. Ξεκίνησε με όνειρα από την πατρίδα του να μάθει μια τέχνη.  Με την ευχή των γονέων του  για προίκα και εφόδιο παρηγοριάς, με την υπόσχεση προς αυτούς πως θα γυρίσει στο νησί γρήγορα, γιατί δεν έχουν άλλο στήριγμα στα γεράματά τους, με αισιοδοξία για ένα καλύτερο μέλλον ανέβηκε στο καράβι. Μα πριν καλά καλά φτάσει στον προορισμό του αρρώστησε.

Αυτό είχε αποφασίσει η μοίρα γι αυτόν. Να πεθάνει μακριά από την πατρίδα του και ό,τι πόθησε, ό,τι ονειρεύτηκε, ό,τι ήλπισε να καταποντιστεί στο πέλαγος. Και οι γονείς του να μην  μάθουν ποτέ τι απόγινε ο μοναχογιός τους. Θα μπορούσαμε να πούμε με επιφύλαξη πως μέσα σε αυτήν την δυστυχία το μόνο καλό ίσως είναι πως οι γέροι γονείς δεν θα δουν ποτέ τον γιο τους να τον αγκαλιάζει το χώμα του τάφου. Δεν θα μάθουν τι απέγινε «μες στο μέγα πανελλήνιον». Έτσι όσο θα ζουν θα ελπίζουν πως ίσως κάποτε γυρίσει κοντά τους. Και θα πεθάνουν ελπίζοντας, επειδή η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.

Δεν υπάρχει πιο βαριά δυστυχία από το να θάβουν οι γονείς τα παιδιά. Και η μοίρα του νεαρού Ερμή σε αυτό το θέμα έδειξε ευαισθησία. Θα έλεγε κανείς πως σεβάστηκε τα γηρατειά των γονέων του. Να μην δουν το γιο τους νεκρό. Όμως από τον πόνο,  την πίκρα και την απογοήτευση που θα ένοιωθαν στην σκέψη ότι ο γιος τους τους ξέχασε, δεν θα μπορούσε ποτέ να τους προστατέψει. Και σε αυτήν την περίπτωση ο θάνατος είναι μια παρηγοριά. Ποιος ξέρει; Ίσως ο Ερμής και οι γέροντες γονείς του συναντηθούν σε μιαν άλλη διάσταση του σύμπαντος και λύσουν την παρεξήγηση.

 

Περί Μακεδονίας η γραφή

Το άρθρο που ακολουθεί αναφέρεται στο πρόβλημα της Μακεδονίας και αποτελεί μία παράμετρο αυτού που εδώ και δυο αιώνες το γνωρίζουμε ως Ανατολικό ζήτημα. Το έχει γράψει ο Σταμάτης Μούντριχας,  είναι πολύ σύντομο και ουσιαστικό και το αναρτώ, έχω την άδειά του γι αυτό, και όποιος νομίζει ότι έχει κάτι να πει, να το κάνει. Εννοείται ότι εγώ δεν πρόσθεσα ούτε αφαίρεσα τίποτε στο κείμενο του  Σταμάτη Μούντριχα.  

Το πρόβλημα για την ονομασία των Σκοπίων, πρέπει να λυθεί. Πρέπει να λυθεί, με την καλύτερη δυνατή λύση για τα συμφέροντα της χώρας και για αυτό χρειάζεται Εθνική συνεννόηση και η μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση.
Είναι αδιανόητο να παίζονται κομματικά, μικροπολιτικά παιχνίδια, με αφορμή τα Εθνικά θέματα.
Δεν νομίζω να υπάρχει έστω και ένας Έλληνας, που να έχει διαφορετική άποψη για την Ελληνικότητα της Μακεδονίας.
Ούτε η Ιστορία, ως επιστήμη, νομίζω ότι διαφωνεί.
Παρ όλα αυτά, το πρόβλημα είναι υπαρκτό και όποιος , όπως εγώ, ταξιδεύει στο εξωτερικό, συνεργάζεται και συναλλάσσεται με ξένους, γνωρίζει ότι όλοι πλην ημών, αποκαλούν τα Σκόπια με το όνομα Μακεδονία.
Θα ρωτήσει κανείς ότι εφ΄όσον όλοι Έλληνες και ξένοι, με βάση την Ιστορία γνωρίζουμε την αλήθεια, πως φτάσαμε στο σημείο, τόσο η διεθνής κοινότητα, όσο και οι γείτονες να την αμφισβητούν??? Πως τα συμφέροντα των μεγάλων στην περιοχή και η προπαγάνδα, δημιούργησαν τετελεσμένα γεγονότα και για το δίκαιο της χώρας μας, βρισκόμαστε σήμερα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων????
Δυστυχώς στην χώρα μας, τα κομματικά συμφέροντα, ήταν πάντοτε πάνω από τα Εθνικά και η εξωτερική πολιτική ανεπαρκής και πάντοτε υποταγμένη στα συμφέροντα των προστατών της εκάστοτε εξουσίας.
Αν παρακολουθήσει κανείς την στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης για το θέμα, εύκολα διαπιστώνει ότι τα παθήματα δεν γίνονται μαθήματα, ιδιαίτερα για τα κόμματα που φέρουν ακέραια την ευθύνη για την Εθνική στάση και την εξωτερική πολιτική, από τον Β Παγκόσμιο πόλεμο και μετά.
Δεν ακυρώνω, ούτε ωραιοποιώ την στάση των αριστερών κομμάτων, που κατά την γνώμη μου, δεν ανήλθαν στο ύψος των περιστάσεων, την στιγμή που έπρεπε.
Μπορεί να υπερασπίζομαι με δύναμη την ιδεολογική μου θέση, όμως με πολύ μεγαλύτερη θα υπερασπίζομαι την πατρίδα και το Εθνικό μας συμφέρον.
Καλώ τους συμπατριώτες μου να κάνουν το ίδιο.

Κριτική στο βιβλίο μου: Συνομιλώντας με την ποίηση

Από την εισαγωγή του βιβλίου

 

Αν υπάρχει τέχνη που να μπορεί να μεταφράζει τους ήχους και την σιωπή, την παρουσία  και την απουσία, το ανομολόγητο, το άφατο, το άρρητο, το όνομα του Θεού, που δεν επιτρέπεται να προφέρουν οι αμύητοι, αυτό είναι η ποίηση. Γιατί η ποίηση έχει δύναμη. Δύναμη που την αντλεί από την αγωνιώδη προσπάθεια του ποιητή να μιλήσει για την αλήθεια του κόσμου, όπως στην δική του συνείδηση προβάλλεται. Την αντλεί ακόμη από την προσπάθεια του  ποιητή να μας γνωρίσει τον κόσμο του, χωρίς το έργο του ως καταστάλαγμα ψυχής να υστερεί σε ενότητα και διαύγεια.

Η ποίηση είναι δημιουργία, δημιουργία ενός νέου κόσμου που προβάλλει μέσα από το ποιητικό κείμενο. Και ο ποιητής είναι δημιουργός, δημιουργός κειμένων που αποκαλύπτουν νέους κόσμους σε μιαν άλλη οπτική γωνία, μέσω ενός συγκεκριμένου ποιητικού κειμένου με τις σκέψεις και τα συναισθήματα, τις ευαισθησίες και τις εκτιμήσεις, με την τόλμη, την αποκοτιά ή και την πρόκληση του ποιητή.  Όλη η διαδικασία δημιουργίας ενός ποιητικού κειμένου είναι μια ψυχοπνευματική πάλη του δημιουργού να δαμάσει και να υποτάξει με λέξεις, ό,τι ξεκινάει εξ ορισμού να είναι μια υπέρβαση τού καθημερινού, συμβατικού, εκλογικευμένου και τυποποιημένου κόσμου της πραγματικότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο το πνεύμα του ποιητή γίνεται η δύναμη που, μέσα από μονοπάτια δικής της έκφρασης, τον οδηγεί σε αναζήτηση των κοινών νόμων και κανόνων που διέπουν τον αγώνα ενός λαού για την έκφραση της πνευματικής και της πολιτιστικής του ταυτότητας. Γίνεται έτσι η ποίηση το μέσον για να εκφραστεί με τον λόγο «το κοινό και το κύριο» ενός λαού, όπως χαρακτηριστικά ορίζει ο Διονύσιος Σολωμός. Σε αυτό το πνεύμα ο αγώνας του ποιητή αποκτά περιεχόμενο. Στοχεύει να συλλάβει το συλλογικό ασυνείδητο του λαού του και να το μετουσιώσει σε ποιητικό έργο με ρυθμό και αρμονία. Γιατί η ποίηση έχει μέτρο, ρυθμό, αρμονία και απαγγέλλεται αρμονικά με μέτρο και ρυθμό.

Η κριτική

Μπούσουλας και τροφή σκέψης το τελευταίο βιβλίο της Χρ.Χρονοπούλου

Διαβάζοντας κάποιος το τελευταίο βιβλίο της φιλολόγου Χρύσας  Χρονοπούλου  με τίτλο ΄΄Συνομιλώντας με την ποίηση΄΄ διαπιστώνει πως δημιουργεί ερεθίσματα για στοχασμό, σκέψη, αναστοχασμό. Από το βιβλίο της ΄΄περνούν΄΄ ποιητές  με τεράστιο ποιητικό μέγεθος, όπως ο Καβάφης, ο Σεφέρης, ο Αναγνωστάκης, ο Κάλβος, ο Καρυωτάκης, ο Σαχτούρης κ.α.  Μεγέθη που έχουν αντέξει στο χρόνο, που έχουν να πουν πολλά σε ανθρώπους, πέρα από κοινωνική τάξη, ηλικία, ιδεολογία, στερεότυπα.  Η Χρύσα Χρονοπούλου, όμως,  στο ίδιο βιβλίο περνά σε πιο σύγχρονους από τους παραπάνω ποιητές, όπως η Δημουλά, ο Πατρίκιος, η Γώγου, αλλά και σε άλλους που πρόκειται να αναμετρηθούν με το χρόνο μέσα από  την ποιητική αντοχή τους σε αυτόν, όπως η Βλαχάκη και ο Στίγκας. Το πάντρεμα  των παραπάνω ποιητών, γίνεται από τη Χρύσα Χρονοπούλου με τρόπο που δεν ξενίζει, πραγματώνεται  σχεδόν ανεπαίσθητα, με τρόπο που κάνει τον αναγνώστη να θεωρεί τους ποιητές που παραθέτει ως μια συνέχεια, σύμφωνα όχι απλώς με το χρόνο, αλλά με τις ιδεολογικές  και κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που επικρατούν.

Το σημαντικότερο στοιχείο που χαρακτηρίζει το βιβλίο, κατά τη γνώμη μου, είναι πως μπορεί να αποτελέσει μπούσουλα, πυξίδα ακόμα και για κείνους που η σχέση που έχουν με την ποίηση είναι μικρή ή και μηδαμινή. Μπορεί να  μυήσει στα βαθιά νερά της ποίησης ανθρώπους που έχουν ανησυχίες, προβληματισμούς μιας και τα στοιχεία που δίνει η Χρύσα Χρονοπούλου  σε κάθε ποίημα ξεχωριστά αποτελούν προσεγγίσεις που δίνουν διαφώτιση με τρόπο που δεν πατρονάρει τον αναγνώστη , αλλά του δίνει αχτίδες  ώστε να ψαχτεί με τα ποιήματα του βιβλίου.

Συμπερασματικά, το βιβλίο της Χρύσας Χρονοπούλου  είναι  μια χρήσιμη παρακαταθήκη για μυημένους και μη στην ποίηση, γι΄ αυτούς που ψάχνονται και γι΄ αυτούς που θέλουν να μπουν στα ποιητικά μονοπάτια.

Γιώργος Ιγνατίου, δημοσιογράφος

Άνθιμος Ιωάννου, Αναζητούνται άνθρωποι

Το ποίημα

Αναζητούνται άνθρωποι,
ζητούνται αισθηματίες,
που κρύφτηκαν, που χάθηκαν,
ποιές είναι οι αιτίες,

πάγωσαν τα αισθήματα,
και οι ψυχές κρυώσαν,
κάτι συνέβη ξαφνικά,
γύρω όλα νεκρώσαν,

αναζητούνται αληθινοί,
άνθρωποι αν υπάρχουν,
και αν βρεθούν κάπου στην γη,
μες στην καρδιά τους νάχουν,

αυτό που λέμε ανθρωπιά,
αυτό που λέμε αγάπη,
να νοιάζονται και να πονούν,
και να σηκώνουν βάρη,

να ξαλαφρώνουν τις ψυχές,
κι όσες καρδιές πονάνε,
να αγκαλιάζουν τρυφερά
και να χαμογελάνε,

αναζητούνται άνθρωποι,
νάρθουν να ανταμώσουν,
όσους πεινούν, κι όσους διψούν,
και να τους ξαλαφρώσουν,

να χαιδέψουνε ψυχές,
χορδές καρδιάς ν αγγίξουν,
πόρτες που κλείσαν κάποτε,
με αγάπη να ανοίξουν.

Προσέγγιση

Το ποίημα μας φέρνει στον νου τον Διογένη τον κυνικό φιλόσοφο, που γύριζε με ένα φανάρι στους δρόμους των Αθηνών και όταν τον ρωτούσαν τι έψαχνε, απαντούσε:  Άνθρωπο ζητώ.

Ακόμη μια ατάκα του Διογένη, από τις πολλές που σώζονται.

Ο Διογένης, κάποτε, στάθηκε μπροστά σε ένα άγαλμα  και ζητούσε ελεημοσύνη. Όταν τον ρώτησαν γιατί το κάνει αυτό, εκείνος απάντησε: «μελετῶ ἀποτυγχάνειν» (μαθαίνω να χάνω).

Δυο λόγια για τον Διογένη από την Σινώπη του Πόντου. Καλά καταλάβαμε. Ο Διογένης ο κυνικός φιλόσοφος ήταν Πόντιος και έζησε τον 4ο π. Χ. αι.

Ο Διογένης ασχολήθηκε αποκλειστικά με τα κοινωνικά και τα ηθικά προβλήματα της κοινωνίας. Η διδασκαλία του  αντιμαχόταν την τάξη που επικρατούσε τότε. Επιθυμία του ήταν να αλλάξει την ανθρώπινη κοινωνία που είχε διαφθαρεί. Αυτό κατά τη γνώμη του θα γινόταν δυνατόν αν ο άνθρωπος επέστρεφε στη φύση. Πίστευε, δηλαδή, πως ο άνθρωπος βρίσκει την ανθρωπιά του μέσα στον  φυσικό τρόπο ζωής.