Archive for 12 Αυγούστου 2017

Δούλειον ήμαρ

Το φαινόμενο της δουλείας είναι διαχρονικό σε αυτόν τον κόσμο. Δούλειον ήμαρ είναι η ημέρα κατά την οποία ο άνθρωπος, από ελεύθερος γίνεται δούλος. Ας δούμε τις πηγές του φαινομένου.

Μια βασική πηγή τροφοδοσίας δούλων ήταν ο πόλεμος. Οι νικητές του πολέμου σκότωναν τους άντρες και έσερναν στη δουλεία τις γυναίκες και τα παιδιά, επειδή ήταν πιο εύκολο να εξημερωθούν. Οι γυναίκες ήδη εξαρτημένες και μαθημένες στην υπακοή, τα παιδιά εκ της φύσεώς τους ευάλωτα και αγώγιμα. Ο Έκτορας με θλίψη σκέφτεται τη βαριά δυστυχία που περιμένει την Ανδρομάχη, αν κατακτηθεί η Τροία από τους Αχαιούς. Τα λόγια που λέει στην αγαπημένη του γυναίκα περιγράφουν μια σκληρή πραγματικότητα.

«Όταν χαλκάρματος κάποιος Αργίτης πάρει

τη λευτεριά σου και ξοπίσω του σε σέρνει δακρυσμένη

και στο Αργος πέρα υφαίνεις έπειτα στον αργαλειό μιας ξένης

κι απ’ τη Μεσήιδα ή την Υπέρεια σου λεν νερό να φέρνεις

πολύ άθελά σου, μα ανημπόρετη θα σε βαραίνει ανάγκη» .

Τονίζει δηλαδή με αυτούς τους στίχους στην αγαπημένη του γυναίκα τα εξής. Τη μεταδόμηση που θα υποστεί, όταν από την Τροία βρεθεί στο Άργος ή κάπου αλλού. Πρόκειται για αλλαγή περιβάλλοντος κοινωνικού, γεωγραφικού, για μεταβολή συνθηκών διαβίωσης κλπ. Την υποχρέωση που θα έχει να υφαίνει στον αργαλειό μιας ξένης και όχι στο δικό της. Γιατί μετά την ήττα θα  χάσει επιπλέον και τον αργαλειό της, που για τις γυναίκες της εποχής αποτελεί προέκταση της ψυχής, του μυαλού, του χεριού τους. Της θυμίζει επίσης τις βαριές δουλειές που θα διαταχτεί να κάνει, όπως να μεταφέρει νερό στο παλάτι, όπως διατάζει η ίδια να κάνουν οι δούλες της στον οίκο που είναι αυτή ακόμη τώρα βασίλισσα.

 

Στην Ανδρομάχη, η οποία τελικά βρέθηκε σκλάβα στη χώρα του Πηλέα και παλλακίδα του εγγονού του Νεοπτόλεμου, ο χορός δεν παραλείπει να θυμίζει τη δεινή της θέση μέσα στο παλάτι, ανεξάρτητα από το ότι κοιμάται με τον βασιλιά και έχει ένα γιο μαζί του.

«Στης Νηρηίδας το λαμπρό ιερό μη μένεις

σκέψου πως είσαι σκλάβα σε μια χώρα

ξένη κι αλλόφυλη κι ούτε κανέναν

από τους δικούς σου βλέπεις, ω! εσύ

νύφη δυστυχισμένη, κακορίζικη» .

Εξαιρετικά θλιβερός είναι ο θρήνος της γερόντισσας Εκάβης, μετά την άλωση της Τροίας.

«Η μαύρη, σε ποιον, σε ποια χώρα

δούλα θα γίνω, η γερόντισσα,

σαν κηφήνας αχρείαστη, σαν άθλια

μορφή πεθαμένου, ένας ίσκιος

ααχ! στο κατώφλι να στέκω πορτιέρισσα

ή παιδιά να ταΐζω

εγώ, που τιμές είχα κάποτε

στην Τροία βασίλισσας» .

Με παρόμοια λόγια θα δείξει πόσο ταπεινωτικές και βαριές ήταν  οι δουλειές που έκαναν στα παλάτια οι δούλες και ιδιαίτερα σε μεγάλη ηλικία.

«Και το στερνό, κορώνα στα δεινά μου,

γριά γυναίκα, σκλάβα στην Ελλάδα

θα πάω. Με δουλειές θα με φορτώσουν

βαριές, που δεν ταιριάζουνε στους γέρους.

Πορτιέρισσα, κλειδιά να’χω, ζυμώτρα,

εγώ η μάνα του Έκτορα, και χάμω

την κυρτωμένη ράχη μου θα γέρνω,

που σε βασιλικές πλάγιαζα κλίνες∙

τ’ αδύνατο κορμί μου με κουρέλια

θα το σκεπάζω, τι άπρεπη κατάντια

στην αρχοντιά μου εκείνη και τα πλούτη!» .

Μια  θαυμάσια εικόνα, ενδεικτική του τρόμου που καταλαμβάνει τις γυναίκες από το φόβο της σκλαβιάς, μας διασώζει ο Αισχύλος. Οι γυναίκες της Θήβας θρηνούν τη σκληρή μοίρα που τις περιμένει, αν οι επτά στρατοί των Αχαιών κυριεύσουν την πόλη τους.

«Γιατί κακό και κρίμα ‘ναι να σβήσει

μέσα στον Άδη, στάχτη και συντρίμμι,

μια πολιτεία πανάρχαια, κουρσεμένη

απ’ το κοντάρι του Αχαιού, και τέτοια

ντροπή να στέργουν οι θεοί, να σέρνονται οι γυναίκες σκλάβες,

άα! άα! γερόντισσες, παρθένες,

να τις τραβούν με ρούχα ξεσκισμένα

κι απ’ τα μαλλιά σαν τ’ άλογα. Κι η πόλη,

καθώς αδειάζει, να βουίζει

με σύσμιχτους αχούς και μοιρολόγια∙

φοβάμαι τη σκληρή μοίρα που θα’ ρθει» .

Άλλη πηγή απόκτησης δούλων ήταν η πειρατεία. Οι Φοίνικες ήταν διάσημοι πειρατές. Έκαναν επιδρομές, έκλεβαν γυναίκες και παιδιά και τα πουλούσαν σαν δούλους ή ζητούσαν λύτρα από τους δικούς τους για να τους ελευθερώσουν. Ο χοιροβοσκός Εύμαιος αποκαλύπτει στον Οδυσσέα ότι Φοίνικες πειρατές με τη βοήθεια μιας δούλης τον έκλεψαν από το παλάτι του πατέρα του μικρό παιδί και τον πούλησαν στον Λαέρτη της Ιθάκης . Όμοια και τη δούλα αυτή Ταφιώτες κουρσάροι την είχαν αρπάξει από την πατρίδα της τη Σιδώνα και την είχαν πουλήσει στον πατέρα του Εύμαιου στην Συρία και μάλιστα σε καλή τιμή, γιατί ήταν τεχνίτρα στις δουλειές. Όπως φαίνεται μέσα από τα έπη η πληρωμή γινόταν σε είδος και βασική νομισματική μονάδα ήταν το βόδι. Η τιμή ενός δούλου κυμαινόταν από 8-25 βόδια για τους πολύ καλούς για τη δουλειά που τους ήθελαν δούλους. Ας θυμίσουμε εδώ ότι η ταμίη Ευρύκλεια αγοράστηκε από τον Λαέρτη της Ιθάκης ακριβά. Είκοσι βόδια πλήρωσε γι αυτήν. Τώρα το ερώτημα είναι. Έδιναν  βόδια κατά τη συναλλαγή, ή άλλα πράγματα ανάλογης αξίας και πιο εύκολο να μεταφερθούν; Το δεύτερο φαίνεται πιθανότερο.

Γρήγορα όμως φάνηκε πως ο πόλεμος και η πειρατεία δεν ήταν αρκετές πηγές για την προμήθεια δούλων. Η άνοδος της τάξης των ευγενών οδήγησε ταυτόχρονα και στην προοπτική της υποδούλωσης των μελών της ίδιας φυλής κι ακόμη και του γένους. Για την επιτυχία του εγχειρήματος οι πατροπαράδοτοι θεσμοί του γένους σκόπιμα καταστρατηγήθηκαν, για να δικαιολογηθεί η βίαιη ληστεία. Παρατηρήθηκε έτσι το φαινόμενο οι παλιοί πόλεμοι ανάμεσα στις φυλές να εκτραπούν σε συστηματική ληστεία, είτε στη στεριά είτε στη θάλασσα, για την απόκτηση ζώων, σκλάβων, θησαυρών. Να μετατραπούν σε κανονικό βιοποριστικό επάγγελμα, του οποίου η επιτυχής ενασχόληση έγινε ευκαιρία για καύχημα. Στην ίδια φιλοσοφία ο πλούτος εξυμνήθηκε και τιμήθηκε ως ανώτατο αγαθό.

Το εμπόριο των ανθρώπων άνθισε. Εύκολα τότε οι άνθρωποι μετέβαλαν συνανθρώπους τους σε πραμάτεια και τους πουλούσαν για το κέρδος. Η απειλή του δυνατού στον αδύνατο, ότι θα τον πουλήσει σαν δούλο, ήταν πολύ συνηθισμένη. Ο γιδοβοσκός Μελάνθιος για παράδειγμα, επειδή είναι οικογενής δούλος και όχι αγορασμένος, ξεχνάει την πραγματική κοινωνική του θέση. Με την ψευδαίσθηση του ισχυρότερου απειλεί τον Εύμαιο τον χοιροβοσκό ότι θα τον βάλει σ’ ένα καράβι, θα τον οδηγήσει έξω από την Ιθάκη και θα τον πουλήσει σαν δούλο, για να έχει κι ένα καλό κέρδος. Οι στίχοι αυτοί μας οδηγούν στη σκέψη ότι λειτουργούσαν δουλοπάζαρα.

Από την πλαστή διήγηση του Οδυσσέα προς το χοιροβοσκό Εύμαιο. Ένας Φοίνικας έμπορος, διηγείται ο Οδυσσέας, τον πήρε με το καράβι του από την Αίγυπτο ως συνεργάτη με προορισμό την Λιβύη. Φανερά μεν για να μεταφέρουν εμπορεύματα. Στην πραγματικότητα όμως το εμπόρευμα θα ήταν ο ίδιος ο βασιλιάς της Ιθάκης . Ο Φοίνικας έμπορος σκοπό είχε να πουλήσει τον Οδυσσέα για δούλο και να πάρει χρήματα και μάλιστα αρκετά, που σημαίνει ότι ο βασιλιάς της Ιθάκης θεωρούσε τον εαυτό του βασιλικό εμπόρευμα.

Δούλους επίσης πρόσφεραν στους βασιλείς ως δώρα. Ο Αλκίνοος των Φαιάκων είχε στο παλάτι του μια γριά από την Ήπειρο, την Ευρυμέδουσα, που του μεγάλωσε τη Ναυσικά. Αυτή του την είχαν προσφέρει δώρο.

«Φωτιά της είχε ανάψει¬

μια Ηπειρώτισσα γριά, η δούλα της Βρυμέδη,

που μια φορά απ ‘ την Ήπειρο την έφεραν τα πλοία

και δώρο του την έκαμαν του βασιλέα Αλκίνου» .

Από τα παραμύθια του  Οδυσσέα προς τον πατέρα του έχουμε μιαν ακόμη σχετική μαρτυρία. Του μαρτυρούσε  ότι αυτός κάποτε φιλοξένησε δήθεν τον βασιλιά της Ιθάκης στο αρχοντικό του και όταν έφυγε ανάμεσα στα πολλά δώρα που του χάρισε ήταν και τέσσερις γυναίκες πεντάμορφες και τεχνίτρες στον αργαλειό, που μόνος του τις διάλεξε. Εδώ μεταξύ των άλλων τονίζεται και η αξία του δώρου, γιατί μια όμορφη δούλη τεχνίτρα στην υφαντική και το κέντημα  κοστίζει πολλά. Η αξία του δώρου μάλιστα τετραπλασιάζεται, όταν πρόκειται για τέσσερις τεχνίτρες της υφαντικής και μάλιστα πεντάμορφες.

Δούλοι επίσης περιλαμβάνονταν στο προικοσύμφωνο, το οποίο οδηγούσε την παρθένα στη νέα της κατοικία. Η Πηνελόπη είχε φέρει σαν νύφη στα παλάτια της Ιθάκης ένα δούλο, τον Δολίο, και μια δούλη, την Ακτορίδα, προίκα από τον πατέρα της. Στην Αυλίδα ο έμπιστος υπηρέτης του Αγαμέμνονα θα του θυμίσει ότι μπορεί να τον εμπιστεύεται, αφού ήταν μέρος της προίκας της Κληταιμνήστρας.

«Ο Τυνδάρεος τότε

με της κυράς σου την προίκα μαζί

μ’ έστειλε συνοδειά πιστό πανωπροίκι» .

Δούλες πρόσφεραν επίσης ως έπαθλο σε νικητές αθλητικών αγώνων, όπως πληροφορούμεθα από την Ιλιάδα και ειδικότερα από την περιγραφή της ταφής του Πατρόκλου. Όμοια δούλοι ήταν και τα παιδιά, που με άδεια του άρχοντα γεννούσαν οι δούλοι του παλατιού. Οι σκλάβοι Δολίος και Σικελή είχαν από το γάμο τους επτά παιδιά που δούλευαν στα ανάκτορα της Ιθάκης. Παιδιά τους ήταν και ο κακός γιδοβοσκός Μελάνθιος και η αχάριστη Μελανθώ, όπως μας πληροφορεί ο ποιητής.