Κώστας Καρυωτάκης, Όταν κατέβουμε την σκάλα

Το ποίημα

Όταν κατέβουμε τη σκάλα τι θα πούμε
στους ίσκιους που θα μας υποδεχτούνε,
αυστηροί, γνώριμοι, αόριστοι φίλοι,
μ’ ένα χαμόγελο στ’ ανύπαρκτά τους χείλη;

Τουλάχιστον δωπέρα είμαστε μόνοι.
Περνάει η μέρα μας, η άλλη ξημερώνει,
και μες στα μάτια μας διατηρούμε ακόμα
κάτι που δίνει στο πράγμα χρώμα.

Αλλά εκεί κάτου τι να πούμε, πού να πάμε;
Αναγκαστικά ένας τον άλλον θα κοιτάμε,
με κομμένα τα χέρια στους αγκώνες,
ασάλευτοι σαν πρόσωπα σε εικόνες.

Αν έρθει κανείς την πλάκα μας να χτυπήσει,
θα φαντάζεται πως έχουμε ζήσει.
Αν πάρει ένα τριαντάφυλλο ή αφήσει χάμου,
το τριαντάφυλλο θα ‘ναι της άμμου.

Κι αν ποτέ στα νύχια μας ανασηκωθούμε,
τις βίλες του Posilipo θα ιδούμε,
Κύριε, Κύριε, και το τερραίν του Παραδείσου
όπου θα παίζουν cricket οι οπαδοί Σου.

Η προσέγγιση

Ο άνθρωπος έχει περιορισμένες δυνατότητες επιλογών στην ζωή του. Κάποιοι ίσως επιτύχουν στο επάγγελμα που μόνοι τους θα επιλέξουν να κάνουν. Ίσως ακόμη να σταθούν τυχεροί στην επιλογή του συντρόφου ζωής, αλλά και στην επιλογή καλών φίλων.  Οι πιο τυχεροί, για να μην μακρηγορούμε,  μπορεί να επιθυμήσουν περισσότερα και να τα απολαύσουν. Εκεί όμως που οι άνθρωποι δεν έχουν ουδεμία δυνατότητα επιλογής και παρέμβασης είναι στην γέννηση και στον θάνατό τους. Δεν γνωρίζουν πότε θα έλθουν στην ζωή.  Δεν μπορούν να επιλέξουν ούτε τον τόπο ούτε τον χρόνο ούτε τους γεννήτορες. Επίσης δεν μπορούν να επιλέξουν την ώρα, τον τόπο και τον τρόπο του θανάτου τους. Πολύ περισσότερο δε αγνοούν παντελώς το πού θα πάνε, αν πάνε,  μετά. Το μόνο που γνωρίζουν με σιγουριά είναι ότι θα πεθάνουν. Υπάρχουν όμως κάποιοι  από τους ανθρώπους, οι οποίοι γεννιούνται και έχουν φυτεμένη μέσα τους την απόφαση να πεθάνουν. Έτσι, σαν μιαν αντίσταση στην ζωή. Είναι οι λεγόμενοι πεισιθάνατοι.  Ένας από αυτούς είναι και ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης. Από πολύ ενωρίς κυριεύτηκε από την επιθυμία του θανάτου. Γρήγορα  ο θάνατος γι αυτόν έγινε τρόπος ζωής και  πέρασε  στην ποίησή του.

Στο ποίημα που έγραψε λίγο πριν δώσει  οριστικό τέλος στην ζωή του δίνει μια εικόνα του κάτω κόσμου. Με τους στίχους του τολμηρά εκφράζει τους φόβους και τις αμφιβολίες του για το μετά, για την μετάβαση στον Άδη, καθώς και για το πόσο μπερδεμένος είναι. Άλλωστε για τον κάθε θνητό ο θάνατος είναι περίπλοκη υπόθεση.

Προτού όμως αναφερθούμε στο πώς ο ποιητής φανταζόταν τον Άδη, ας δούμε τι πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες για τον Άδη, για τον κόσμο των νεκρών. Τις καλύτερες πληροφορίες, νομίζω, θα τις πάρουμε από τον ποιητή των ποιητών, τον Όμηρο. Στο λ της Οδύσσειας, την Νέκυια, όπως είναι γνωστή από τους μελετητές, με συμβουλή της Κίρκης ο  Οδυσσεύς πρέπει να επισκεφθεί τον Άδη και να πάρει συμβουλή από τον μάντη Τειρεσία πώς θα φτάσει στην Ιθάκη. Με το καράβι του λοιπόν και την βοήθεια των συντρόφων του ξεκίνησε. (λ, 11 – 19, μτφρ. Γιάννης Κορδάτος)

«Όλη τη μέρα αρμένιζε με τα πανιά ανοιγμένα.

Κι ο ήλιος σα βασίλεψε κι ησκιώσανε όλοι οι δρόμοι,

στα πέρατα του τρίσβαθου Ωκεανού είχε φτάσει.

Εκεί ήταν των Κιμμερινών ο τόπος κι η πατρίδα,

που τους σκεπάζουν σύγνεφα κι ένα πηχτό σκοτάδι.

Ποτέ με τις αχτίδες του δεν τους φωτίζει ο ήλιος,

μηδ’ όταν στον αστρόφωτο τον ουρανό ανατέλλει,

μηδ’ όταν πίσω προς τη γη γυρίζει απ’ τα ουράνια,

μον τους σκεπάζει ένα βαθύ τους άμοιρους σκοτάδι».

Αυτήν την εικόνα μας δίνει για τον κάτω κόσμο ο Όμηρος, στον οποίο οι νεκροί κινούνται πλέον στο γκρίζο άνευροι,  χωρίς  δύναμη, σαν αθύρματα, με μάτια άδεια, σκιές ενός ανήλεου κόσμου.

Αυτήν την περιγραφή  για τον κάτω κόσμο  μας δίνει ο ποιητής στο ποίημά του. Οι νεκροί στον Άδη είναι σκιές αυστηρές, που περιμένουν να  κρίνουν τους νέους νεκρούς  με ένα χαμόγελο στο στόμα που δεν φαίνεται. Ακίνητοι και ασάλευτοι κοιτά ο ένα τον άλλον, χωρίς να έχει να πει τίποτε, γιατί απλούστατα τίποτε δεν γίνεται εκεί κάτω, τίποτε δε εξελίσσεται, τίποτε δεν αλλάζει, ώστε να δώσει λαβή για σχόλια. Ούτε καν μια χειραψία δεν μπορούν να κάνουν στους νεοφερμένους νεκρούς, γιατί τα χέρια τους είναι κομμένα από τους αγκώνες.

Αντίθετα, στην ζωή έχουμε γνώση των αλλαγών, των χρωμάτων, των καταστάσεων, των συναισθημάτων. Όμως ζούμε;  Νομίζουμε ότι ζούμε. Ό,τι θεωρούμε ζωή είναι κάτι πρόσκαιρο, περαστικό, κάτι σαν το λουλούδι που φυτεύεται στην άμμο, από όπου τίποτε δεν μπορεί να πάρει ούτε να δώσει. Όπως λέει και ο αρχαίος ποιητής, ο Μίμνερμος, για την ζωή του ανθρώπου πως είναι » σαν τα φύλλα που βγαίνουν την άνοιξη και πέφτουν το φθινόπωρο».

Στον τελευταίο τετράστιχο όμως ο ποιητής γίνεται σαρκαστικός. Εκεί κάτω, στην κόλαση του Άδη, μας λέει,  ίσως οι νεκροί σταθούμε τυχεροί και πάρουμε την δύναμη και ανασηκωθούμε στα νύχια των ποδιών μας, να απολαύσουμε έστω και από μακριά  το παυσίλυπο και τους κατοίκους του παραδείσου να παίζουν κρίκετ.

Στίχοι πικροί και σαρκαστικοί συνάμα, όχι για παρηγοριά, αλλά για επιστροφή στην πραγματικότητα, όπου ούτε κόλαση υπάρχει μετά ούτε παράδεισος. Μόνον θάνατος. Δηλαδή τίποτε. Ο Κώστα Καρυωτάκης το γνωρίζει, είναι βέβαιος για το τίποτε, αλλά επιμένει στην άρνηση της ζωής, αδιαφορώντας γα το δημιουργικό του χάρισμα που ούτως ή άλλως θα του χαρίσει την αθανασία. Γι αυτόν ο θάνατος είναι τελικά η μόνη λύση.

Σε αντίθεση με τον ποιητή Τίτο Πατρίκιο, ο οποίος με το ποίημά του, Το ξόρκι, εξορκίζει  με τους στίχους του τον θάνατο, όταν λέει: Μισώ το τίποτα,  για να υμνήσει την ζωή και την δημιουργία.

Λίγα γραμματολογικά.

Το ποίημα έγραψε ο ποιητής Απρίλιο-Μάιο του 1928. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ξεκίνημα (7, Ιούλιος 1933) μετά το θάνατό του. Ενδιαφέρον έχει το σημείωμα του περιοδικού που συνόδευε το ποίημα: Το ανέκδοτο αυτό τραγούδι του Καρυωτάκη, που είναι και το τελευταίο που έγραψε ο ποιητής — λίγες μέρες πριν την αυτοκτονία του –, βρέθηκε από το διάδοχό του στην υπηρεσία της Νομαρχίας Πρεβέζης και σημερινό Δ/τή της κ. Θανάσην Γκέλην, ανάμεσα στα υπηρεσιακά έγγραφα. — Ο φίλος νέος ποιητής κ. Τάκης Τσιάκος είχε την ευγενική καλοσύνη να μας το στείλει για δημοσίευση, αντιγράφοντάς το από το πρωτότυπο. — Στο τραγούδι αυτό είναι φανερή η σύγχυση των εννοιών του ποιητή, που το έγραψε σε στιγμή φρικτής απελπισίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s