Ίβυκος, Ἔρος αὖτέ με κυανέοισιν ὑπό

 

Ἔρος αὖτέ με κυανέοισιν ὑπό

βλεφάροις τακέρ’ ὄμμασι δερκόμενος

κηλήμασι παντοδαποῖς ἐς ἄπει-

ρα δίκτυα Κύπριδος ἐσβάλλει·

ἦ μάν τρομέω νιν ἐπερχόμενον,

ὥστε φερέζυγος ἵππος ἀεθλοφόρος ποτί γήραι

ἀέκων σύν ὄχεσφι θοοῖς ἐς ἅμιλλαν ἔβα.

Απόδοση Ι. Δημητρίου

Και να που ο έρωτας κάτω από σκούρες

κοιτάζοντάς με βλεφαρίδες

με τα μάτια του με λιώνει

και με γητειές ποικίλες στ’ ατελείωτα

δίχτυα της Κύπριδος με ρίχνει.

Τον βλέπω νά  ‘ρχεται και τρέμω

σαν άλογο που με βραβεία πολλά τιμήθηκε

και τώρα στα γεράματά του ζεμένο πάλι στον ζυγό

αθέλητα μπαίνει στον στίβο κοντά σε άλλα γρήγορ’

άρματα ν΄ αγωνιστεί

Προσέγγιση

Ο ποιητής, όπως φαίνεται,  έχει ξεχάσει τι σημαίνει να αγαπάς και να αγαπιέσαι, να ερωτεύεσαι και να σε ερωτεύονται. Έχει βγάλει από την μνήμη του και την καρδιά του τον γιο της Αφροδίτης και του Άρη. Ίσως να πέρασε πολύς καιρός από την τελευταία του αγάπη. Ας θυμηθούμε εμείς.

Ο επικρατέστερος μύθος υποστηρίζει ότι ο Έρως γεννήθηκε από τη συνεύρεση της Αφροδίτης με τον Άρη ένα ωραίο βράδυ του καλοκαιριού. Ως γνήσιος γιος της θεάς της ομορφιάς και του θεού του πολέμου, ο Έρως έγινε ο θεός του πόθου, του έρωτα και της σεξουαλικής δραστηριότητας. Ήταν πανέμορφος, αλλά και μόνιμη πηγή μπελάδων τόσο για θεούς όσο και θνητούς.

Αυτό φοβάται και ο  Ίβυκος. Τις πληγές που ανοίγει ο Έρωτας , όταν τα χρυσά του βέλη χτυπήσουν στην καρδιά. Διότι ο Έρως έχει δυο ειδών βέλη: τα χρυσά με φτερά περιστεριών και τα άλλα με φτερά κουκουβάγιας. Τα βέλη με τα χρυσά φτερά των περιστεριών κυρίως ρίχνει στις καρδιές  θνητών και αθανάτων, ώστε να διεγείρει τα ερωτικά τους συναισθήματα.

Οι αρχαίοι τραγικοί ποιητές  έδιναν ιδιαίτερη σημασία  στο θεόν Έρωτα. Ο Ευριπίδης διαχωρίζει τον έρωτα σε θετική και αρνητική δύναμη, διότι μπορεί να οδηγήσει τόσο στην αρετή όσο και στην αθλιότητα. Ο Πλάτων  επίσης θεωρεί ότι ο  έρωτας είναι και καλός  και κακός. Θεωρεί κακό τον έρωτα, μόνον όταν είναι γιος της Αφροδίτης Πανδήμου.  Παρουσιάζει τον Έρωτα ως γιο του χάους, που ωστόσο ενσαρκώνει την αρμονία.

Ο ήρωας του ποιητή  δεν φοβάται τόσο τον έρωτα, όσο τον καιρό που πέρασε και δεν τον βοηθά να τον παλέψει. Δαμασμένος από τον χρόνο ο άντρας τον βλέπει  στα σκούρα μάτια της όμορφης κοπελιάς να τον πλησιάζει με επιθετικές διαθέσεις, διαισθάνεται πως επιθυμεί να τον κυριεύσει και να τον καταβάλει και νοιώθει αδύναμος. Γιατί και ο ήρωας του ποιήματος ζητάει και επιθυμεί τα πάντα από τον έρωτα, αλλά δεν μπορεί να τα διεκδικήσει. Με νάζια και γητειές τον μαγνητίζει η όμορφη νεαρή, αποτελειώνει και τις τελευταίες του αντιστάσεις με τα σκέρτσα της και τον σπρώχνει δυναμικά στην αγκαλιά της Κύπριδας, στην αγκαλιά της.  Την περιτριγυρίζουν όμως τόσοι άλλοι νεώτεροί του άνδρες και με την ομορφιά που τους δίνει το νεαρό της ηλικίας τους, που δεν τολμά να συγκριθεί μαζί τους.  Τρέμει από ντροπή και αδυναμία, σαν το άλογο που κέρδισε πολλά βραβεία στα νιάτα του, αλλά τώρα που γέρασε δεν μπορεί να νικήσει πάλι και μάλιστα άλογα νεώτερά του στην ηλικία.

Πόσο άσχημα αισθάνεται ο μέσης ηλικίας άνδρας, όταν δεν μπορεί να αποδείξει ότι είναι ακόμα κυνηγός στο ερωτικό παιχνίδι, ότι παραμένει το αρσενικό που μάχεται για το  θηλυκό, το διεκδικεί και το απολαμβάνει. Οποία ντροπή να διστάζει από αδυναμία και φόβο για την αποτυχία μπροστά στα νάζια μιας νεαρής όμορφης κοπελιάς, που τον προκαλεί και περιμένει από εκείνον να πάρει την πρωτοβουλία. Με τί κότσια να της αποδείξεις ότι και θέλει και μπορεί;

Αχ, νά ‘σαν τα νιάτα δυο φορές, τα γηρατειά καμία.

Ο Ποιητής

Ο Ίβυκος  ήταν αρχαίος Έλληνας λυρικός ποιητής  από το Ρήγιο της Μεγάλης Ελλάδας. Η ακμή του τοποθετείται στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. Είναι η εποχή που τύραννος στην Σάμο ήταν ο Πολυκράτης,  και στην αυλή του έζησε πολύ χρόνο. Ο Ίβυκος γεννήθηκε όταν ο Στησίχορος ήταν πια γέρος. Προερχόταν από αριστοκρατική γενιά. Επέλεξε όμως να φύγει από την πατρίδα του και να επισκεφθεί διάφορες χώρες. Σε κάποιο από τα ταξίδια του, όπως αναφέρει ο επιγραμματοποιός Αντίπατρος ο Σιδώνιος, δολοφονήθηκε από ληστές στην Κόρινθο. Επειδή κανένας μάρτυρας δεν υπήρχε εκεί για να καταγγείλει τον φόνο του, ο Ίβυκος επικαλέσθηκε τους γερανούς που εκείνη τη στιγμή πετούσαν από πάνω του, να τιμωρήσουν τους δολοφόνους του. Μετά από καιρό, ένας από τους ληστές εκείνους, όντας στην Κόρινθο, μόλις είδε γερανούς είπε στους άλλους: «Ιδέ αι Ιβύκου έκδικοι.» Κάποιος τον άκουσε και έτρεξε και τον κατάγγειλε. Οι δολοφόνοι πιάστηκαν και τιμωρήθηκαν. Η παράδοση αυτή αναπτύχθηκε σε παραλλαγές και από μεταγενέστερους συγγραφείς και η φράση «οι γερανοί του Ιβύκου» έμεινε παροιμιώδης στους αρχαίους Έλληνες για την ανακάλυψη εγκλημάτων μετά από θεία επέμβαση.

Ο Ίβυκος έγραψε επτά ποιητικά βιβλία. Από αυτά όμως διασώθηκαν λίγα μόνον αποσπάσματα. Ακέραιοι βρίσκονται σήμερα μόλις 40 στίχοι του. Από τα ποιήματά του σημαντικότερα θεωρούνται τα ερωτικά, για την πρωτοτυπία και το θερμό τους συναίσθημα. Έγραψε επίσης  θρησκευτικούς ύμνους καθαρά ανθρωποκεντρικούς συμβάλλοντας στην γέννηση του εγκωμίου. Τα ποιήματά του επηρεάζονται από την τεχνοτροπία της λεσβιακής-αιολικής σχολής και από την δωρική, καθώς μιμήθηκε τόσο τον Στησίχορο όσο και την Σαπφώ και θεωρείται συνδετικός κρίκος ανάμεσα στα δύο ποιητικά ρεύματα. Η ποίησή του διακρινόταν για τη μεγάλη περιγραφική της δύναμη και την έντεχνη κατασκευή των στροφών.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s