Ανακρέων, πολιοί μέν ημîν ήδη

Το ποίημα

πολιοί μέν ημîν ήδη

κρόταφοι κάρη τε λευκόν,

χαρίεσσα δ’ ουκέτ’ ήβη

πάρα, γηραλέοι δ’ οδόντες,

γλυκερού δ’ ουκέτι πολλός

βιότου χρόνος λέλειπται.

διά ταύτ’ ανασταλύζω

θαμά Τάρταρον δεδοικώς.

Αίδεω γάρ εστί δεινός

μυχός, αργαλή δ’ ες αυτόν

κάτοδος. καί γάρ ετοίμον

καταβάντι μή αναβήναι.

Απόδοση: Μ. Ζ. Κοπιδάκης

Γκρίζοι οι κρόταφοί μου πια

Λευκά και τα μαλλιά μου,

Έφυγε η θελκτική μου νιότη

Σάπια τα δόντια μου,

Απ’ την γλυκειά ζωή

Λίγος καιρός μου απομένει.

Συχνά βαριά αναστενάζω,

Γιατί τον Τάρταρο φοβούμαι.

Είναι φρικτή η άβυσσος του Άδη

Και το ταξίδι για κει κάτω θλιβερό,

Και είναι βέβαιο: αν κατεβείς,

δεν ανεβαίνεις πια επάνω.

Η προσέγγιση.

Γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα, τραγουδά ο σύγχρονος εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός. Στο απόσπασμα όμως του Ανακρέοντα δεν είναι μόνον ο θάνατος αβάσταχτο καημός και δρόμος χωρίς επιστροφή. Είναι και τα γηρατειά εξίσου πικρά και θλιβερά, γιατί οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στον θάνατο.

Αν κοιτάξουμε το ποίημα στην πρωτότυπη μορφή του θα διαπιστώσουμε ότι είναι γραμμένο σε δέκα στίχους. Οι δέκα αυτοί στίχοι είναι τόσο καλά μοιρασμένοι, ώστε να μην αφήνουν περιθώρια ελπίδας ή αισιοδοξίας. Τέσσερις στίχοι για τα συναισθήματα που γεννούν στον άνθρωπο τα μη αναστρέψιμα γηρατειά και τέσσερις στίχοι για τα συναισθήματα που γεννά στον άνθρωπο η σκέψη για τον μη αναστρέψιμο θάνατο. Και ακριβώς ανάμεσα, δύο στίχοι που οδηγούν σαν τον Ερμή τον ψυχοπομπό από το γήρας στον θάνατο.

γλυκερού δ’ ουκέτι πολλός

βιότου χρόνος λέλειπται.

Απόδοση

Απ’ την γλυκειά ζωή

Λίγος καιρός μου απομένει.

Στους τέσσερις πρώτους στίχους ο λυρικός ποιητής μας δίνει τα βασικά σημάδια του γήρατος. Γκρίζοι κρόταφοι, άσπρα μαλλιά και χαλασμένα δόντια. Πρόσωπο μαραμένο. Δείγμα ότι ο καιρός της νιότης και της ζωής πέρασε ανεπιστρεπτί. Όμως εκείνο που θλίβει περισσότερο δεν είναι τόσο τα λευκά μαλλιά και οι ρυτίδες, όσο η συνειδητοποίηση ότι το γήρας  φέρει πιο κοντά στον θάνατο, σκέψη που γεννά πολλή μεγάλη θλίψη. Ο φόβος του θανάτου είναι αβάσταχτος. Οι θνητοί άνθρωποι με την κοινή μοίρα του θανάτου, το γνωρίζουν καλά. Η κατάβαση στον Άδη, η μετάβαση στον σκοτεινό Τάρταρο είναι πορεία  χωρίς επιστροφή. Και στην σκέψη μόνον ότι δεν θα ξαναδεί ο θνητός  ό,τι έβλεπε, όσο ήταν ζωντανός, νοιώθει αβάσταχτο πόνο και πίκρα.

Ο ποιητής, όπως και κάθε θνητός άνθρωπος ξέρει. Δεύτερη ζωή δεν έχει.

Ο ποιητής

Ο ποιητής Ανακρέων γεννήθηκε στην Τέω της Ιωνίας το 572 και πέθανε στην γενέτειρά του το 485 π.Χ. Θεωρείται κορυφαίος της συμποσιακής Λυρικής ποίησης.  Όταν η Τέως περιήλθε στους Πέρσες έζησε στα Άβδηρα της Θράκης. Η φήμη του ως ποιητή τον έφερε αρχικά στην αυλή του Πολυκράτη της Σάμου, αργότερα του Πεισιστρατίδη Ιππία της Αθήνας, ίσως και για ένα διάστημα στην αυλή των Αλευβάδων της Θεσσαλίας και τέλος στους αριστοκρατικούς κύκλους της κλασικής Αθήνας. Κατηγορήθηκε από τους μεταγενέστερους σαν ένας μέθυσος αυλικός στιχοπλόκος υμνωδός του κρασιού και του ερωτισμού. Οι Αλεξανδρινοί όμως φιλόλογοι τον θεωρούν δάσκαλο του μέτρου και τον κατατάσσουν στον κανόνα των «9 λυρικών ποιητών» μαζί με την Σαπφώ, τον Αλκαίο, τον Πίνδαρο κ.ά..

Το ενδιαφέρον των φιλολόγων για την Λυρική ποίηση αναζωπυρώνεται την περίοδο της αναγέννησης, επειδή η Λυρική ποίηση αποτελεί σταθμό στην εξέλιξη του Ευρωπαϊκού πνεύματος. Κι αυτό, διότι η λυρική ποίηση τοποθετεί στο κέντρο του ιστορικού γίγνεσθαι το άτομο του οποίου η καθημερινή ζωή αποκτά αξία. Οι λυρικοί ποιητές προμηνύουν τον άνθρωπο – πολίτη που πρωτοστατεί στην γέννηση της δημοκρατίας και ανοίγει τους διαύλους της τέχνης και της επιστήμης. Ο Ανακρέων στον τομέα αυτόν, στην ανάδειξη του ανθρώπου ως φορέα της δημιουργίας, έχει παίξει σπουδαίο ρόλο με τους λυρικούς του στίχους.  Για την τέχνη του ο Πλάτων τον αποκαλεί σοφό ποιητή.

Η μελέτη των ποιημάτων του Ανακρέοντα επιβεβαιώνει ότι η ποίησή του είναι ένα τραγούδι υψηλής ποιότητας και ο δημιουργός της άνθρωπος με παιδεία και γνώση, με σκέψη απαλλαγμένη από τους φόβους και τις προκαταλήψεις. Αναζητεί την αλήθεια, υμνεί την ζωή μαζί με τα πάθη του έρωτα. Ποιήματα του με αναλλοίωτη την μουσική τους γλώσσα διασώζονται ανά τους αιώνες για να μας θυμίζουν ότι ο Διόνυσος, η Αφροδίτη, η οινοποσία, ο Έρωτας είναι τα μυστικά της ζωής, της ιδιοσυγκρασίας αλλά και της φιλοσοφίας του σημερινού Έλληνα. Μιας φιλοσοφίας που αντικρίζει τη ζωή με τις χαρές και τις λύπες αισιόδοξα, οδηγώντας σε μια «νηφάλια ευδαιμονία», όπου ο έρωτας με καταλύτη το κρασί γίνεται η αντίρροπη δύναμη της θλίψης, του φόβου και της υποταγής στον θάνατο.

 

 

Advertisements

One response to this post.

  1. Πολύ καλή προσέγγιση Χρύσα μου.Οι στίχοι μου θυμίζουν τους ανάλογους στίχους του Καβάφηφη: Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.

    Απάντηση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s