Τάσος Λειβαδίτης, Η τελευταία παρτίδα

Το ποίημα

Αλήθεια, πριν από πόσα χρόνια καθίσαμε σ’ αυτό το τραπέζι κι

αρχίσαμε την τελευταία παρτίδα;

Έξω η μεγαλούπολη, οι σταθμοί γεμάτοι καπνούς, οι μετανάστες

κλαίνε

οι πυροσβεστικές αντλίες είναι η κραυγή του μίσους που ανάβει τις

μεγάλες πυρκαγιές

οι δρόμοι ανάστατοι σαν τις σκέψεις ενός μανιακού, τα παράθυρα

ανοιχτά σαν παγίδες

και στην οδό Αγίας Θέκλας στέκει μια γερασμένη πόρνη με τα

φουστάνια σηκωμένα ψηλά, δείχνοντας την θλίψη της δη-

μιουργίας

τα φανάρια θαμπά διηγούνται ιστορίες τρόμου που οι μέθυσοι προσ-

παθούν να τις σκεπάσουν με βαριά τραγούδια-

είμαστε αιχμάλωτοι μιας αλήθειας που  χάθηκε κάπου εκεί στα

παιδικά μας χρόνια

και ζήσαμε το απέραντο σε μικρές σκοτεινές κάμαρες και το τίποτα

στις μεγάλες σελίδες της ιστορίας-

τί λες;  δεν κάνουμε μια παρτίδα ακόμα; Ο κόσμος είναι μια περί-

πτωση εντελώς προσωπική

Προσέγγιση

Το ποίημα ανήκει στην τελευταία περίοδο της ποιητικής έκφρασης του Λειβαδίτη. Δημοσιεύτηκε το 1990, δύο χρόνια μετά τον θάνατο του, όταν τα ποιήματα που βρέθηκαν στα συρτάρια του, συγκεντρώθηκαν και μετά από προσεκτική επιμέλεια δημοσιεύτηκαν  από τις εκδόσεις Κέδρος με τον τίτλο:  Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου.

Το ποίημα, όπως συμβαίνει σχεδόν με όλα τα ποιήματα της συλλογής, μας δίνει εικόνες  της καθημερινής ζωής στην πόλη. Όχι, δεν αποτελεί διαμαρτυρία κατά της πολύπλοκης και πολύβουης αστικής ζωής. Βουβά υπαρξιακά ερωτήματα θέτει για την άναρχη ζωή στην πόλη μέσα από λίγες και χαρακτηριστικές εικόνες της.  Το ποίημα έχει απολογιστικό χαρακτήρα, για όσα συμβαίνουν σε ένα πολύβουο και πολυπρόσωπο άστυ, διαμορφωμένο από τις δυναμικές και τις δράσεις των κατοίκων του.  Δεν έχει σημείο εκκίνησης. Είναι ξεχασμένο. Και το τέρμα τελείως άγνωστο. Συνεπώς ο ποιητικός χρόνος πλανάται απροσδιόριστος. Το μόνο σταθερό στο σκηνικό του είναι το τραπέζι και οι  συνομιλητές ή συμπαίχτες. Πρωταγωνιστεί η ηχορύπανση της μεγαλούπολης, η αστική ρύπανση, που συνυφαίνεται όχι μόνον από τις κόρνες των μεταφορικών μέσων ή τις φωνές, τα γέλια και τα κλάματα των ανθρώπων της, αλλά και από την ίδια την συναισθηματική φόρτιση των αστών.

Η τελευταία παρτίδα  μπορεί να είναι μια τελευταία παρτίδα σκάκι, τάβλι ή κάτι παρόμοιο. Μπορεί να είναι και ο τελευταίος επίλογος μιας συζήτησης επί κοινωνικών θεμάτων γύρω από ένα τραπέζι. Μπορεί εξίσου καλά να είναι και η τελευταία παρτίδα ζωής, πριν από τον θάνατο. Μπορεί και όλα μαζί. Με εικόνες δυνατές, αλλά καθόλου δραματικές, αντίθετα τρομακτικά ρεαλιστικές που αγγίζουν τα όρια του νατουραλισμού κατατίθεται το σκηνικό της πόλης. Σταθμοί γεμάτοι καπνούς από τρένα που πηγαινοέρχονται, καθώς και από  άλλα μεταφορικά μέσα που φτάνουν ως εκεί μεταφέροντας επιβάτες ή πράγματα. Ανάμεσά τους μετανάστες που κλαίνε. Αχ, ζωή με τα γυρίσματά σου. Δεν έχει σημασία αν είναι εσωτερικοί μετανάστες ή αν έρχονται από άλλες πατρίδες. Δεν παύει να είναι άνθρωποι που για κάποιους λόγους ανάγκης, κυρίως επιβίωσης, αλλά και πολιτικούς, ξεριζώθηκαν από τις εστίες τους και βρέθηκαν στο πουθενά χωρίς διότι στα απανωτά τους γιατί.

Η πόλη δεν έχει ησυχία. Παντού πλανάται μια τρέλα. Οι κόρνες της πυροσβεστικής σκεπάζουν με ήχους οδύνης  την ήδη επιβαρυμένη  ατμόσφαιρα. Η ηχορύπανση σε όλο της την δόξα βρίσκει τον κάθε άνθρωπο, τον εγκλωβίζει στην τρέλα της είτε αυτός βρίσκεται μέσα από κλειστά παράθυρα είτε απέξω. Στον δρόμο κάνει πιάτσα μια από  εκείνες τις γυναίκες, που δεν φοβήθηκαν τον πληρωμένο έρωτα, παρά μόνον τον χρόνο. Αυτός ο ύπουλος συνοδοιπόρος,  που πάντα «χτυπάει πισώπλατα»,  μετατρέπει τελικά τα κάλλη τους σε δυστυχία και θλίψη. Και το γνωρίζουν. Έτσι και η πόρνη της Αγίας Θέκλας γνωρίζει την φθορά της, αλλά πρέπει να κάνει την δουλειά της ως το τέλος, γιατί δεν μπορεί να ελπίζει, όπως και οι όμοιές της,  σε κάποια σύνταξη. Σηκώνει λοιπόν τα φουστάνια της και διαλαλεί την «πραμάτεια» της, ελπίζοντας μέσα στον απέραντο θόρυβο να ακουστεί και η δική της φωνή.

Τα φανάρια με το θαμπό τους φως έχουν δει και ακούσει τόσα πολλά ζώντας στον δρόμο, που δεν πτοούνται ούτε από τα  τραγούδια των μεθυσμένων, τα φορτωμένα με  την πίκρα της σκληρής πραγματικότητας.  «Η αλήθεια  χάθηκε ήδη από τα χρόνια μας της αθωότητας.  Την παρτίδα της αλήθειας την έχουμε χάσει οριστικά. Με αποτέλεσμα, ενώ το ουσιώδες της ιστορίας μετατράπηκε σε τίποτα στις ένδοξες σελίδες της ιστορίας,  να αντιλαμβανόμαστε  πως το απέραντο κενό έχει ιστορική βαρύτητα».

Ας είναι όμως. Πάντοτε δεν έχουμε οι άνθρωποι το κουράγιο να αναμετρηθούμε με την πραγματικότητα, μας νικά με το φως της. Έτσι φτιάχνουμε ένα  καταφύγιο, ο καθένας το προσωπικό του, να στεγάσουμε τα όνειρα, τα θέλω, τις επιθυμίες, τις ψευδαισθήσεις μας.

Ας συνεχίσουμε, λοιπόν, το παιχνίδι της ζωής, ας ξεκινήσουμε πάλι μια παρτίδα πόλης και ζωής και όπου φτάσει.

Ο ποιητής

Γεννήθηκε στην Αθήνα το βράδυ της Ανάστασης  του 1922 και  πέθανε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 1988, στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο από ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής. Σπούδασε στην Νομική Σχολή της Αθήνας. Τελικά  όμως τον κέρδισε η ποίηση.

Λόγω της  συμμετοχής του στον χώρο της αριστεράς εξορίστηκε από το 1947 έως το 1951. Λίγα χρόνια μετά η συλλογή του Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου θεωρήθηκε «κήρυγμα ανατρεπτικό» και κατασχέθηκε. Τελικά το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, στις 10 Φεβρουαρίου του 1955 τον απάλλαξε λόγω αμφιβολιών.  Το 1946 ο Λειβαδίτης εμφανίστηκε  στο περιοδικό ελεύθερα Γράμματα  με το ποίημα «Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη». Το 1947 συνεργάστηκε στην έκδοση του περιοδικού «Θεμέλιο». Το 1952 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική σύνθεση με τίτλο «Μάχη στην άκρη της νύχτας» και εργάστηκε επίσης σαν κριτικός ποίησης στην εφημερίδα Αυγή από το 1954 ως το 1980. Επίσης  δημοσίευσε πολιτικά και κριτικά δοκίμια στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης».  Στο διάστημα της δικτατορίας  ο ποιητής για βιοποριστικούς λόγους μεταφράζει ή διασκευάζει λογοτεχνικά έργα για λαϊκά περιοδικά ποικίλης ύλης με το ψευδώνυμο Pόκκος.

Στίχοι του μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Μάνο Λοίζο, τον Γιώργο Τσαγκάρη, τον Μιχάαλη Γρηγορίου. Επίσης και από το συγκρότημα Όναρ στο δίσκο «Αλαντίν, τελειώσαν οι ευχές σου» (2003). Συνυπέγραψε ακόμη με τον Κώστα Κοτζιά τα σενάρια των ελληνικών ταινιών Ο Θρίαμβος και Συνοικία το όνειρο σε σκηνοθεσία του Αλέκου Αλεξανδράκη.

Τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία το 1953 για τη συλλογή του Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου, το πρώτο βραβείο ποίησης του Δήμου Αθηναίων το 1957 για την συλλογή του «Συμφωνία αρ.Ι, το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1976 για τη συλλογή Βιολί για μονόχειρα, το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης  το 1979 για το Εγχειρίδιο ευθανασίας.  Έγραψε επίσης κι ένα μικρό τόμο με τίτλο: Έλληνες ποιητές, ο οποίος αναφέρεται στις συλλογές που εκδόθηκαν την περίοδο 1978-1981 και αποτελεί μια απογραφή 74 ποιητικών συλλογών. Τα ποιήματά του μεταφράστηκαν στα Ρωσικά, Σερβικά, Ουγγρικά, Σουηδικά, Ιταλικά, Γαλλικά, Αλβανικά, Βουλγαρικά, Κινεζικά και Αγγλικά.

Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της «Εταιρείας Συγγραφέων».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s