Παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«Τότε ἔρχεται μετ’ αὐτῶν ὁ Ἰησοῦς εἰς χωρίον λεγόμενον Γεθσημανή καί λέγει τοῖς μαθηταῖς· καθίσατε αὐτοῦ ἕως οὗ ἀπελθών προσεύξομαι ἐκεῖ. Καὶ παραλαβών τόν Πέτρον καί τούς υἱούς Ζεβεδαίου ἤρξατο λυπεῖσθαι καί ἀδημονεῖν. Τότε λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου· μείνατε ὧδε καί γρηγορεῖτε μετ’ ἐμοῦ. Καὶ προελθών μικρόν ἔπεσεν ἐπί πρόσωπον αὐτοῦ προσευχόμενος καί λέγων· πάτερ μου, εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τό ποτήριον τοῦτο· πλήν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ’ ὡς σύ. Καὶ ἔρχεται πρός τούς μαθητάς καί εὐρίσκει αὐτούς καθεύδοντας, καί λέγει τῷ Πέτρῳ· οὕτως οὐκ ἰσχύσατε μίαν ὥραν γρηγορῆσαι μετ’  ἐμοῦ;  Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε,   ἵνα μή εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν. Τό μέν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σάρξ ασθενής. Πάλιν ἐκ δευτέρου ἀπελθών προσηύξατο λέγων· πάτερ μου, εἰ οὐ δύναται τοῦτο τό ποτήριον παρελθεῖν ἀπ’ ἐμοῦ, ἐάν μή αὐτό πίῳ, γενηθήτω τό θέλημά σου. Καὶ ἐλθών εὑρίσκει αὐτούς πάλιν καθεύδοντας· ἦσαν γάρ αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί βεβαρημένοι. Καί ἀφείς αὐτούς ἀπελθών πάλιν προσηύξατο ἐκ τρίτου τόν αυτόν λόγον εἰπών. Τότε ἔρχεται πρός τούς μαθητάς αὐτοῦ καί λέγει αὐτοῖς· καθεύδετε τό λοιπόν καί ἀναπαύεσθε· ἰδού, ἤγγικεν ἡ ὥρα καί ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἁμαρτωλῶν.  Ματθαίος, 26, 36 – 46.

Μεσάνυχτα στον κήπο της  Γεθσημανή ο Χριστός  καλείται να επωμισθεί  τις ανομίες  της ανθρωπότητας και να πείσει τους λαούς για το μεγαλείο της αγάπης, ώστε να πιστέψουν οι άνθρωποι για την αξία του να αγαπάς  και να προσφέρεις και με θάρρος να βαδίσουν την οδόν από την εικόνα στην ομοίωση. Ο Ιησούς  γνώριζε τον σκοπό για τον οποίον ήλθε στην γη. Γνώριζε επίσης το πότε και το πώς θα υποστεί αυτό το μαρτύριο.  Αλλά  την δύσκολη ώρα της κρίσης «…ἤρξατο λυπεῖσθαι καί ἀδημονεῖν».  «Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου», θα ομολογήσει. Λυγίζει και προσεύχεται στον επουράνιο Πατέρα: Εκφράζει με την προσευχή του εκείνο που συνταράσσει την ψυχική του.  Ζητεί από τον Μεγαλοδύναμο να τον απαλλάξει από  το επερχόμενο μαρτύριο.  «Παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τό ποτήριον τοῦτο».

Η προσευχή του Σωτήρα στο όρος των ελαιών  δεν είναι μόνον ένας στεναγμός  για την δοκιμασία που υφίσταται. Εκφράζει  κυρίως την συλλογική συνείδηση των λαών για τον φόβο του θανάτου και την επαναλαμβάνει τρις, ακριβώς για να δώσει την ένταση του οδυνηρού φόβου. Πόσο πιο κοντά μας τον φέρνει αυτό!  Πόση δύναμη, πόσο θάρρος απαιτείται να έχει αυτός που γνωρίζει τις δυσκολίες, καθώς και την έκβαση του αγώνα, ώστε να τολμά και να παραδέχεται   ότι φοβάται.  Θα ομολογήσει: «Τό μέν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σάρξ ασθενής».  Και με την αδυναμία του αυτή  αποδεικνύεται μπροστά στον θάνατο πιο ανθρώπινος, αλλά και περισσότερο γενναίος. Ένας πραγματικός Σωτήρας.

Δεν θέλουμε να συγκρίνουμε τα επουράνια με τα χθόνια. Όμως συμβαίνει το μικρό να τολμά να αντιπαραβάλλεται με το μεγάλο. Ο πόνος της Παναγίας μπροστά στον εσταυρωμένο μοναχογιό της αντιπαραβάλλεται με τον πόνο της κάθε μάνας που χάνει το παιδί της, κι αυτό δεν είναι ασέβεια. Είναι πίστη. Έτσι και η προσευχή του Χριστού προς τον ουράνιο πατέρα να τον απαλλάξει από το μαρτύριο, την ύβρι και την ταπείνωση, προσφέρει στους ανθρώπους την ευκαιρία να μιλήσουν για τον δικό τους Γολγοθά.

Ο Ομηρικός ήρωας Έκτορας, γιος του Πριάμου και της Εκάβης, σύζυγος της Ανδρομάχης και πατέρας του Σκαμάνδριου ή Αστυάνακτα ήταν ο ανδρειότερος από όλους τους Τρώες.  Στον Τρωικό πόλεμο ήταν  πρότυπο πολεμικού ήρωα και ξεχώριζε για τον ηρωισμό, την σύνεση και την ηθικότητά του. Και σε  όλη του την πολεμική πορεία φαίνεται να φοβάται την ντροπή περισσότερο από τον θάνατο.  Στην «Ιλιάδα» ο Όμηρος  τιμά πολύ τον ‘Εκτορα για τον ηρωισμό και τις άλλες αρετές του.

Ο Έκτορας ήταν ένας άνθρωπος, ένας κοινός θνητός, που διακρινόταν για την πολεμική του  ανδρεία και την αρετή του. Είχε συνείδηση  ότι κρατούσε στους ώμους του τις τύχες της πατρίδας του και των συμπατριωτών του. Γι αυτούς πολεμούσε με θάρρος και ορμή. Αυτούς επιθυμούσε να σώσει από την μανία των Αχαιών.  «Εἷς οἰωνός ἄριστος: ἀμύνεσθαι περί πάτρης»,  έγραφε το λάβαρο της συνείδησής του.

Επί δέκα χρόνια οι Αχαιοί έξω από τα τείχη του Ιλίου καιροφυλακτούσαν την στιγμή που η πλούσια Τροία θα έπεφτε στα χέρια τους, για να την λεηλατήσουν και να μοιραστούν τα πλούτη της. Μπροστά στην πολεμική αδηφαγία των Αχαιών ο Έκτορας έπρεπε να στέκεται όρθιος και αποφασισμένος.

Όταν ο Αχιλλέας κατέβηκε στην μάχη φορώντας  την περίλαμπρη πολεμική του στολή, όλοι οι Τρώες έτρεξαν να σωθούν μέσα στα τείχη. Ο Έκτορας όμως, παρά τις συμβουλές των συμπολεμιστών του  και τις ικεσίες των γονιών του, πήρε την μεγάλη απόφαση να μείνει έξω από τα άπαρτα τείχη  της Τροίας και  να μονομαχήσει με τον Αχιλλέα, μολονότι γνώριζε το αποτέλεσμα. Ένοιωθε ότι δεν μπορούσε να αναβάλει την αναμέτρηση. Στάθηκε λοιπόν ακίνητος περιμένοντας τον γιο του Πηλέα. Όσο όμως ο γιος της Θέτιδας τον σίμωνε,  ο αρχέγονος φόβος σηκώθηκε από τα κατάβαθα του είναι του, άρχισε να θολώνει  σιγά σιγά την λογική και τον ηρωισμό του. Τελικά υπερίσχυσε, σκοτείνιασε τον νου και την αδάμαστη ψυχή του και τον έσπρωξε να το βάλει στα πόδια σαν δειλός. Τρεις φορές έτρεξε γύρω από το τείχος, για να γλυτώσει την ζωή του. Θεωρούμε πολύ δραματική την εικόνα που ο  Έκτορας σπρωγμένος από τον φόβο του θανάτου  μεταβάλλεται σε θήραμα και τρέχει γύρω από το τείχος της Τροίας, ενώ πίσω του ο Αιακίδης με υψωμένο το δόρυ ως θήτης τον κυνηγά.

Τελικά ο ήρωας της Τροίας μέσα από την πάλη του θανάτου και του εγώ του ξαναβρήκε τον εαυτό του. Αναπτερώθηκε το φιλότιμό του. Συνειδητοποίησε ότι το πλήρωμα του χρόνου είχε έλθει και δεν του έμενε πια τίποτε άλλο να κάνει, παρά να σταθεί και να αναμετρηθεί με το πεπρωμένο του, να αντιμετωπίσει τον ημίθεο, να υπογράψει την ιστορία του, αυτός ένας κοινός θνητός.

Ο Έκτορας, όπως και ο κάθε άνθρωπος, θέλει να ζήσει. Όποιος όμως επιθυμεί την ζωή, πρέπει να είναι έτοιμος και να πεθάνει. Ό,τι γεννιέται πεθαίνει. Ο φόβος του θανάτου δεν χωρά στην ζωή.  Η ζωή  δεν μπορεί να φοβάται τον θάνατο.  Ζωή και θάνατος αποτελούν τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Συνυπάρχουν.  Τί γεννά επομένως στον άνθρωπο τον φόβο του θανάτου; Το εγώ του είναι που γεννά τον φόβο και καμιά φορά όχι μόνον του θανάτου, αλλά και της ίδιας της ζωής. Το εγώ είναι αντίθετο  και με την ζωή και με τον θάνατο. Το εγώ φοβάται να ζήσει και το εγώ φοβάται να πεθάνει. Φοβάται να ζήσει, επειδή κάθε  βήμα προς τη ζωή, το φέρνει πιο κοντά στο θάνατο. Ο άνθρωπος όμως που είναι έτοιμος να πεθάνει, έχει νικήσει το εγώ του και μπορεί να ζήσει με πληρότητα, μπορεί να ζήσει με ηρωισμό. Ο θάνατος του εγώ λοιπόν γεννά τους ήρωες, όπως και τους σωτήρες..
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s