Παγκοσμιοποίηση

Ο όρος «παγκοσμιοποίηση» εκφράζει την  επιθυμία των βιομηχανικών επιχειρήσεων και των χρηματαγορών για εξάπλωση σε οποιαδήποτε χώρα του πλανήτη με σκοπό το κέρδος.  Μην φανταστούμε βέβαια ότι   η έξοδος των βιομηχανιών από το εθνικό τους έδαφος πηγάζει από τα κοσμοπολίτικα συναισθήματα των ανθρώπων του χρήματος. Αντίθετα, πηγάζει από την επιδίωξη των επιχειρηματιών να αυξήσουν τα κέρδη τους μειώνοντας το κόστος παραγωγής των προϊόντων τους. Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά στο φαινόμενο της διεθνοποίησης της καπιταλιστικής οικονομίας. Βέβαια υπάρχουν  ακόμη εθνικές οικονομίες, οι οποίες εξακολουθούν να είναι πολύ ισχυρές, όπως η αμερικανική, η ιαπωνική, η γερμανική κ.λπ. Αλλά, ως φαίνεται, αυτό δεν θεωρείται από τους ισχυρούς του χρήματος εμπόδιο ή  κι αν είναι είναι εμπόδιο μπορεί να ξεπεραστεί.

Η παγκοσμιοποίηση λοιπόν συνιστά υπέρβαση των εθνικών οικονομιών. Οι βιομήχανοι επιδιώκουν να κατασκευάσουν προϊόντα φτηνά και να τα πουλήσουν ακριβά σε άλλες χώρες, ιδίως οικονομικά μη ανεπτυγμένες.  Αυτό το πετυχαίνουν οι επιχειρηματίες  με τα φτηνά εργατικά χέρια, την μικρή φορολογία από το κράτος ή και την απαλλαγή από τη φορολογία αυτή και βέβαια χωρίς να υποχρεώνονται να λάβουν μέτρα για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Με τον τρόπον αυτόν ελαχιστοποιούν το κόστος παραγωγής και είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν εύκολα τον διεθνή ανταγωνισμό.

Όταν μιλάμε για παγκοσμιοποίηση, συνήθως εννοούμε την παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου.  Το κεφάλαιο  όμως ήταν πάντα παγκοσμιοποιημένο  από την εμφάνιση του καπιταλισμού, από τον 16ο αιώνα. Μήπως τελικά αυτό που παγκοσμιοποιείται στην εποχή μας είναι η εργασία; Ποια είναι άραγε  η επίδραση της παγκοσμιοποίησης στην απασχόληση και την αγορά εργασίας και σε ποιο βαθμό μπορεί να επηρεάσει τη διαμόρφωση των μισθών;

Στην εποχή μας, ενώ είναι βέβαιο ότι η απασχόληση συρρικνώνεται και ο αριθμός των ανέργων διογκώνεται και συνεπώς η ποσότητα της εργασίας στην παραγωγή μειώνεται, είναι εξίσου βέβαιον ότι το εθνικόν προϊόν κινείται στα όρια της στασιμότητας, η παραγωγικότητα των εργαζομένων βρίσκεται σε πτωτική πορεία, ενώ παράλληλα εκδηλώνονται συμπτώματα επίπλαστης ευμάρειας στα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα.

Τα ανώτερα εισοδήματα, που θα μπορούσαν με παραγωγικές επενδύσεις να ωθήσουν την οικονομία σε μια γενικότερη αυξητική δύναμη και προς όφελός τους και προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, σταθερά αποφεύγουν να ανταποκριθούν στην προσδοκία αυτή. Αντίθετα,  στο όνομα της παγκοσμιοποίησης επιδίδονται σε χρηματιστικές συναλλαγές και σε αδηφάγο κερδοσκοπία, που τα έχουν αναγάγει σε αυτοσκοπό.

Η υπερβολική διόγκωση του χρηματιστικού τομέα  και η συρρίκνωση του πραγματικού  αποσυνδέει τα κέρδη από την παραγωγή και  την εργασία, μολονότι ο ανθρώπινος μόχθος εξακολουθεί να παραμένει η μοναδική πηγή πλούτου και κέρδους στις σύγχρονες κοινωνίες, γεγονός που μπορεί να θεωρηθεί ως ένα είδος αντίστασης στην εξέλιξη της τεχνολογίας η οποία απειλεί με περιθωριοποίηση τον εργαζόμενο άνθρωπο. Παρά την διεθνή κινητικότητα των κεφαλαίων, του χρήματος και των επενδύσεων στην εποχή μας, ο συντελεστής εργασία δεν μετακινείται με  την ίδια άνεση από χώρα σε χώρα σε αναζήτηση απασχόλησης. Με αποτέλεσμα η ευκολία μετακίνησης μεγάλων βιομηχανικών μονάδων από χώρα σε χώρα και από ήπειρο σε ήπειρο να αποσταθεροποιεί την απασχόληση στα κέντρα των παλιών βιομηχανικών μητροπόλεων, να μειώνει τις αποδοχές και να επιβάλλει αλλαγές στο καθεστώς των εργασιακών σχέσεων γεμίζοντας με ανασφάλεια τα παραδοσιακά εξασφαλισμένα εργατικά στρώματα της Δύσης. Συμπερασματικά λέμε ότι περισσότερη δουλειά για τις φτωχές χώρες της περιφέρειας μπορεί να σημαίνει λιγότερες θέσεις εργασίας, ανασφάλεια και ανεργία για τις χώρες της πρώην βιομηχανικής Δύσης.

Η παγκόσμια επιχείρηση σταθερή στην εμμονή της να παράγει εκεί όπου το κόστος των μισθών είναι χαμηλότερο και να πουλά εκεί όπου το επίπεδο ζωής είναι πολύ υψηλό, επιζητεί, μέσω της μεταφοράς των παραγωγικών μονάδων και της αδιάκοπης αύξησης της παραγωγικότητας, το μέγιστο κέρδος,  παρά τις προειδοποιήσεις του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας, που υποτίθεται ότι υφίσταται για να προστατεύει τα συμφέροντα των εργαζομένων.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης έχει επιφέρει αλλαγές στην οργάνωση εργασίας, οι οποίες προέκυψαν κατά κύριο λόγο ως στρατηγικές του κεφαλαίου για μείωση του κόστους εργασίας και αντίστοιχη αύξηση των κερδών στο πλαίσιο των νέων συνθηκών. Σε αυτές τις νέες συνθήκες η παγκοσμιοποιημένη αγορά δεν μπορεί να διασφαλίσει την ικανοποιητική κατανομή  των αγαθών, των υπηρεσιών, των κοινωνικών αναγκών, της κοινωνικής δικαιοσύνης και των δημοκρατικών δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Στις συνθήκες αυτές, ο υποτιθέμενος μονόδρομος της απαράκαμπτης προσαρμογής των κοινωνιών στην παγκοσμιοποίηση επιβάλλεται αυταρχικά, δεσποτικά, εκτός δημοκρατικών διαδικασιών, χωρίς στοιχειώδη πολυφωνία και διάλογο, με σημαία την κυρίαρχη και μοναδική σκέψη. Με το πρόσχημα ότι δεν υπάρχουν εναλλακτικές προτάσεις, πως  ό,τι ήταν να ειπωθεί ειπώθηκε ήδη, ότι η παγκοσμιοποίηση δεν αφήνει περιθώρια χειρισμών στα κράτη-έθνη και στην πολιτική, καταλύεται ουσιαστικά η βάση της δημοκρατίας και της δημοκρατικής έκφρασης. Η έννοια της δημοκρατικής πολυφωνίας και του διαλόγου αποδομείται, προς όφελος του μονόδρομου και της μοναδικής σκέψης, της υποταγής των πολιτών στη γραμμή που εκπέμπουν οι αγορές εμπορευμάτων, νομισμάτων και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

Ο  Δ. Χαριτόπουλος στο άρθρο του «Ημών των Ιδίων» γράφει χαρακτηριστικά για την διαστρέβλωση  της  έννοιας της εργασίας στις ημέρες μας και για τον χωρισμό του ανθρώπου από το εργασιακό του αντικείμενο.

«Ο πραγματικός πλούτος της χώρας παράγεται στο χωράφι και στο εργοστάσιο, γι  αυτό οι αγρότες και οι εργάτες δεν διανοήθηκαν ποτέ να επικαλεστούν κάποια  νεφελώδη ιδεολογήματα για τη δουλειά τους. Η προσφορά τους είναι αυταπόδεικτη.

Αντιθέτως οι απασχολούμενοι στον τριτογενή τομέα των υπηρεσιών, δεν αρκούνται  στην υψηλότερη αμοιβή που εισπράττουν, αλλά αγωνιούν να δώσουν και ανώτερο  νόημα σε αυτό που κάνουν.

Το επάγγελμα έγινε ιδεολογία.

Ο καλώς εννοούμενος επικερδής χαρακτήρας αποσιωπάται συστηματικά και  προβάλλεται κατά κόρον σαν ζωτική ωφέλεια για το κοινωνικό σύνολο. Οι  χρηματιστές κόπτονται για την «ανάπτυξη», οι διαφημιστές μοχθούν για την  «επικοινωνία», οι ασφαλιστές χτίζουν την «ασφαλιστική συνείδηση», οι  δημοσιογράφοι αγωνιούν για την «ενημέρωση» κοκ. Εξ ου και το καταγέλαστο ορισμένων  ότι ασκούν λειτούργημα .

Η κοινωνία που διευθύνεται από τους εγγράμματους, έχει περί πολλού αυτά τα  επαγγέλματα και περιφρονεί εξόφθαλμα τον αγρότη και τον εργάτη. Απόδειξη ότι  τους αμείβει με τα χαμηλότερα των εισοδημάτων και τους επιφυλάσσει πενιχρές συντάξεις και ανεπαρκέστατη υγειονομική περίθαλψη».

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s