Τάσος Κόρφης, Της γέρικης ελιάς

Ποίημα

Πολύχρονη ελιά, με τα σκεβρά σου κλαδιά αντηχεία

ανέμων,

και τις κουφάλες σου φωλιές ερπετών,

νεκρή σχεδόν, σε παντοτινή ειρήνη,

άφοβη, άλυπη, χωρίς όνειρα,

άδικα περιμένεις τα βήματα του ξυλοκόπου.

Μέσα από τις ρίζες και το άγονο σπέρμα σου,

φύτρωσε ο δολοφόνος κισσός που σ΄ αγκαλιάζει,

κι έγινες ένα μαζί του, σε μιαν ατέλειωτη

συνουσία, σε μια καρποφορία ζωής

απελπισμένη.

Εσύ του έδωσες το γέρικο σκιάχτρο σου να ψηλώσει,

κι αυτός τους σπασμούς των χυμών και την ανταρσία

των φύλλων του.

Προσέγγιση

Το ποίημα ανήκει στην συλλογή  Εγκώμιον 1993.  Η συνομιλία μαζί του αφήνει μια γεύση  πίκρας που πηγάζει από τη φθορά του χρόνου, εξ αιτίας της εκμετάλλευσης που υφίστανται οι αδύναμοι του καιρού από τους δυνατούς, τους παντός καιρού ισχυρούς.

Ο ποιητής αρχίζει το ποίημά του τονίζοντας  την μακροβιότητα της ελιάς. Την αποκαλεί πολύχρονη. Ταυτόχρονα όμως σημειώνει ότι  τα σκεβρωμένα και γυμνά κλαδιά της  δεν χαϊδεύουν πια τα αυτιά μας με ειδυλλιακούς ήχους.

Πολύχρονη ελιά, με τα σκεβρά σου κλαδιά αντηχεία

ανέμων,

Αφήνουν τον αέρα να αντηχεί μουντά από ανάμεσά τους. Ο ήχος τους πλέον θυμίζει ελεγεία. Το κορμί της γεμάτο κουφάλες είναι κατάλληλο μόνον να φωλιάζουν ερπετά. Πόση αντίθεση με  το σονέτο του Λορέντζου Μαβίλη, Η ελιά,  που βλέπει στην κουφάλα της γέρικης ελιάς όχι ερπετά, που προκαλούν αηδία και ανατριχίλα, αλλά  μελίσσι με όλη την γλύκα της ζωής τους.

Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι

Γέρικη ελιά με την λίγη

Πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει

Σαν νά ’θελε να σε νεκροστολίσει.

Η ελιά του Κόρφη σχεδόν νεκρή, γεμάτη από τη μακαριότητα του θανάτου, στέκεται

άφοβη, άλυπη, χωρίς όνειρα.

Με τα ίδια ακριβώς λόγια που ο Κάλβος μιλάει για τους νεκρούς στην ωδή του Εις θάνατον. Ας θυμηθούμε την στροφή ιζ΄.

Εδώ ημείς οι νεκροί

παντοτινήν ειρήνην

απολαύσαμεν, άφοβοι,

άλυποι, δίχως όνειρα

έχομεν ύπνον.

Δεν έχει τίποτε να φοβάται πια η γέρικη ελιά  ούτε και για τίποτε να λυπάται. Ακριβώς όπως ο νεκρός που «στέκει» μακάριος, άφοβος, χωρίς αισθήματα, χωρίς όνειρα. Γιατί οι νεκροί δεν υποφέρουν.

Η ελιά όμως του ποιητή δεν είναι τελείως νεκρή, είναι σχεδόν νεκρή. Και στην ύστατη στιγμή της, στο τέλος της ζωής της η «Ελιά η τιμημένη» του Κωστή Παλαμά, κάτι ακόμη περιμένει, κάτι ακόμη ελπίζει να προσφέρει στους ανθρώπους, έστω κι αν δεν κάνει ούτε για καυσόξυλα, έστω κι αν κανείς δεν τη χρειάζεται πια, όπως με σκληρότητα της επισημαίνει ο ποιητής:

άδικα περιμένεις τα βήματα του ξυλοκόπου.

Γιατί η τιμωρία;  Διότι η γέρική ελιά άνοιξε τις ρίζες της σε έναν κισσό και τον άφησε να φυτρώσει επάνω στο κορμί της.  Ένας δολοφόνος κισσός. Γιατί ο κισσός είναι παράσιτο, που ζει εις βάρος άλλων.  Κισσός και γέρικη ελιά βρίσκονται τώρα σε ένα διαρκές ερωτικό σφιχταγκάλιασμα.

σε μιαν ατέλειωτη

συνουσία

Αυτή σε μιαν απελπισμένη προσπάθεια να κερδίσει ζωή, η ετοιμοθάνατη. Αυτός μέσα από το σφιχταγκάλιασμα αναπαράγεται πάνω στο γερασμένο κορμί της κερδίζοντας  ζωή από τον αργό της  θάνατο, το παράσιτο. Ο ποιητής θυμώνει  με την γέρικη ελιά που επέτρεψε αυτό το ανίερο αγκάλιασμα. Την θεωρεί συνένοχη στην φτηνή ανταλλαγή, γιατί  έδωσε την ευκαιρία στον κηφήνα κισσό να γίνει μεγάλος και τρανός εις βάρος της.

Εσύ του έδωσες το γέρικο σκιάχτρο σου να ψηλώσει

κι αυτός τους σπασμούς των χυμών και την ανταρσία

των φύλλων του.

Ιερή αγανάκτηση διακατέχει τον ποιητή από την εικόνα της γέρικης, κουφαλιασμένης ελιάς, αγκαλιά με τον κισσό. Αυτός που ανέβηκε ψηλά στηριζόμενος σε πλάτες άλλων, εκμεταλλευόμενος την αδυναμία τους, ποτέ δεν είναι κοινωνικά ωφέλιμος. Είναι κοινωνικό άχθος. Ποτέ δεν πρόκειται να προσφέρει. Δεν υπάρχει για το κοινωνικό σύνολο, αλλά μόνο για τον εαυτό του. Ο εγωισμός, η απληστία, ο ατομισμός  σε όλο του το μεγαλείο, πάνω στο κορμό της πολύχρονης ελιάς. Αυτό καταγγέλλει ο ποιητής όχι μόνον στην ελιά, αλλά σε όλους εμάς, όσοι ηθελημένα ή αθέλητα σκύβουμε, για να πατήσουν στις πλάτες μας άνθρωποι άπληστοι, εγωιστές. Που κι αν ακόμη δεν είναι τέτοιοι, τους δίνουμε όλα τα περιθώρια να γίνουν. Κι όσο πιο πολύ σκύβουμε εμείς, τόσο περισσότερο ανεβαίνουν αυτοί, όπως τα παράσιτα. Απλώνουν ρίζες, κλαδιά και μας πίνουν το αίμα.

Έτσι, με τους στίχους του ποιητή η γέρικη ελιά από  σύμβολο της ζωής και της ειρήνης, γίνεται σύμβολο για να διδάξει τον αδύναμο, τον ανίσχυρο όχι μόνον από τον χρόνο, αλλά και από δειλία, φόβο, ανασφάλεια, έλλειψη πίστης στις δυνάμεις του, να τον διδάξει να αντιδράσει. Να υψώσει παράστημα και φωνή, να διεκδικήσει αυτά που του ανήκουν. Γιατί στον άνθρωπο δεν ανήκει μόνον η ζωή, ανήκει και ο θάνατος. Και είναι πολύ λυπηρό κι αυτό ακόμα το ψυχορράγημα να γίνεται ευκαιρία για  εκμετάλλευση από τους επιτήδειους, απογοητευτικό, όταν για άλλη μια φορά επιβεβαιώνεται το «ο θάνατός σου η ζωή μου».

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος, αντίθετα,   βλέπει τις ξερικές ελιές της γενέτειρά του σαν τα κόκκαλα των ηρώων προγόνων του να αντιστέκονται στα παράσιτα, στους πάσης φύσεως εκμεταλλευτές, αλλά και στις αντιξοότητες της ζωής και το δηλώνει  σε λίγους στίχους με τον τίτλο:  Αντιστέκομαι

Αντιστέκομαι όπως οι ελιές της πατρίδας μου, οι σκληρές,

σαν τα κόκαλα τ’ αντρειωμένου, που τους λείπουν οι μαύρες

μαντήλες μονάχα για να μοιάζουν με τις μανάδες μας,

που σφηνωμένες γερά στην απόλυτη πέτρα,

αδιαφορούν για τις θύελλες, αναπνέουν τις αστραπές

και τις κάνουνε μες στους πικρούς τους

χυμούς ειρήνη και φως.

Δεν είναι η μοίρα του ανθρώπου να σκύβει το κεφάλι, να γονατίζει και να συμβιβάζεται. Ακόμα και όταν οι δυνάμεις του τον εγκαταλείπουν και το τέλος του είναι κοντά, η μοίρα του είναι να παλεύει. Γιατί όσο ο άνθρωπος παλεύει και αγωνίζεται, αποκτά εμπειρίες, μαθαίνει, γίνεται σοφός και διδάσκει. Αν οι άνθρωποι ενώσουμε τους αγώνες, τις εμπειρίες, την σοφία μας και συνεργαστούμε όλοι μαζί, ενωμένοι θα τα καταφέρουμε να σταθούμε όρθιοι και να αποτινάξουμε από πάνω μας τα πάσης φύσεως παράσιτα. Το οφείλουμε στον εαυτό μας  να ξανακερδίσουμε την χαμένη μας αξιοπρέπεια. Τίποτε δεν αξίζει περισσότερο από αυτήν.

Ποιητής

Ο Τάσος Κόρφης, φιλολογικό ψευδώνυμο του Τάσου Ρομποτή, γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1929. Ο πατέρας του ήταν  γνωστός μουσικοσυνθέτης στην Κέρκυρα. Στην Πάτρα, όπου πήγαινε Γυμνάσιο, δημοσίευσε και τα πρώτα του ποιήματα. Στην Αθήνα ήρθε το 1951 και σπούδασε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Έκανε καριέρα στο Πολεμικό Ναυτικό, από όπου αποστρατεύτηκε με το βαθμό του Αντιναυάρχου. Ως λογοτέχνης ασχολήθηκε με την πεζογραφία, το δοκίμιο, τη μελέτη, τη μετάφραση και βέβαια με την ποίηση. Πέθανε στην Αθήνα το 1994. Η θάλασσα και το ευρύτερο φυσικό περιβάλλον, ο έρωτας, ο θάνατος και η ζωή είναι διάχυτα μέσα στο ποιητικό του έργο. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος μας  λέει πως ο Κόρφης, χωρίς να φτάνει στην μπωντλαιρική γοητεία του Καββαδία, αλλά και χωρίς να ξεφεύγει από την ήπια μελαγχολική ιδιοσυγκρασία του, τοποθετεί το ανικανοποίητο, τη μοναξιά και την ανθρώπινη τυραννία μέσα σ’ ένα πλαίσιο ναυτικό, θαλασσινό και του λιμανιού.

Είπαν ακόμη οι μελετητές του έργου του: Ο ποιητής χαμηλόφωνα μας αφηγείται καθημερινές στιγμές, συνομιλεί με τον έτερο, αποτυπώνει στιγμιότυπα και χειρονομίες, μνήμες, αρώματα, υποδηλώνει ιδέες και επιθυμίες, υπολανθάνει τα σπαράγματα μιας κρύφιας εσωτερικής ζωής. Παρατηρητής της καθημερινότητας, καταγράφει ό,τι μικρό κι ό,τι ασήμαντο για να το ανασύρει από την αφάνεια, ενώ ειρωνεύεται, με τον τρόπο του Καρυωτάκη ενίοτε, το ψεύτικο και την υποκρισία. Τον συγκινεί το εφήμερο και γι’ αυτό γίνεται συλλέκτης  στιγμών και βλεμμάτων. Πότε με απλές περιγραφές που παραπέμπουν σε πεζά κείμενα, πότε με ομοιοκαταληξία και μουσικότητα, αναδεικνύεται ο μυστικός κόσμος που τον περιβάλλει, αυτόν που επιλέγει ο ίδιος να οικειοποιηθεί, και τότε μετατρέπονται οι αθέατες πλευρές του σε τραγούδια ή ιστορίες. Τρυφερές, ερωτικές και συνάμα σκληρές, αλλά και υπαινικτικές οι ποιητικές εικόνες του Κόρφη, φανερώνουν πλούτο συναισθηματικών καταστάσεων, αλλά και ιδεών. Ο έρωτας για τη ζωή και τον έτερο αποτελούν μιαν αστείρευτη πηγή δημιουργίας, ένα πεδίο αναφοράς και έκλαμψης.

Πολύπλευρο ταλέντο, ο Τάσος Κόρφης ασχολήθηκε σχεδόν με όλα τα λογοτεχνικά είδη: την ποίηση, την πεζογραφία, το δοκίμιο, τη μετάφραση, τη βιογραφία. Παράλληλα υπήρξε ο εκδότης του περιοδικού Ανακύκληση (από το 1986 έως το 1990) και των εκδόσεων Πρόσπερος, ενώ εξέδιδε κάθε χρόνο, από το 1979 έως το 1995, τον τόμο Φωνές, στον οποίο καταγράφονταν τα ποιήματα που ξεχώριζαν και είχαν δημοσιευθεί σε περιοδικά ή εφημερίδες είτε περιλαμβάνονταν σε ποιητικές συλλογές. Χαλκέντερος και ρέκτης, έφερε στο φως το έργο λησμονημένων ποιητών, ιδιαιτέρως εκείνων που έζησαν και έγραψαν κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, και το μελέτησε. Οι επιρροές αυτών των ποιητών, άλλωστε, με έντονα και τα χαρακτηριστικά του συμβολισμού, φαίνονται στην ποίηση και την πεζογραφία του.

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s