Πάλι ο ουρανός ανοίγει εδώ την πύλη

Ο τίτλος του δοκιμίου είναι ο πρώτος στίχος από ένα ποίημα του Νίκου Σαραντάρη με τον τίτλο: Πάλι. Ας το ακούσουμε.

Το ποίημα

Πάλι ο ουρανός ανοίγει εδώ την πύλη

Πάλι σηκώνει τη σημαία

Εμείς μπαίνουμε χωρίς φόβο

Τα μάτια τα πουλιά μαζί μας μπαίνουν

Αστράφτει η πολιτεία αστράφτει ο νους μας

Η φαντασία τους κήπους πλημμυράει

Είναι παιδιά που στέκονται στις βρύσες

Κορυδαλλοί στους όρθρους ακουμπάνε

Στις λεμονιές άγγελοι χορτάτοι

Είναι αηδόνια που παντού ξυπνάνε

Φλογέρες παίζουν έντομα βουίζουν

Είναι τραγούδια η στάχτη των νεκρών

Κι οι νεκροί κάπου αναγεννιούνται πάλι

Ολούθε μάς μαζεύει ο Θεός

Έχουμε χέρια καθαρά και πάμε

Προσέγγιση

Το ποίημα δημοσιεύτηκε στις 12-1-1940. Ένα χρόνο μετά ο ποιητής πέθανε, αλλά όχι όπως ονειρεύτηκε, πολεμώντας για την πατρίδα, επειδή πίστευε ότι έτσι θα κέρδιζε τον παράδεισο της ζωής ή του θανάτου.  Διότι τον παράδεισο, κατά τον ποιητή, κατακτούν όσοι θυσιάζονται για ένα ιδανικό και ο θάνατος για την ελευθερία της πατρίδας είναι το ύψιστο ιδανικό. Είναι πεποίθηση που του καλλιεργήθηκε από τους αρχαίους διανοούμενους, φιλόσοφους και σοφούς, που τόσο αγαπούσε και μελετούσε.

Τυραταίου, Θούριος (απ.)

Τεθνάμεναι γὰρ καλὸν ἐνὶ προμάχοισι πεσόντα
ἄνδρ᾽ ἀγαθὸν περὶ ᾗ πατρίδι μαρνάμενον·
Απόδοση: Θρασύβουλου Σταύρου
Για την πατρίδα στην πρώτη γραμμή πολεμώντας να πέσει
σαν παλικάρι κανείς είναι μεγάλη τιμή·1

Από τον επικό λόγο λοιπόν των  αρχαίων Ελλήνων πολεμιστών ωθούμενος έτρεξε εθελοντικά να υπερασπιστεί τα ελληνικά σύνορα στης Πίνδου τα βουνά, βέβαιος ότι πράττει έργο θεάρεστο, που θα του χαρίσει την αθανασία. Ο λόγος του πλατωνικού  Σωκράτη: «Μητρός τε καὶ πατρός καὶ τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερόν ἐστιν ἡ πατρίς καὶ σεμνότερον καὶ ἁγιώτερον καὶ  ἐν μείζονι μοίρv καὶ  παρά θεοῖ ς καὶ παρ’ ¢νθρώποις τοῖ ς νοῦν ἔχουσιν», απετέλεσε την σημαία της απόφασής του. Ή η νίκη ή ο παράδεισος.

Πώς ο ποιητής φαντάζεται τον παράδεισο;

Πρώτα σηκώνεται η σημαία του αγώνα, ο πολεμιστής ορμά στην μάχη. Έπειτα ανοίγει η πύλη του ουρανού και ευθύς μια λαμπερή και φανταχτερή πολιτεία απλώνεται μπροστά του. Αυτός και οι άλλοι ήρωες που πρόκειται να περάσουν αυτή την πύλη εισέρχονται  χωρίς φόβο. Βλέπουν με τα μάτια της ψυχής τους και θαυμάζουν.

Εμείς μπαίνουμε χωρίς φόβο

Τα μάτια τα πουλιά μαζί μας μπαίνουν

Οι νεκροί, αυτοί που θυσιάστηκαν για την πατρίδα, δεν φοβούνται. Τους ακολουθούν πουλιά. Κήποι φανταστικής ομορφιάς τους υποδέχονται, γιατί είναι κήποι του παραδείσου. Παιδιά στέκονται στις βρύσες, γιατί στον παράδεισο πάντα υπάρχει θέση για τα παιδιά.  Κορυδαλλοί με το όμορφο κελάηδημά τους στέκονται στις όχθες των ποταμών. Οι άγγελοι χορτάτοι από την παραδεισένια ομορφιά στέκονται στις λεμονιές. Τα αηδόνια ξυπνούν κι αρχίζουν το γλυκοκελάηδημα.  Ουράνιες φλογέρες  συνοδεύουν το όμορφο τραγούδι τους και το βούισμα των εντόμων μαζί με τα τραγούδια των νεκρών κρατάει αρμονικά το ίσο σε αυτήν την ουράνια ψαλμωδία.

Δεν φοβούνται τον θάνατο όσοι έχουν καθαρά χέρια, καθαρή καρδιά και γίνονται στάχτη για ένα ιδανικό, όπως το ιδανικό της εθνικής ανεξαρτησίας και ελευθερίας. Για τον Σαραντάρη η ελευθερία της πατρίδας ήταν ιδανικό και το απέδειξε. Δεν υπολόγισε την ντελικάτη υγεία του, έτρεξε με πάθος να πολεμήσει για χάρη της αδιαφορώντας για τον θάνατο. Αυτός όμως, ο μπαμπέσης, που δεν αντέχει την περιφρόνηση των  θνητών, τον εκδικήθηκε. Δεν τον περίμενε στο πεδίο της μάχης. Έστησε το καρτέρι του στο πεδίο της ζωής, γελώντας. Και κάτω από το σαρδόνιο χαμόγελο του χάρου ο ποιητής πέθανε χτυπημένος από την ασθένεια και όχι από το βόλι του εχθρού.  Ο ποιητής όμως δεν τον φοβάται τον θάνατο.

Είναι τραγούδια η στάχτη των νεκρών

Κι οι νεκροί κάπου αναγεννιούνται πάλι.

Έτσι το πάθος του  να σπεύσει, παρά την ντελικάτη του υγεία, στον πόλεμο και να πολεμήσει κατά του φασισμού  του χάρισε τον παράδεισο. Οι θύρες του ουρανού άνοιξαν για χάρη του σε όλο τους το μεγαλείο και ο νεαρός Σαραντάρης άφοβα τις διάβηκε. Μαζί του και οι άλλοι ήρωες. Και τους συνόδευαν όλες οι ομορφιές της φύσης, κάθε τι που ομορφαίνει και δίνει νόημα σε αυτήν την εφήμερη  ζωή, όταν αυτή ξέρει να ζει.

Το ποίημα γεμάτο σεμνό επικό μεγαλείο και λυρισμό ξαναγεννά οράματα αρχαίας εποχής μέσα από σύμβολα σουρεαλιστικά . Γίνεται γέφυρα και μας συνδέει με την επική ποίηση, με τους λυρικούς και τους δραματικούς ποιητές, που ύμνησαν την αναγκαιότητα τήρησης της κλίμακας των αιώνιων αξιών και αρχών στις κοινωνίες των ανθρώπων και οι ύμνοι τους για ελευθερία και πατρίδα έδωσαν νόημα και περιεχόμενο στην ζωή τους.

Ποιητής

Ο ποιητής  Γιώργος Σαραντάρης (1908 – 1941)  γεννήθηκε  στην Ιταλία, όπου ζούσαν οι γονείς του. Ανατράφηκε σε αστικό και σχετικά προοδευτικό περιβάλλον, διότι ο πατέρας του ήταν έμπορος. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια. Στην Ελλάδα ήλθε το 1931. Δεν άσκησε την δικηγορία, γιατί τον κέρδισε η ποίηση. Κατά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο ο Γιώργος Σαραντάρης πολέμησε εναντίον των Ιταλών στην πρώτη γραμμή,  αλλά αρρώστησε από τύφο και πέθανε  στην Αθήνα το 1941.

Ως ποιητής ο Γιώργος Σαραντάρης υπήρξε πρωτοποριακός σε σχέση με το ιδεολογικό ποιητικό κλίμα της εποχής του Μεσοπολέμου στην Αθήνα. Υπηρέτησε με πάθος την λεγόμενη «καθαρή ποίηση». Χρησιμοποίησε στα ποιήματά του τον ελεύθερο στίχο, ενώ στις αναζητήσεις του περιέλαβε προβληματισμούς που συνδέονται με την ιταλική ποίηση, το έργο του  Ντοστογιέφσκι, τις φιλοσοφικές ιδέες του Νίτσε, τον υπαρξισμό του Κίκεργκωρ. Το έργο του δεν έγινε ευρέως αποδεκτό στην εποχή του, επηρέασε ωστόσο την ελληνική ποιητική γραφή βαθιά και ουσιαστικά. Ο Οδυσσέας Ελύτης επηρεάστηκε  από τις συμβολικές εικόνες που κυριαρχούν στο έργο του Σαραντάρη, όπως γυναίκα, θάλασσα, μοναξιά, ουρανός, πουλιά. Στα «Ανοιχτά Χαρτιά» ο Οδ. Ελύτης έγραψε: «Δεν έχω γνωρίσει, θα ‘θελα να το διακηρύξω, μορφή πνευματικού ανθρώπου αγνότερη από την δική του. Άπραγος, αδέξιος, ανίκανος για οτιδήποτε πρακτικό, ζούσε με το τίποτε και δεν του χρειαζότανε τίποτε άλλο έξω από την Ποίηση. Δηλαδή, το αντίθετο ακριβώς απ’ αυτό που ονειρεύονται οι αστοί για τα παιδιά τους. Έτσι όμως είχε φτάσει ως το σημείο να μπορεί να υψώνει τα μεγάλα ασθενικά του μάτια ως τις Πλατωνικές Ουσίες. Η παρουσία του την εποχή εκείνη, νομίζω ήταν καίρια. Επί τέλους να κάποιος αδικημένος από τη φύση, φτωχός, ( Σημ. συγγρ. Έτσι θεωρούσαν τον άρχοντα οι ομότεχνοι του τότε), έρημος που έστρεφε το κάτοπτρο από την ύβρη της ζωής προς το θαύμα της. Και με πίστη, με αυτοπεποίθηση, με δύναμη που μόλις χωρούσε το λιγοστό του σώμα».

Σε άρθρο του, που δημοσιεύθηκε στα 1958 στο περιοδικό «Διαγώνιος»,  ο Τάκης Βαρβιτσιώτης έγραψε επίσης για τον Σαραντάρη: «Για τον Σαραντάρη, που ήταν σφοδρός πολέμιος κάθε ωφελιμιστικής και ηδονιστικής αντίληψης, η ποίηση δεν αποτελούσε μια πρόσθετη τέρψη για την καλοπέραση των αστών, αλλά ένα μέσο, έναν αγώνα για να βιώσουμε την αλήθεια του ανθρώπου, μια λύση, την μόνη δυνατή και σωτήρια λύση, τον μόνο τρόπο να διαφύγουμε από την αθεράπευτη αθλιότητα της ανθρώπινης μοίρας, να νικήσουμε την αγωνία του θανάτου και τη βεβαιότητα του μηδενός, τη μόνη κατάφαση της αθανασίας…».

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s