Σιμωνίδης ο Κείος, Ἄνθρωπος ἐὼν

Ἀπόσπασμα 6

Ἄνθρωπος ἐὼν μήποτε φήσῃς ὅ,τι γίνεται αὔριον

μηδ᾿ἄνδρα ἰδὼν ὄλβιον, ὅσον χρόνον ἔσσεται·

ὠκεῖα γὰρ οὐδὲ τανυπτερύγου μυίας οὕτως ἡ μετάστασις.

Απόδοση στα νέα ελληνικά.

Επειδή είσαι άνθρωπος μην πεις ποτέ  για το τὶ  θα γίνει αύριο

ούτε σαν  δεις καλότυχον άνθρωπο να αναρωτηθείς   για πόσο χρόνο θά ΄ναι·

διότι η μετάπτωση γίνεται πιο γρήγορη και από το πέταγμα της γοργόφτερης μύγας.

 

Απόσπασμα 9

Ἀνθρώπων ὁλίγον μὲν κράτος,  ἄπρακτοι δὲ μεληδόνες,

αἰῶνι δὲ παύρῳ πόνος ἀμφὶ πόνῳ·

ὁ δ᾿ἄφυκτος  ὁμῶς ἐπικρεμᾶται θάνατος·

κείνου γὰρ ἴσον λάχον μέρος  οἵ τ᾿ἀγαθοὶ  ὅστις τε κακός.

Απόδοση στα νέα ελληνικά.

Των ανθρώπων είναι λίγη μεν η δύναμη, κι ανώφελες οι φροντίδες,

στη λιγοστή  ζωή τους κυριαρχεί πόνος πάνω στον πόνο·

κι ο  θάνατος  αναπόφευκτος το ίδιο επάνω σ᾿όλους κρέμεται·

από εκείνον ίσο μερίδιο επήραν και  οι καλοί  και  οι κακοί.

 

Απόσπασμα 10

… οὐκ ἔστιν κακὸν ἀνεπιδόκητον ἀνθρώποισ΄·

ὀλίγῳ δὲ χρόνῳ πάντα μεταρρίπτει θεός.

Απόδοση στα νέα ελληνικά.

.. κακό δεν υπάρχει, πού  άνθρωπος να μην το  περιμένει·

σε λίγο χρόνο όλα  τ᾿αλλάζει ο θεός.

Ας δούμε ξεχωριστά.

Στο απόσπασμα 6 ο ποιητής στρέφεται στον θνητό και του θυμίζει ότι είναι άνθρωπος, γι αυτό είναι ανώφελο να κάνει σχέδια για το μέλλον ή να μετρά πόσο μπορεί να κρατήσει η ανθρώπινη ευτυχία. Στα ανθρώπινα τα πάντα αλλάζουν από την μια στιγμή στην άλλη πιο γρήγορα  και από το πέταγμα μια μύγας. Πόσο αξίζει η ζωή μια μύγας ή ποια σημασία έχει το πέταγμά της για τον άνθρωπο; Καμία.  Το ίδιο συμβαίνει  και στην ανθρώπινη ζωή.  Σχέδια, όνειρα, επιθυμίες, λύπες, χαρές, δεν έχουν καμία αξία, γιατί όλα είναι μάταια και φρούδα. Το απόσπασμα αποπνέει μια έντονη δραματικότητα, όταν συγκρίνεται η ανθρώπινη ζωή με το πέταγμα μιας μύγας. Το σύνθημα που κυριαρχεί: Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης.

Στο απόσπασμα 9 ο ποιητής μας επισημαίνει  ότι οι άνθρωποι είναι αδύναμοι, ότι δεν χρειάζεται να φροντίζουν για πολλά  πράγματα, γιατί η ζωή τους είναι λίγη και είναι γεμάτη πόνο. Πόνος πάνω στον πόνο, αυτό είναι το σταθερό στοιχείο της ανθρώπινης ζωής. Ένα δεύτερο σταθερό στοιχείο της ανθρώπινης πραγματικότητας είναι ο θάνατος, κοινός για όλους, κρέμεται πάνω στο κεφάλι του καθενός.  Μπορεί τα πλούτη και οι χαρές, οι πίκρες και οι πόνοι, οι καλοσύνες και οι κακίες  των ανθρώπων να μην τους είναι εξίσου μοιρασμένα,  αλλά από το θάνατο όλοι δικαιούνται ίσο μερίδιο.

Το απόσπασμα 10 έρχεται σαν συνέχεια του προηγουμένου, για να μας πείσει ότι δεν υπάρχει κακό, συμφορά, την οποία ο άνθρωπος να μπορεί να αποφύγει. Και στην μεγαλύτερή του χαρά τίποτε δεν είναι σταθερό, γιατί όλα πολύ γρήγορα ο θεός τα αλλάζει. Ο τελευταίος στίχος τους αποσπάσματος μάλιστα μας γυρίζει  στο απόσπασμα 6 για να μας θυμίσει πάλι ο ποιητής ότι η ανθρώπινη ευτυχία είναι ευμετάβλητη και μπορεί να γυρίσει πολύ γρήγορα η χαρά σε πίκρα, πιο γρήγορα και από το πέταγμα μιας μύγας.

Στα τρία αυτά αποσπάσματα του Σιμωνίδη κεντρικό θέμα είναι η ματαιότητα των  ανθρωπίνων πραγμάτων.  Οι  στίχοι αυτοί του ποιητή από την Κέα αποπνέουν μια βαθιά απαισιοδοξία για τις ανθρώπινες προσπάθειες και μάλιστα αν σκεφτεί κανείς ότι οι στίχοι γράφτηκαν σε μια εποχή που το ελληνικό πνεύμα αστράφτει και δημιουργεί μεγαλεία για την ανθρωπότητα. Για την εποχή αυτή της μεγάλης πνευματικής δημιουργίας  των Ελλήνων (6ος, 5ος π.Χ. αι.) αυτοί οι  στίχοι του Σιμωνίδη  έρχονται σε αντίφαση με την πραγματικότητα. Επιβεβαιώνουν  για άλλη μια φορά ότι παράλληλα με  τους  πολλούς, που κατατρίβονται  και φθείρονται από μια σκληρή καθημερινότητα, υπάρχουν πάντοτε και εκείνοι, λίγοι ίσως,  που βλέπουν την ζωή  πέρα και   πάνω από το θλιβερό τους σαρκίο, που ξεπερνούν τα χοϊκά τους  στοιχεία και δημιουργούν έργα που καταξιώνουν την θεία πλευρά της ατομικότητάς τους. Δημιουργούν έργα σπουδαία, που καταξιώνουν τον άνθρωπο και συνδέουν την ανθρωπότητα με την θεότητα, της χαρίζουν την αθανασία. Γιατί η δημιουργία είναι η αθανασία και όσοι από τους θνητούς συνειδητοποιήσουν αυτήν την πραγματικότητα, πορεύονται σε άλλους δρόμους, σε άλλους κόσμους, θείους, φωτεινούς.  Στην  περίπτωση της μεγάλης δημιουργίας δεν μετρά το άτομο και τα παθήματά του, αλλά το συλλογικό του έργο και πώς αυτό καταγράφεται στην ανθρώπινη συνείδηση. Εμείς, οι πολλοί, δεν έχουμε παρά να τους ξεχωρίσουμε, να τους πλησιάσουμε, να τους γνωρίσουμε,  να τους ακολουθήσουμε, με όποιο τίμημα. Γιατί στο τέλος του δρόμου μας δικαιώνει η ανθρωποποίησή μας. Διαφορετικά θα μείνουμε να θρηνούμε όπως ο Σιμωνίδης την ανθρώπινη αθλιότητα της αδυναμίας και της φθοράς.

Το πλέον τραγικό δημιούργημα του Θεού είναι ο άνθρωπος. Ανάμεσα στο θείο και το ζώο ο θνητός ψάχνει χιλιετηρίδες τώρα να βρει τον δρόμο  και τον προορισμό του. Αν σταθεί στο πλάι του ζώου,  δικάζεται από τους συνανθρώπους του, γιατί   απαιτούν  από αυτόν να συμπεριφέρεται ως θεός στις ανθρώπινες κοινωνίες.  Αν επιλέξει να ανυψωθεί και να πλησιάσει τον ουρανό,  ξεπερνάει το μέτρο και τιμωρείται από τους θεούς. Θεωρείται αλαζών από τους θεούς ο άνθρωπος, όταν ξεπεράσει το μέτρο προς τα επάνω.  Όταν αντίθετα περνά το μέτρο προς τα κάτω, τότε ο άνθρωπος  τιμωρείται  από τον εαυτό του και τον περίγυρό του. Η μετριότητα, η μιζέρια, ο πνευματικός θάνατος κυριαρχούν στην ζωή του και τον συνθλίβουν. Γιατί και ο εαυτός του και οι γύρω του τον περιφρονούν, όταν τον βλέπουν πεσμένο.  Και όταν ο άνθρωπος πέσει, είναι πολύ δύσκολο να σηκωθεί. όχι βέβαια ακατόρθωτο, αλλά δύσκολο.

Από την γέννησή του λοιπόν ο άνθρωπος πορεύεται στην κόψη του ξυραφιού. Διότι είναι πολύ δύσκολο να βρει τις ισορροπίες του ανάμεσα στα θέλω του και  στα  θέλω των άλλων, στα μπορώ και στις επιδιώξεις των άλλων. Απαιτείται μεγάλος, ηράκλειος αγώνας.

Ευτυχώς όμως για την ανθρωπότητα, γεννιέται πάντα μια μερίδα ανθρώπων που  αγαπά να παλεύει και να αγωνίζεται τόσο για να καταξιώσει τον εαυτό της, όσο και να συμβάλλει στο καλύτερο  του κοινωνικού  συνόλου. Όπως γράφει  και ο μεγάλος μας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης,  Μικρά έψιλον:  «Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά.»

Ο Ποιητής.

Τα αποσπάσματα που μόλις επεξεργαστήκαμε ανήκουν στον πολύ σπουδαίο Έλληνα λυρικό ποιητή  Σιμωνίδη τον  Κείο. Ο Σιμωνίδης έζησε από το 556-469 π.Χ. Γεννήθηκε στη Ιουλίδα της νήσου Κέας,  όπου διδάχθηκε ποίηση και μουσική και συνέθεσε παιάνες προς τον Απόλλωνα. Ταξίδεψε στην Αθήνα, όταν κυριαρχούσε  εκεί ο Ίππαρχος. Μετά την δολοφονία του προστάτη του το  514 π.Χ. μετοίκησε στην Θεσσαλία. Μετά την μάχη του Μαραθώνα επέστρεψε στην Αθήνα και αμέσως μετά πήγε στην Σικελία στην αυλή του Ιέρωνα όπου έμεινε μέχρι το θάνατο του. Συνέθεσε ελεγείες, χορικά ποιήματα, επινίκιους ύμνους, διθυράμβους, παρθένια, θρήνους και επιγράμματα, εκ των οποίων άριστα θεωρούνται αυτά για τους πεσόντες των Θερμοπυλών και του Μαραθώνα. Είχε μεγάλη φήμη σχετικά με τις γνώσεις του. Υπήρξε προσωπικός φίλος του Θεμιστοκλή και του Παυσανία. Η ποίησή του κατά τη διάρκεια του πολέμου με τους Πέρσες έδωσε μεγάλη ώθηση στην ελληνική εθνική συνείδηση.

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s