Αλκμάν, εὕδουσι δ᾽ ὀρέων κορυφαί τε καὶ φάραγγες

Το χορικό

εὕδουσι δ᾽ ὀρέων κορυφαί τε καὶ φάραγγες

πρώονές τε καὶ χαράδραι

φῦλά τ᾽ ἑρπέτ᾽ ὅσα τρέφει μέλαινα γαῖα

θῆρές τ᾽ ὀρεσκῷοι καὶ γένος μελισσᾶν

καὶ κνώδαλ᾽ ἐν βένθεσσι πορφυρέας ἁλός·

εὕδουσι δ᾽ οἰωνῶν φῦλα τανυπτερύγων.

Μετάφραση, (Μ. Ζ. Κοπιδάκης)

Κοιμούνται οι βουνοκορφές κοιμούνται τα φαράγγια,

κοιμούνται οι χαράδρες και οι κορυφογραμμές,

και τα σερνάμενα πάνω στη γη τη σκοτεινόχρωμη,

τα άγρια του βουνού και τα μελίσσια,

ακόμη και τα κήτη στα βάθη της θάλασσας

κοιμούνται και τα μακροφτέρουγα πουλιά.

Προσέγγιση

Ο Αλκμάν με το ταλέντο του οδήγησε την χορική ποίηση στα ύψη. Ένα από τα χαρακτηριστικά της ποίησής του είναι η ιδιαίτερη αίσθηση της φύσης που μεταδίδουν οι περιγραφές του. Στο απόσπασμα που ακολουθεί η φύση βρίσκεται σε απόλυτη γαλήνη, κοιμάται. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε από πού προέρχεται το απόσπασμα. Ίσως να συνδέεται με την επιφάνεια κάποιου θεού, προς τιμήν του οποίου γράφτηκε, ή να προετοίμαζε μια νυχτερινή τελετουργία. Θα μπορούσε όμως ο ποιητής να το έγραψε για να δηλώσει την αντίθεση ανάμεσα στην αϋπνία ή την ψυχική ταραχή σε σχέση με την ηρεμία και την γαλήνη του ύπνου.

Στην περιγραφή της φύσης που κοιμάται ο Αλκμάν πρωτοτυπεί, γιατί  περιλαμβάνει ολόκληρη τη φύση, έμψυχη και άψυχη. Ξεκινά από τα άψυχα και ασάλευτα βουνά και τα φαράγγια, για να συνεχίσει με τα αργοκίνητα ερπετά της γης, και καθώς ο ρυθμός της κίνησης όλο και δυναμώνει, ακούμε με τη σειρά για τ᾽ αγρίμια του βουνού, για τις μέλισσες και τα κήτη της θάλασσας, τέλος για τα μακροφτέρουγα πουλιά.

Αν προσέξουμε την ποιητική κίνηση  στο απόσπασμα, θα παρατηρήσουμε έναν έντονο κυματισμό, ο οποίος πλουτίζει το ποίημα με ρυθμικότητα.

Αναφέρεται  αρχικά στις κορυφές των ορέων  και αμέσως μας πάει ψηλά. Γρήγορα  όμως μας προσγειώνει χαμηλά, στα φαράγγια. Στη συνέχεια, με ανοδική πάλι πορεία μας ταξιδεύει στις κορυφογραμμές των βουνών, για να μας κατεβάσει πάλι στις χαράδρες. Ακολούθως, μας κρατάει σε χαμηλή πτήση, για να μας δηλώσει ότι και όλα τα είδη των ερπετών που θρέφει η γη και αυτά κοιμούνται, για να μας πετάξει πάλι ψηλά στις άκρες των ορέων, όπου κοιμούνται  τα άγρια θηρία. Θα μας κρατήσει εκεί, για να νοιώσουμε και τον βαθύ ύπνο των μελισσών. Και κατόπιν θα μας οδηγήσει στα βάθη της θάλασσας να δούμε  επίσης τα κήτη να κοιμούνται σε βαθύ ύπνο, για να μας ξαναπάρει ψηλά, όπου θα έχουμε την ευκαιρία να πάρουμε ανάσα και να καμαρώσουμε τον ύπνο των μακροφτέρουγων πτηνών.  Σε ένα τα ξίδι από τη γη ως στον ουρανό θα δούμε κάθε ίχνος ζωής να κοιμάται. Δεν κινείται τίποτα. Ο ύπνος, αδελφός του θανάτου, έχει νεκρώσει τα πάντα. Μια απέραντη ησυχία, μια ατέλειωτη γαλήνη απλώνεται απ’άκρου εις άκρον και μας φέρνει στο νου γνωστό  επίγραμμα του Διονυσίου Σολωμού, όπου η ησυχία και η γαλήνη της θάλασσας οφείλεται στον ύπνο:

Γαλήνη

Δεν ακούγεται ούτ’ ένα κύμα

μες στην έρημη ακρογιαλιά,

λες και η θάλασσα κοιμάται

μες στης γης την αγκαλιά.

Ο Ποιητής 

Για τον Αλκμάνα από την αρχαιότητα ακόμη αναφέρεται ότι, όπως ο Σωκράτης κατέβασε την φιλοσοφία από τον ουρανό στην γη, το ίδιο και ο ποιητής κατέβασε την θρησκευτική λυρική ποίηση από τον Όλυμπο στους ανθρώπους. Οι ύμνοι του, ενώ αρχίζουν από τους θεούς, ύστερα εγκωμιάζουν τους ανθρώπους για την ηθική και φυσική τους ομορφιά.

Ο Αλκμάν, Έλληνας ποιητής, έζησε κατά τα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. στη Σπάρτη. Οι αρχαίες μαρτυρίες λένε ότι γεννήθηκε στις Σάρδεις της Λυδίας. Από εκεί πήγε στη Σπάρτη. Σύμφωνα όμως με το λεξικό της Σούδας ήταν Λακεδαιμόνιος και άκμασε κατά την 27η Ολυμπιάδα, δηλαδή 672- 668 π.Χ. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι στην τοποθεσία Σέβρικον, ανατολικά της Σπάρτης, υπήρχε μνημείο του Αλκμάνος. Ούτως ή άλλως ήταν Έλληνας.

Του ανήκει η αναγνώριση ότι αυτός διαμόρφωσε σε ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος τη χορική ποίηση. Δεν συνέθετε μόνο το κείμενο των ποιημάτων του, αλλά καθόριζε και τη μουσική και τις χορευτικές και μιμητικές κινήσεις τους. Ένας ολοκληρωμένος δημιουργός.

Οι αλεξανδρινοί γραμματικοί χώρισαν τα έργα του σε έξι βιβλία, τα οποία περιείχαν ύμνους, παιάνες, υπορχήματα, σκόλια και παρθένεια. Από το έργο του Αλκμάνος σώζονται μερικά αποσπάσματα. Ο ποιητικός λόγος του συνταιριάζει την ιωνική χάρη με τη δωρική βαρύτητα. Αναφέρεται στον έρωτα και τις χαρές της ζωής και περιγράφει την ομορφιά της φύσης με ύφος απλό.

Το χορικό μέλος ξεκίνησε από τη δωρική Σπάρτη. Είναι  τραγούδι που παρουσιαζόταν από μία ομάδα χορού με μουσική συνοδεία, και προοριζόταν για δημόσιες τελετές. Η  ανάπτυξη του χορικού άσματος δικαιολογείται από τα δωρικά ήθη, που προέκριναν τον ομαδικό τρόπο ζωής και ευνοούσαν τη συλλογική έκφραση.

Advertisements

One response to this post.

  1. Σε ευχαριστώ πολύ για όσα ωραία ανεβάζεις εδώ

    Απάντηση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s