Ελληνική αστικοποίηση Ι

Όταν ο Γεώργιος Α’ ενθρονίστηκε στην Ελλάδα (1864), ο παλαιοκομματικός κόσμος είχε φθαρεί ανεπανόρθωτα και πρόβαλε άμεση η ανάγκη ανανέωσης του πολιτικού σκηνικού. Η δυνατότητα δόθηκε, όταν ενώθηκαν τα Επτάνησα με την Ελλάδα. Η ένωση αυτή τροφοδότησε το Κοινοβούλιο με νέους πολιτικούς άντρες, φορείς εκσυγχρονιστικών ιδεών, καλλιέργησε ελπίδες για οικονομική και πνευματική ανόρθωση της χώρας και ενίσχυσε τις προοδευτικές ιδέες, που δειλά έκαναν την εμφάνισή τους από τις χώρες της Ευρώπης και άνοιγαν δρόμους για περισσότερη ριζοσπαστικοποίηση. Παράλληλα, η σχετική πολιτική σταθερότητα που εγγυήθηκε το Σύνταγμα του 1864 αποδείχτηκε ωφέλιμη για την οικονομία, γιατί προσείλκυσε Έλληνες και ξένους κεφαλαιούχους επενδυτές. Οι επενδύσεις αυτές ενίσχυσαν την οικονομία του τόπου κυρίως στη ναυσιπλοΐα, το εμπόριο και τις τραπεζικές εργασίες. Ενώ στον τομέα της βιομηχανίας ελάχιστα πράγματα έγιναν, διότι η υποδομή της χώρας στο μέτωπο αυτό ήταν ανύπαρκτη.

Στην πραγματικότητα ως το τέλος του 19ου αιώνα η Ελλάδα παρέμενε χώρα αγροτική και η γεωργία ήταν σχεδόν η μοναδική οικονομική δραστηριότητα των κατοίκων της. Με δεδομένο όμως ότι η οργάνωση της γεωργίας σε μια αγροτική χώρα όχι μόνο καθορίζει το ποσοστό ευημερίας του λαού της, αλλά ρυθμίζει και το πολιτιστικό του επίπεδο, εύκολα εκτιμάται πόσο χαμηλό ήταν το οικονομικό και πνευματικό επίπεδο της Ελλάδας, γιατί οι μέθοδοι καλλιέργειας που εφάρμοζαν οι Έλληνες αγρότες δεν συμβάδιζαν με τις εξελίξεις της τεχνολογίας, όπως συνέβαινε στη Δύση, αλλά επιεικώς κρίνοντας παρέμεναν ακόμη στην εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Παράλληλα προς τον αγροτικό πληθυσμό είχε αρχίσει να δημιουργείται και ένας αστικός πληθυσμός, μικρός αριθμητικά στην αρχή, αλλά σταθερά αυξανόμενος, που δικαιολογείται κυρίως από την οικονομική άνοδο που παρατηρήθηκε στον τριτογενή τομέα παραγωγής κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, αλλά και από την μετεγκατάσταση στη χώρα πολλών Ελλήνων αστών του παροικιακού χώρου, κυρίως της Αιγύπτου. Το διαρκώς αυξανόμενο αστικό στοιχείο, πολύ ενωρίς επιδίωξε την αποδέσμευσή του από την κηδεμονία των προκρίτων και των μεγαλογαιοκτημόνων και αναζήτησε τρόπους πολιτικής κυριαρχίας. Αρχικά προσελκύστηκε από την πολλά υποσχόμενη προσωπικότητα του Χαρίλαου Τρικούπη.

Ο Χαρίλαος Τρικούπης εμφανίστηκε στο πολιτικό σκηνικό του τόπου από  το 1875 και η πολιτική του παρουσία ήταν συνεχής στην χώρα για σχεδόν είκοσι χρόνια. Θεωρείται από τους σημαντικότερους πολιτικούς της περιόδου με συγκεκριμένο πρόγραμμα εσωτερικής πολιτικής και βασικό στόχο τη συμπόρευση της Ελλάδας με τα ανεπτυγμένα κράτη της Δ. Ευρώπης. Μια από τις σημαντικές κινήσεις του πολιτικού ήταν να αλλάξει τον κοινωνικό ρόλο του κράτους και από απλό παρατηρητή της ιδιωτικής πρωτοβουλίας να το μεταβάλει σε υπηρέτη και υποστηρικτή κάθε ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Το ανορθωτικό του πρόγραμμα ο Τρικούπης στήριξε κυρίως στα δάνεια των Ελλήνων και ξένων κεφαλαιούχων. Η εξυπηρέτηση των δανείων αυτών για την πραγματοποίηση μακροπρόθεσμων στόχων τον έφερε σε αντίθεση με τις άμεσες ανάγκες του λαού, ο οποίος υποχρεώθηκε σε βαριά φορολογία που έπληξε κυρίως τη μεσαία τάξη, τους αγρότες και τη μικρή αριθμητικά ανερχόμενη αστική τάξη. Για τους αγρότες, για παράδειγμα, δεν έλαβε καμία μέριμνα, «για να μη προσβάλει τις ευαισθησίες του ξένου κεφαλαίου και των πλουσίων Ελλήνων του εξωτερικού, που έδειχναν όλο και μεγαλύτερη τάση να επενδύουν στη μητέρα πατρίδα».

Έτσι έθεσε το ανορθωτικό του πρόγραμμα στην «προστασία» των δανειστών του, που με τη σειρά τους απαίτησαν τη δημιουργία Κρατικής Τράπεζας, για καλύτερο έλεγχο των οικονομικών πόρων του κράτους. Η άρνηση του Τρικούπη να ικανοποιήσει το αίτημα των κεφαλαιούχων οδήγησε τη χώρα σε πτώχευση. Ακολούθησε πολιτικό και οικονομικό αδιέξοδο. Ο διάδοχος του Τρικούπη, Δεληγιάννης, ανίκανος να δώσει λύσεις στα καυτά κοινωνικά προβλήματα που αναστάτωναν τον τόπο, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει την «παλιά καλή συνταγή». Δηλαδή μετατόπιση του λαϊκού προβλήματος από το άμεσο και πραγματικό στο έμμεσο και ουτοπικό. Για τη συγκεκριμένη περίοδο αυτό που άγγιζε καίρια την ευαισθησία του κάθε Έλληνα ήταν το αλυτρωτικό ζήτημα, το οποίο οξύνθηκε με την Κρητική Επανάσταση του 1896. Η σύγκρουση με την Τουρκία που ακολούθησε τον επόμενο χρόνο ήταν αποτέλεσμα της εμπόλεμης ατμόσφαιρας που επεκράτησε και την οποία έντεχνα είχε προετοιμάσει η Εθνική Εταιρεία, χωρίς να υπολογίσει την πολεμική ανετοιμότητα της χώρας. Κατά συνέπεια, οι επιπτώσεις από τη σύρραξη ήταν αντιστρόφως ανάλογες προς τις υποσχέσεις και τις προσδοκίες που είχαν εκθρέψει αυτό το πολεμικό τόλμημα.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε πως η πρώτη αυτή προσπάθεια της αστικής τάξης να κυριαρχήσει στο πολιτικό προσκήνιο και να ανοίξει δρόμους εξευρωπαϊσμού και προόδου για τη χώρα, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του αρχηγού της Χαριλάου Τρικούπη, έληξε άδοξα. Γιατί, κατά την τελευταία εικοσαετία του 19ου αι., στα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα, κληρονομιά της πολιτικής του παρελθόντος, ήρθε να προστεθεί η πολιτική, η κοινωνική και η εθνική κρίση από την πτώχευση του 1893 και τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Όλα αυτά ήταν οι βασικοί λόγοι που εμπόδισαν το κράτος να μπει σε πορεία εκσυγχρονισμού κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και άφησαν την αστική τάξη έκθετη, αλλά όχι και με διάθεση να εγκαταλείψει την προσπάθεια.


 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s