Κ. Π. Καβάφης, Ουκ έγνως

Για τες θρησκευτικές μας δοξασίες –

ο κούφος Ιουλιανός είπεν «Ανέγνων, έγνων,

κατέγνων». Τάχατες μας εκμηδένισε

με το «κατέγνων» του, ο γελοιωδέστατος.

Τέτοιες ξυπνάδες όμως πέρασι δεν έχουνε σ’ εμάς

τους Χριστιανούς. «Ανέγνως, αλλ’ ουκ έγνως· ει γαρ έγνως,

ουκ αν κατέγνως» απαντήσαμεν αμέσως.

Το ποίημα  το κατατάσσουμε στα ιστορικά του Καβάφη, γιατί το περιεχόμενό του αναφέρεται σε ιστορικό πρόσωπο. Και αποτελεί μια ειρωνική κριτική προς τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα, τον Ιουλιανό τον Παραβάτη, για την αγάπη του προς την αρχαία ελληνική θρησκεία και τον πολιτισμό.

Ας γνωρίσουμε όμως πρώτα πολύ σύντομα τον αυτοκράτορα.

Το πλήρες όνομά του ήταν Φλάβιος Κλαύδιος Ιουλιανός και γεννήθηκε τον Μάιο του 332 μ.Χ στη Κωνσταντινούπολη. Πατέρας του ήταν ο Ιούλιος Κωνσταντίνος, ετεροθαλής αδελφός του «Μεγάλου» Κωνσταντίνου. Η μητέρα του  Βασιλίνα πέθανε πέντε μόλις μήνες μετά τη γέννηση του Ιουλιανού. Ο πατέρας του δολοφονήθηκε τρεις μήνες μετά  το θάνατο του «Μεγάλου» Κωνσταντίνου (22 Μαίου 337), όταν ο Ιουλιανός ήταν 5 ετών.

Την εκπαίδευση του Ιουλιανού την ανέθεσαν στον επίσκοπο Νικομήδειας Ευσέβιο. Αλλά την μεγάλη αγάπη του προς τα κλασικά γράμματα τού την ενέπνευσε ο σοφότατος παιδαγωγός Μαρδόνιος,  μέσα από τα έργα του Ομήρου και του Πλάτωνα. Μαζί με τον αδερφό του Γάλλο, μελλοντικό κληρονόμο του θρόνου, ζούσε  έγκλειστος στη Καππαδοκία. Το 354 όμως στο Μιλάνο ο Κωνστάντιος δολοφόνησε  τον Γάλλο. Σίγουρα θα δολοφονούσε και τον Ιουλιανό, αλλά τον γλίτωσε η Αυτοκράτειρα Ευσέβεια, όπως λέγεται.

Το καλοκαίρι του 355, 23 ετών, πηγαίνει στην Αθήνα για σπουδές. Σπουδάζει  μαζί με τους Μέγα Βασίλειο και Γρηγόριο Ναζιανζηνό. Το ίδιο έτος ο Κωνστάντιος τον υποχρεώνει να νυμφευτεί την Ελένη και τον ανακηρύσσει Καίσαρα της Γαλατίας. Το Νοέμβριο του 361 πεθαίνει ο Κωνστάντιος και πανηγυρικά ο Ιουλιανός ανακηρύσσεται Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων.

Από το 361 έως το 363 ως Αυτοκράτωρ εξέδωσε διατάγματα περί  Ανεξιθρησκίας, ανακάλεσε από την εξορία τους ορθόδοξους Χριστιανούς που είχαν εκδιωχθεί από τον αρειανιστή Κωνστάντιο, διέκοψε δια νόμου τις κρατικές επιχορηγήσεις προς την Χριστιανική Εκκλησία, απαγόρευσε να τον αποκαλούν «Δεσπότη», προσπάθησε να συμφιλιώσει τους Εθνικούς με τους Χριστιανούς.

Από την θρησκευτική πολιτική που ακολούθησε ο Ιουλιανός γίνεται φανερό ότι δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να καταλάβει πως μία νέα τάξη πραγμάτων ανέτελλε.  Ο κόσμος πλέον ανήκε στον Χριστιανισμό και οι εκπρόσωποί του βλέποντας την επιρροή που ασκούσαν προς τις μάζες, (χρησιμοποιώ τον όρο μάζες μόνο για τους οπαδούς-πιστούς των θρησκειών, των κομμάτων και των αθλητικών ομάδων), διεκδικούσαν όλο και περισσότερο έδαφος στην καθοδήγηση και  άσκηση ελέγχου του πλήθους. Η αδυναμία του Ιουλιανού να δεχθεί την αλλαγή του κόσμου, του χάρισε το προσωνύμιο Παραβάτης και με αυτό έμεινε στην ιστορία. Το ότι όμως  παρέβη το πνεύμα της εποχής του και δεν προσκύνησε τον Χριστιανισμό, δεν τον εμπόδισε να λειτουργήσει δίκαια. Και την θρησκεία των εθνικών, αν και την πίστευε, δεν την επέβαλε, ούτε δια νόμου ούτε  δια της βίας, μολονότι υποστήριζε ότι η Ελληνική φυλή που είχε δημιουργήσει τον απαράμιλλο Ελληνικό πολιτισμό, ήταν η εκλεκτή φυλή του Θεού (αυτό νομίζω πληρώνουμε ακόμα). Διακήρυττε άλλωστε με υπερηφάνεια: » Έλλην ειμί «.

Ο Ιουλιανός, πληγώθηκε θανάσιμα πολεμώντας τους Πέρσες στις 26 Ιουνίου 363. Λίγο πριν τον θάνατό του απέφυγε να υποδείξει διάδοχο, απλά εξέφρασε την ευχή ο διάδοχός του να αποδειχτεί άξιος και ικανός στον θρόνο της Ρώμης.

Διάδοχος τελικά του θανόντος εστεμμένου φιλοσόφου ανακηρύχτηκε ο Ιοβιανός, ο οποίος έθαψε τον Ιουλιανό στη Ταρσό της Κιλικίας. Πάνω στο τάφο του έγραψε:  » ΣΤΑΘΗΚΕ ΚΑΛΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΙΚΑΝΟΣ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ » Αργότερα, έγινε η ανακομιδή του στη Κωνσταντινούπολη.

Σημαντικό θεωρώ να αναφέρω ένα από τα πιστεύω του Ιουλιανού:

Καλύτερα να διδάσκεις τους ανόητους  και όχι να τους τιμωρείς.

Στο ποίημά του ο Αλεξανδρινός ποιητής καταδικάζει τον Ιουλιανό με την χρήση των επιθέτων «κούφος=ελαφρόμυαλος και γελοιωδέστατος»  συντασσόμενος έτσι με τους διώκτες  του.  Παίζει δε με το ρήμα γιγνώσκω και τις νοηματικές εναλλαγές του,  όταν βρίσκεται σε σύνθεση με τις προθέσεις ανά και κατά, πιθανόν για να αποδείξει ότι  η γνώση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και θρησκείας δεν εμποδίζει την πίστη στον Θεό ως δημιουργό του σύμπαντος κόσμου και στον Χριστό ως ιδρυτή της νέας θρησκείας. Έτσι λοιπόν, στην με τρεις λέξεις  διακήρυξη του Ιουλιανού για τον Χριστιανισμό: «Ανέγνων, έγνων, κατέγνων», δηλαδή, μελέτησα, γνώρισα.  καταδίκασα, ο ποιητής απαντά αρνητικά με δέκα λέξεις: «Ανέγνως, αλλ’ ουκ έγνως• ει γαρ έγνως, ουκ αν κατέγνως», δηλαδή, Μελέτησες, αλλά δεν έμαθες, διότι εάν γνώριζες καλά, δεν θα καταδίκαζες.

Το  δικό μου ερώτημα τώρα είναι: Μήπως ο ποιητής θέλει να μας πει ότι η χριστιανική θρησκεία οικοδομήθηκε πάνω στα θεμέλια της αρχαίας ελληνικής, η οποία, καθώς βεβαιώνεται από τα δελφικά κηρύγματα, ήταν όμοια θρησκεία της αγάπης και του ανθρωπισμού;

Advertisements

3 Σχόλια

  1. Posted by Χάρης Θεοδωρίδης on Μαρτίου 1, 2015 at 5:27 μμ

    Ξεχάσατε να μας πείτε τον λόγο που η Εκκλησία τον ανακήρυξε «παραβάτη» – Ο λόγος λοιπόν ήταν διότι ανακάλυψε στη περιοχή του Κουμράν την λήκυθο μέσα στην οποία ήταν η στάχτη ‘η τα οστά από το σώμα του Ιησού, τα οποία και έριξε στην θάλασσα! Ενώ αρχικά είχε δώσει την υπόσχεση του στην εκκλησία ότι θα τηρούσε αυτό το μεγάλο μυστικό, αργότερα παρέβη την υπόσχεση του και το διέδωσε, κι έτσι η Εκκλησία τον ονόμασε «Παραβάτη» – Αυτός δε ήταν και ο πραγματικός λόγος που τον οδήγησε να πεί «Διάβασα-Κατάλαβα-Αρνήθηκα» – Ο κύριος Καβάφης απλώς «πουλά πνεύμα» – για να μην ξεχνούμε και τον τρόπο που πέθανε ο κύριος Καβάφης – Έτσι λοιπόν είτε να είστε πιο διαβασμένοι, είτε να μην υποτιμάτε τις γνώσεις του υπόλοιπου κόσμου ή να μην ερευνάτε ένα θέμα μονόπλευρα !

    Απάντηση

  2. Posted by Δημήτρης Ζεβόλης on Φεβρουαρίου 3, 2017 at 9:20 μμ

    Δεν νομίζω ότι έχει νόημα να αναζητούμε, γιατί αποκλήθηκε -από την επικρατούσα πλέον χριστιανική εκκλησία- «παραβάτης» ο Ιουλιανός, το γεγονός και μόνο ότι θέλησε να αποκαταστήσει την ελληνική φιλοσοφία και θρησκεία, ήταν αρκετό.
    Επίσης δεν θεωρώ ότι ο Κωνσταντίνος ήταν «μεγάλος», διότι ως στρατιωτική και πολιτική φυσιογνωμία ήταν από τις μεγαλύτερες της ιστορία. Εκεί που θεωρώ ότι πρέπει να μπουν πολλά εισαγωγικά είναι στον χαρακτηρισμό του Αγίου.
    Όλα αυτά όμως δεν έχουν μεγάλη σημασία ως προς το ερευνώμενο ζήτημα, δηλαδή το νόημα του υπέροχου Καβαφικού ποιήματος και λειτουργούν αποπροσανατολιστικά.
    Ο Καβάφης, ο οποίος, κατά την ταπεινή μου άποψη, υπήρξε ο μεγαλύτερος ελληνικός (κατά την έννοια που αποδίδει ο ίδιος στον όρο, την οποία υιοθετώ) ποιητής (ο μεγαλύτερος Έλληνας ποιητής -πάλι κατά την άποψή μου- είναι ο Σολωμός) είναι ένας ιδαιίτερα «επικίνδυνος» (εδώ νομίζω συγχωρούνται τα εισαγωγικά) ποιητής.
    Σπεύδω να εξηγήσω όσο το δυνατόν πιο συνοπτικά.
    Τον Καβάφη μας έμαθε να τον μελετάμε, κυρίως, ο άλλος μέγιστος ποιητής μας, ο Γιώργος Σεφέρης, ο οποίος πριν τον κατανοήσει και αυτός (με την σειρά του) ήταν επιφυλακτικός απέναντί του.
    Εκτός από τον εύστοχο χαρακτηρισμό του ότι είναι ποιητής του γήρατος, ο οποίος είναι πολύ ορθός γιατί ο Κ. διαμόρφωσε την ποιητική του ιδιοσυστασία σε μεγάλη ηλικία και τα σημαντικότερα ποιήματά του είναι γραμμένα κυρίως μετά την ηλικία των 40 ετών, τον παρομοίασε (επίσης πολύ εύστοχα) με τον συντοπίτη του Πρωτέα, δηλαδή τον θαλάσσιο δαίμονα (είδος θεότητας) που είχε την ικανότητα να αλλάζει μορφή ξεγελώντας όσους τον πλησίαζαν.
    Ο Κ. παρουσιάζει μία θεωρητική ευκολία, δηλαδή εμφανίζεται φαινομενικά ιδιαίτερα βατός ως προς τα νοήματά του, ενώ τούτο είναι απατηλό και αποτέλεσμα της ποιητικής του ειρωνείας που αποτελεί βασικό του χαρακτηριστικό.
    Τα περισσότερα ποιήματα της ωριμότητάς του χαρακτηρίζονται ακριβώς από το χαρακτηριστικό της αμφιλεγόμενης ερμηνείας, μπορούν να αποδοθούν δηλαδή δύο εξίσου αντίθετες ερμηνείες, σπάνια δε (ή και καθόλου) ο Κ. δεν επιτρέπει να ανιχνεύσουμε την δική του άποψη, αλλά μόνον να προσπαθήσουμε να την ερμηνεύσουμε, με όποια δυσκολία τούτο συνεπάγεται.
    Είναι ακριβές ότι η προσωπικότητα του Ιουλιανού απασχόλησε τον Κ. ιδιαίτερα και έχει γράψει, ειδικά γιαυτόν, περισσότερα από 10 ποιήματα (αναγνωρισμένα και μη).
    Είναι επίσης αληθές ότι η προσέγγισή του για τον συγκεκριμένο είναι μάλλον αρνητική, αφενός γιατί δεν τον θεωρεί γνήσιο εκπρόσωπο της ελληνικής φιλοσοφίας, αλλά περισσότερο φορέα ανατολικών παγανιστικών δοξασιών και πρακτικών και αφετέρου γιατί βλέπει το ανεδαφικό και ανιστόρητο της πολιτικής του.
    Παρά ταύτα τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι και ως προς τους χριστιανούς ο Κ. διάκειται ευνοϊκά, προσωπικά δε από το ποίημα εισπράττω μια λεπτή ειρωνεία και ως προς αυτούς, με την έννοια ότι η απάντηση δεν είναι η απάντηση του Κ. αλλά των ίδιων των Χριστιανών, η οποία μόνον ανεξίκακη δεν εμφανίζεται και περισσότερο ομοιάζει προς λεκτικό σόφισμα και όχι απάντηση εκπροσώπων μιας θρησκείας που έχει σαν πυρήνα της την αγάπη.
    Είναι η απάντηση της αλλαζονικής νέας κρατούσας κατάστασης.

    Απάντηση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s