Ναπολέων Λαπαθιώτης, Εκ βαθέων

Ι. Το ποίημα

Εκ βαθέων

Λυπήσου με, Θέ μου, στο δρόμο που πήρα,

χωρίς ως το τέλος να ξέρω το πώς,

χωρίς νά  ‘χω μάθει με μια τέτοια μοίρα

ποιο κρίμα με δένει και ποιος ο σκοπός.

Λυπήσου τα χρόνια που πάνε χαμένα,

προτού η νύχτα πάλι βαριά ν’ απλωθεί

ζητώντας τους άλλους, ζητώντας κι εμένα,

ζητώντας εκείνο που δεν θα βρεθεί!

Λυπήσου όλα εκείνα που πάνε του κάκου,

γιατί έτσι τους είπαν πως είναι γραφτό,

και γίνονται χώμα στα βάθη ενός λάκκου,

χωρίς να γυρέψουν το λόγο γι αυτό!

Λυπήσου και κείνα, λυπήσου και μένα,

και μένα που πάω με καρδιά στοργική,

ζητώντας μια λύση σε πράματα ξένα,

που δεν έχουν, Θέ μου, καμιά λογική…

Λιγάκι να κάνω πως κάτι με σέρνει,

λιγάκι να φέξει, μες στα σκοτεινά,

κι αμέσως η μοίρα μού το ξαναπαίρνει,

κι αμέσως η νύχτα γυρίζει ξανά…

Λυπήσου με, Θε μου, στην απόγνωσή μου,

λυπήσου τη φλόγα που μάταια σκορπώ

–λυπήσου με μες στην αγανάκτησή μου,

να ζω δίχως λόγο και δίχως σκοπό…

ΙΙ. Ο ποιητής

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις  31 Οκτωβρίου του 1888. Ο πατέρας του, Λεωνίδας Λαπαθιώτης,  κυπριακής καταγωγής, ήταν μαθηματικός και ανώτατος στρατιωτικός. Διετέλεσε βουλευτής το 1903-1905 και υπουργός των στρατιωτικών το 1909. Η μητέρα του, Βασιλική Παπαδοπούλου, ήταν ανιψιά του Χαριλάου Τρικούπη.

Ο Ναπολέων άρχισε να γράφει ποιήματα από παιδί.  Στα γράμματα εμφανίστηκε επίσημα το 1905 στο περιοδικό Νουμάς. Το 1907 μαζί με άλλους εννιά νεαρούς λογοτέχνες ίδρυσαν το περιοδικό Ηγησώ.

Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών,  αλλά ποτέ δεν άσκησε το επάγγελμα. Το φθινόπωρο του 1916 με τον πατέρα του εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη και προσχώρησαν στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας. Το πρώτο εξάμηνο του 1917, ο Λαπαθιώτης συνόδεψε τον πατέρα του στην Αίγυπτο για την στρατολόγηση εθελοντών για τον στρατό του κράτους της Θεσσαλονίκης.  Στην Αίγυπτο γνώρισε τον Κ. Καβάφη. Κατατάχτηκε στον στρατό ως ανθυπολοχαγός-διερμηνέας, θέση που διατήρησε ως το 1921.

Εκτός από ποιήματα, έγραψε επίσης  πεζογραφήματα, διηγήματα,  επιφυλλίδες, κριτικά και αισθητικά κείμενα. Κατατάσσεται στους νεορρομαντικούς λογοτέχνες και στους ήσσονες χαρακτηριζόμενους ποιητές.  Το έργο του βρίσκεται σκορπισμένο σε περιοδικά και εφημερίδες. Η μοναδική του ποιητική συλλογή δημοσιεύτηκε το 1939, ενώ μετά τον θάνατό του, ο Άρης Δικταίος  το 1964 εξέδωσε  τα ποιήματά του. Ζούσε ως το θάνατό του σε διώροφο νεοκλασικό  κάτω από το λόφο του Στρέφη για  πάνω από 40 χρόνια και εκεί έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού του έργου. Ο ποιητής του περιθωρίου διακρινόταν για την ευφυΐα, το ταλέντο, τις σπουδές και τη γλωσσομάθειά του.  Ναρκομανής και ομοφυλόφιλος φιλοξενούσε στο σπίτι του νεαρούς άντρες του υποκόσμου.

Αυτοκτόνησε το 1944 με πιστόλι φτωχός και καταπονημένος από τα ναρκωτικά και την άσωτη ζωή.  Η κηδεία του έγινε με έρανο των φίλων του.

ΙΙΙ. Η προσέγγιση

Το ποίημα Εκ βαθέων γράφτηκε τα ξημερώματα 9 Ιανουαρίου του 1930 και πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εστία τον ίδιο χρόνο με τον τίτλο De profundis.  Ο τίτλος μας οδηγεί σε αντίστοιχο ποίημα που έγραψε ο Όσκαρ Γουάιλντ όντας στην φυλακή και αποτελεί μια εκ βαθέων  εξομολόγηση  και αποτίμηση ζωής και ύπαρξης.  Ο Γουάιλντ απετέλεσε  πρότυπο για τον Λαπαθιώτη. 

Όμοια  συνεπώς και το ποίημα αυτό αποτελεί απολογισμό του ποιητή για την άσωτη ζωή του, για μια ζωή που κυλούσε χωρίς σκοπό και προορισμό. Είναι σαφέστατοι οι συνειρμοί και οι συμβολισμοί του. Η γνώση της βιογραφίας του βοηθά πολύ στην προσέγγισή του. Ο Λαπαθιώτης ζούσε την νύχτα ανάμεσα στα ναρκωτικά και τις ηδονές, τις συμπληγάδες που διέλυσαν τη ζωή του. Σε στιγμές νηφαλιότητας και υπό το κράτος δύσκολων καταστάσεων, σαν κι αυτές  που μόνον μια ζωή στο σκοτάδι δημιουργεί, αναλογίζεται την χωρίς σκοπό και προορισμό βιωτή του. Σαν προσευχή ζητά  τον οίκτο του Θεού για το είδος ζωής του, την μοίρα του. Ομολογεί ότι αγνοεί γιατί βρέθηκε να ζει στα σκοτεινά με άνομα πάθη, γιατί τον τραβά η νύχτα με τις ηδονές της και τον σπρώχνει χωρίς στόχο και σκοπό στο άγνωστο. Έχει συνείδηση πως δεν μπορεί να ξεφύγει από το δίχτυ αυτών των σειρήνων, που του ρούφηξαν την περιουσία, διέφθειραν τις ακριβές και ανεκτίμητες σπουδές του, εξανέμισαν την πατρική περιουσία του, κουρέλιασαν ταλέντα και οράματα.  Κάτι αναζητά, κάτι γυρεύει στα ναρκωτικά και στα σκοτεινά χάδια, αδυνατεί όμως να το εντοπίσει «ζητώντας μια λύση σε πράματα ξένα…».

Απάντηση ή συμπλήρωμα στο ποίημα Εκ βαθέων του Λαπαθιώτη αποτελεί το ποίημα του Καβάφη, Ομνύει (1915). Αξίζει να το θυμηθούμε.

Ομνύει

Ομνύει κάθε τόσο ν’ αρχίσει πιο καλή ζωή.
Αλλ’ όταν έλθ’ η νύχτα με τες δικές της συμβουλές,
με τους συμβιβασμούς της, και με τες υποσχέσεις της·
αλλ’ όταν έλθ’ η νύχτα με την δική της δύναμι
του σώματος που θέλει και ζητεί, στην ίδια
μοιραία χαρά, χαμένος, ξαναπιαίνει.


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s