Ο Οδυσσέας και ο Γιάννης

Όλοι οι λαοί της γης παράλληλα με την έντεχνη πολιτιστική τους δημιουργία  έχουν και λαϊκή δημιουργία σε όλους τους τομείς της τέχνης. Τα λαϊκά ή δημοτικά τραγούδια  εκφράζουν την ψυχή και τα συναισθήματα των λαών, τις σκέψεις, την ιστορία, τον τρόπο ζωής τους και γενικά εκφράζουν ό,τι  συγκινεί και ταράσσει τον εσωτερικό τους κόσμο.   Τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια, λόγω της μακραίωνης διαδρομής τους στο χώρο του πολιτισμού είναι πιο πλούσια και περισσότερο ποικίλα τόσο στον στίχο όσο και στην μουσική.  Διότι τα δημοτικά τραγούδια γράφτηκαν κυρίως για μουσική και χορό, επειδή αποδεδειγμένα ο άνθρωπος καταγράφει στη μνήμη του τον ποιητικό και μουσικό λόγο ευκολότερα από τον πεζό.

Στα δημοτικά ελληνικά τραγούδια υπάγονται και οι παραλογές.  Είναι πολύστιχα αφηγηματικά τραγούδια με έντονο το παραμυθητικό και μαγικό στοιχείο, όπως  Το τραγούδι του νεκρού αδελφού ή Του γιοφυριού της Άρτας.

Ο όρος παραλογή προέρχεται από τον όρο παρακαταλογή, που σημαίνει καταγραφή ενός ή πολλών γεγονότων.  Στην κυπριακή διάλεκτο σώζεται ο όρος καταλόγιν, από όπου και ο κατάλογος. Η παραλογή προορίζεται για μελοδραματική αφήφηση με τη συνοδεία μουσικού οργάνου, το οποίο  εκαλείτο κλεψίαμβος.  Η καταγωγή των παραλογών  οδηγεί στην αρχαία ελληνική ποίηση και ιδιαίτερα στα χορικά των τραγωδιών και τα έπη. Τα έργα της αρχαίας ελληνικής ποίησης για αιώνες οι διασκεδαστές τα τραγουδούσαν στις αυλές ευγενών και αρχόντων για βιοπορισμό, είτε ολόκληρα είτε τμηματικά. Με τον καιρό κομμάτια που, ως φαίνεται, άρεσαν ιδιαίτερα, όπως τα χορικά των τραγωδιών, ραψωδίες από τα ομηρικά έπη ή μέρη ραψωδιών, απέκτησαν αυτοτέλεια, διευρύνθηκε το περιεχόμενό τους και χωρίς να ξεκόψουν από την αρχαία ρίζα αγκαλιάστηκαν από το λαό. Λογικό,  γιατί μπορεί αρχικά να γράφτηκαν για να διασκεδάζουν τους πλούσιους και τους ισχυρούς, ποτέ όμως δεν έπαψαν να εκφράζουν τη λαϊκή ψυχή, αφού οι δημιουργοί τους ήταν κομμάτι του λαού, ήταν μέρος της λαϊκής συνείδησης.  Πάντως  οι παραλογές ουδεμία σχέση έχουν με το παράλογο. Το παραμυθητικό και γεμάτο μάγισσες και νεράιδες περιεχόμενό τους δεν απέχει από το περιεχόμενο των χορικών των τραγωδιών, που αντλούσαν από την αρχαία ελληνική μυθολογία, ούτε από τα έπη.

Διάλεξα από την  συλλογή,  Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, Τομ. Α΄,  Εκλογή κειμένων, σχόλια και εισαγωγή Δημητρίου Πετροπούλου,  Βασική Βιβλιοθήκη αριθ. 46, Αθήνα χχ,   μία παραλογή ελάχιστα γνωστή, αλλά πολύ καθοριστική. Επιγράφεται:

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΛΑΜΙΑ

Πέντε αδέρφια ήμαστε, τα πέντε αγαπημένα,

τα δυο αγαπάνε την κλεψιά, τα δυο τα μαύρα μάτια,

και μένει ο Γιάννης μοναχός στα γιδοπρόβατά του,

με δυο χιλιάδες πρόβατα, με τρεις χιλιάδες γίδια.

Κι η μάνα του τού έλεγε, κρυφά του παραγγέλνει:

– Γιάννη μ’ , σε ράχη μη διαβής, σε δέντρο μη σταλιάσης,

και σε κορφούλα του βουνού φλουέρα μη λαλήσης.

Τ’ ακούει η λάμια του γιαλού και θά ΄ρθη να σε φάη.

Τη μάνα του δεν άκουσε, καθόλου δεν ψηφούσε,

πέρα σε ράχη διάβηκε, σε δέντρο πάει σταλίζει,

και σε κορφούλα του βουνού λαλάει τη φλουέρα.

Τ’ άικουσ’ η λάμια, τ’ άικουσε και πάη να τον φάη.

«Βάρα το, Γιάννη μ’ , βάρα το, το δόλιο το σουραύλι,

κι αν αποστάσης βάρεμα, Γιάννη μου, θα σε φάω,

κι αν μ’ αποστάσης στο χορό, άντρα μου να σε πάρω».

Βάρεσ’ ο Γιάννης, βάρεσεν οχτώ μερονυχτούλες.

Σαν πέσαν τα δαχτύλια του και πέσαν οι ραγούλες,

‘πόστασε η λάμια στο χορό, στέκεται και του λέει:

– Σήκωσ’ απάνω, Γιάννη μου, στη θάλασσα να πάμε,

εκεί έχω πύργους γυάλινους, άντρα μου να σε κάνω.

– Δεν θέλω πύργους γυάλινους, δεν θέλω σε γυναίκα,

‘γω θέλω αρνοκάτσικα, τις ράχες να διαβαίνω.

Το περιεχόμενο του ποιήματος δεν είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς. Ο Γιάννης,  φύση ελεύθερη και ανυπότακτη, αψήφισε τη συμβουλή της μάνας του και παίζει τη φλογέρα του σε επικίνδυνα βοσκοτόπια.  Τον άκουσε η λάμια και βάζει μαζί του ένα στοίχημα. Αν κουραστεί παίζοντας την φλογέρα του, θα τον φάει. Αν κουραστεί η λάμια να χορεύει, όσο θα παίζει τη φλογέρα του, θα τον πάρει άντρα της στα μαγικά παλάτια της.  Ούτως ή άλλως ο νεαρός ποιμένας της ανήκε. Ο Γιάννης τελικά κέρδισε στον αγώνα, αλλά αρνήθηκε να παντρευτεί τη λάμια.

Δεν έχει σημασία τί απέγινε τελικά. Εκείνο  που έχει σημασία είναι να δούμε  τα στοιχεία της παραλογής, που στη συγκεκριμένη περίπτωση μας οδηγούν κυρίως στην ομηρική Οδύσσεια.

Ας αρχίσουμε από τα αδέρφια του Γιάννη. Είναι πέντε, μονός αριθμός. Δεν διστάζουν να ομολογήσουν απροκάλυπτα ότι οι δύο είναι κλέφτες και οι άλλοι δυο κυνηγάνε τα κορίτσια. Στην Οδύσσεια, ο Οδυσσέας με καμάρι διηγείται ότι το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του το έχει αποκτήσει από πειρατικές επιδρομές.  Η πειρατεία και η αρπαγή ήταν καύχημα για τον ομηρικό πειρατή, αρκεί να ήταν ο νικητής. Σε αυτές τις επιδρομές βέβαια έκλεβαν και γυναίκες για δούλες. Οι ωραίες προορίζονταν για το κρεβάτι τους.

Η λάμια θυμίζει τις νεράιδες των πηγών στην αρχαιότητα, τις ναϊάδες, αλλά  και των δασών, για τις οποίες πίστευαν ότι με το χορό τους μάγευαν τους άντρες και τους έπαιρναν στα παλάτια τους  ή τους σκότωναν.

Ο Γιάννης τώρα κατέχει μια τεράστια περιουσία σε ζώα. Το ίδιο και ο Οδυσσέας, καυχάται για την περιουσία του και κυρίως για τα κοπάδια του.

Δεν φοβάται ο Γιάννης λάμιες και ξωτικά, είναι ριψοκίνδυνος και τολμηρός και δεν διστάζει να αναμετρηθεί μαζί τους. Ο ομηρικός Οδυσσέας επίσης δεν φοβάται  Λαιστρυγόνες, Κύκλωπες, σειρήνες και  άλλα θηρία  και τολμά να τα βάλει μαζί τους.

Η πρόσκληση της δαιμονικής λάμιας στον χορό και τη μουσική με στοίχημα να τον φάει ή να τον πάρει άντρα της, θυμίζει από τη μυθολογία ανάλογες αναμετρήσεις θνητών και θεών.  Η Αράχνη διαγωνίσθηκε με την Αθηνά στην υφαντική, έχασε και τιμωρήθηκε να μεταβληθεί στο γνωστό έντομο. Ο Μαρσύας καυχήθηκε ότι παίζει καλύτερα τον δίαυλο  από τον Απόλλωνα. Έχασε το στοίχημα,  έχασε και τη ζωή του, γιατί ο Απόλλωνας τον έγδαρε ζωντανό.

Η τελική νίκη του Γιάννη στην αναμέτρηση με τη λάμια πάλι μας οδηγεί στον Οδυσσέα και τις νίκες του εναντίον των δαιμονικών θεοτήτων κατά τα ταξίδια του. Σειρήνες, Κύκλωπες, μάγισσα Κίρκη,  Λαιστρυγόνες, Κίκονες βρήκαν το δάσκαλό τους από τον παμπόνηρο Κεφαλλονίτη. Μας διδάσκει όμως περισσότερο ότι ο άνθρωπος πρέπει να παλεύει τη μοίρα του, όσο δυνατή κι αν είναι, και δεν πρέπει να παραδίδεται, κι αν ακόμη προδίδεται, όπως στις μέρες μας.  Η υποχώρηση είναι αποδοχή της ήττας, είναι ο θάνατος της ίδιας της ζωής.  Η ζωή όμως είναι δώρο Θεού και οφείλουμε να την προστατεύουμε.

Τέλος, η άρνηση του Γιάννη να πάρει γυναίκα του τη λάμια και να ζήσει βασιλιάς στα γυάλινα παλάτια της φανερώνει μεγάλη λεβεντιά και δίψα για ζωή και ελευθερία. Έτσι και ο Οδυσσέας, αρνήθηκε να παντρευτεί την Νύμφη Καλυψώ, την κόρη του Άτλαντα ή του Ωκεανού, να μείνει μαζί της στο νησί Ωγυγία και να γίνει αθάνατος, όπως έχω ήδη αναφέρει σε προηγούμενα άρθρα μου, (Αθανασία Ι και ΙΙ). Τόσο ο πολυμήχανος Κεφαλλονίτης βασιλιάς, όσο και το παιδί του λαού, ο βοσκός Γιάννης πάνω από όλα διεκδικούσαν το δικαίωμα να ορίζουν τη ζωή τους και  να ζουν ελεύθεροι.

«…’γω θέλω αρνοκάτσικα, τις ράχες να διαβαίνω», λέει ο υπερήφανος Γιάννης.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s