Ρώμος Φιλύρας

Το πραγματικό του όνομα ήταν Ιωάννης Β. Οικονομόπουλος. Γεννήθηκε στο Δερβένι Κορινθίας το 1888 και πέθανε στο Δρομοκαΐτειο, στις 9 Σεπτέμβρη 1942. Μορφώθηκε κατ’ οίκον από τον πατέρα του, που ήταν εκπαιδευτικός και όταν έγινε 14 ετών εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, όπου εργάστηκε σε αθηναϊκές εφημερίδες. Είχε πολύ δύσκολη ζωή γεμάτη   περιπέτειες και ταλαιπωρίες. Αλλά το άποκορύφωμα  ήταν όταν συνεπεία αφροδισιακού νοσήματος, το 1920, πέρασε τα σύνορα της ουτοπίας και του δράματος, για να υποκύψει στη τρέλα. Το 1927 κλείστηκε στο Ψυχιατρείο, όπου δε σταμάτησε να γράφει, άλλοτε καλά κι άλλοτε αλλοπρόσαλλα, ποιήματα σε χαρτί του ψυχιατρείου, τα οποία χάριζε αφειδώς στους επισκέπτες, ως το θάνατό του.

Το 1929 δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή το εξής  από μια παράσταση βασισμένη σε αυτοβιογραφικά κείμενα από τον Ηλία Μαγκλίνη. Στο απόσπασμα φαίνεται πως μιλά ο ίδιος ο ποιητής Ρώμος Φιλύρας.

«Θέλουν να σας κάνουν καλά.  Αλλοίμονο, εκεί φτάνει ο παραλογισμός των λογικών. Καλά, δηλαδή να γυρίσετε πίσω, έξω στην τέφρινη πραγματικότητα, να ξαναδήτε πίσω με την κρίσι του ακέραιου μυαλού την πιο αβάσταχτη, την πιο αρμολογημένη αλλόφρονη λογική της ζωής που σκοτώνει την ανθρώπινη καρδιά. […] Μα τι θα βάλετε στη θέση του οράματος εσείς οι λογικοί; […] Καλοπροαίρετοι γιατροί μου, αν επιμένετε να με γιατρέψετε από κάτι, γιατρέψτε με από την λογική». Αυτά έγραφε ο ποιητής Ρώμος Φιλύρας μέσα από το Δρομοκαΐτειο. Εκεί πέρασε δεκαπέντε χρόνια από τη ζωή του, από το 1927 έως το 1942 – εκεί τελείωσε τις μέρες του, έχοντας τη μοίρα του Βιζυηνού και του Μητσάκη. Ένας άνθρωπος που παρακαλάει να τον γιατρέψουν από τη λογική, όσο αντιφατικό κι αν είναι το αίτημά του, δεν είναι έτσι απλά «τρελός» μα ένας πάσχων που βρίσκεται παράλληλα μέσα και έξω από την ασθένειά του.

Ας τον γνωρίσουμε καλύτερα και μέσα από κάποια ποιήματά του.

Τραγική Νύχτα

Απόψε στις κιθάρες τους τα Πνεύματα
θα μέλπουνε κρυφούς ρυθμούς και τρόμους
και στο ρυθμό του χαλαζιού θα σέρνουνε
μαύρους χορούς οι καταχνιές στους δρόμους.

Οι αγέρηδες μανιάζοντας θα στήνουνε
τις σκήτες τους στ’ αφρόλουστα ακρογιάλια,
των λουλουδιών τα ταίρια θα χωρίζουνε,
μα και θα ορμούν, θα οργώνουν τα κανάλια.

Απόψε η νύχτα σκιάχτρο στις ψυχούλες μας
και χάροντας απάνου από τη κλίνη…
Οι καταχνιές, που υφαίνουν το τρισκόταδο,
θα’ ρθουν να σαβανώσουν τη Σελήνη…
Στον ‘Αδη

Μια μέρα θα μισέψουμε στα σκότη
κι αν δεν το ήπιαμε όλο το ποτήρι.
Κι αν δεν εμείναμε σε θεία αγνότη,
το κορμί μας στον τάφο θ’ απογείρει.

Στερνή αγάπη θε να μοιάζει πρώτη,
τόση λαχτάρα μες στο πανηγύρι
της ζωής μας ανάρπαζε κι η νιότη
μας φούντωνε του αίματος τη πύρη.

Οι κοπέλες μονάχα θα εικονίζουν
κάθε χαρά που πέρασε και πάει
και θα στέκουν εμπρός μας σε παράτα.

Κι ούτε κι ο νους θα ξέρει όταν θα σχίζουν,
σαν άγγελοι των ουρανών τα χάη,
ποια πιο πολύ μας χρύσωνε τα νιάτα.
Ποιητής

Είχα πέσει σε βύθος, είχα πάντα τη μαύρη
κι ολοπέλπιδη νύστα του βραχνά καταλύτη…
μες στο κάμα του θέρους, τη θλιμμένη και λαύρη
ποθοθάνατη ‘νείρια του οράματος νήτη.
Έχω λήθαργου μοίρα κι είχα παραμελήσει
χρόνια. Κι όμως ο στίχος, ο ρυθμός δεν ελείπαν.

Είχα ανέβει εκεί που ‘ναι μόναχα η βρύση…
κι η επιστήμη, αν δεν είχα, δεν θ’ ανέβαινα -είπαν.
Επειδή κι είχα χάσει το ρέγουλο, είμαι
ο εμπνευσμένος ονείρων και κόσμων προφήτης,
ο πηγαίος ποιητής που στο σύννεφο κείμαι,
ο μεγάλος, ο θείος των ρυθμών υποφήτης!
Θα πρέπει να καταθέσω εδώ ότι δεν έκανα καμία επέμβαση στο λεξιλόγιο, τη σύνταξη ή την ορθογραφία των ποιημάτων του ποιητή.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s