Γιώργου Σαραντάρη ποιήματα

Ι. Νὰ κοιμᾶσαι νηστικός

Νὰ κομᾶσαι νηστικός σὲ μία σοφίτα
Νὰ εἶσαι ὁ τεμπέλης τοῦ σπιτιοῦ
Νὰ γίνεσαι σκουπίδι
Ὅταν ἀνοίγεται ἕνα λερωμένο στόμα
Θὰ σηκώσω τὸ γιακὰ
Γιὰ νὰ φύγω σὰν ἕνας λῃστὴς
Ἀπὸ τὸ δικό μου σπίτι
Θὰ κοιμηθῶ στοὺς δρόμους
Γιὰ νὰ νιώσω ὁλάκερη τὴν πολιτεία
Νὰ τουρτουρίζει μαζί μου.
Στὸ παλτό μου ἔχω ἕνα λεκὲ
Ἀλλὰ εἶναι καλὸ ποὺ δὲν τὸν βλέπω
Θὰ τὸ ξαπλώσω χάμω
Καὶ θὰ στρωθῶ πάνω του
Νὰ πιῶ λίγη βραδυὰ
Στὴ γωνιὰ τοῦ ἔρημου κήπου
Θὰ αἰστανθῶ τὴ σελήνη
Ὅπως δὲν αἰστάνθηκα τίποτε
Στὴ ζωή μου
Θὰ τὴν αἰστανθῶ στὰ χείλια μου
Σὰν ἕνα ἀχλάδι
Στὰ μάγουλα
Σὰν ἄλλα μάγουλα

Ο ποιητής  Γιώργος Σαραντάρης (1908 – 1941)  γεννήθηκε  στην Ιταλία, όπου ζούσαν οι γονείς του. Ανατράφηκε σε αστικό και σχετικά προοδευτικό, σε σχέση με τα ελληνικά δεδομένα, περιβάλλον, διότι ο πατέρας του ήταν έμπορος. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια. Στην Ελλάδα ήλθε το 1931. Δεν άσκησε τη δικηγορία, γιατί τον κέρδισε η ποίηση. Κατά τον Β΄παγκόσμιο πόλεμο ο Γιώργος Σαραντάρης πολέμησε εναντίον των Ιταλών στην πρώτη γραμμή,  αλλά αρρώστησε από τύφο και πέθανε  στην Αθήνα το 1941.

Ως ποιητής ο Γιώργος Σαραντάρης υπήρξε πρωτοποριακός σε σχέση με το ιδεολογικό ποιητικό κλίμα της εποχής του Μεσοπολέμου στην Αθήνα. Υπηρέτησε με πάθος την λεγόμενη «καθαρή ποίηση». Χρησιμοποίησε στα ποιήματά του τον ελεύθερο στίχο, ενώ στις αναζητήσεις του περιέλαβε προβληματισμούς που συνδέονται με την ιταλική ποίηση, το έργο του  Ντοστογιέφσκι, τις φιλοσοφικές ιδέες του Νίτσε, του Κίκεργκωρ, τον υπαρξισμό. Το έργο του δεν έγινε ευρέως αποδεκτό στην εποχή του, (μήπως δεν είχε συμβεί το ίδιο και με την ποίηση του Καβάφη;) επηρέασε ωστόσο την ελληνική ποιητική γραφή βαθιά και ουσιαστικά. Ο Οδυσσέας Ελύτης επηρεάστηκε  από τις συμβολικές εικόνες που κυριαρχούν στο έργο του Σαραντάρη, όπως γυναίκα, θάλασσα, μοναξιά, ουρανός, πουλιά.

Η Προσέγγιση

Στο ποίημα αυτό του Σαραντάρη αυτός που κοιμάται νηστικός, δεν είναι ο άνεργος και ανέστιος από τα δάνεια νέος της εποχής μας. Ο ήρωας του ποιητή κοιμάται νηστικός από επιλογή και αντισυμβατικότητα. Αρνείται τους κοινωνικούς κανόνες της δουλειάς, που  εξασφαλίζει ένα πιάτο φαΐ στον εργαζόμενο, αλλά καμία άλλη χαρά και δυνατότητα να βρεθεί κοντά στη φύση και στον εαυτό του, να συνδεθεί με το σύμπαν. Της δουλειάς, που δεν αφήνει ελεύθερο χρόνο για σκέψη και δράση ουσιαστική, που να ξεκινά από το τίποτα και να φτάνει στη δημιουργία.  Μια δουλειά, που δεν δίνει  στον άνθρωπο τη δυνατότητα επιβίωσης, αλλά του στερεί το δικαίωμα να αισθάνεται και κυρίως να αισθάνεται τον κόσμο.

ΙΙ. Πάλι…

Πάλι ὁ οὐρανὸς ἀνοίγει ἐδῶ τὴν πύλη
Πάλι σηκώνει τὴ σημαία
Ἐμεῖς μπαίνουμε χωρὶς φόβο
Τὰ μάτια τὰ πουλιὰ μαζί μας μπαίνουν
Ἀστράφτει ἡ πολιτεία ἀστράφτει ὁ νοῦς μας
Ἡ φαντασία τοὺς κήπους πλημμυράει
Εἶναι παιδιὰ ποὺ στέκονται στὶς βρύσες
Κορυδαλλοὶ στοὺς ὄρθρους ἀκουμπᾶνε
Στὶς λεμονιὲς ἄγγελοι χορτάτοι
Εἶναι ἀηδόνια ποὺ παντοῦ ξυπνᾶνε
Φλογέρες παίζουν ἔντομα βουίζουν
Εἶναι τραγούδια ἡ στάχτη τῶν νεκρῶν
Κι οἱ νεκροὶ κάπου ἀναγεννιοῦνται πάλι
Ὁλοῦθε μᾶς μαζεύει ὁ Θεὸς
Ἔχουμε χέρια καθαρὰ καὶ πᾶμε

 

Η προσέγγιση

Το ποίημα δημοσιεύτηκε στις 12-1-1940. Πώς ο ποιητής φαντάζεται τον παράδεισο. Πρώτα ανοίγει ο ουρανός την πύλη του. Σηκώνει τη σημαία και ευθύς μια λαμπερή και φανταχτερή πολιτεία ανοίγεται μπροστά του. Μαζί του όσοι πρόκειται να περάσουν αυτή την πύλη εισέρχονται  χωρίς φόβο. Τους ακολουθούν πουλιά.  Κήποι φανταστικής ομορφιάς τους υποδέχονται, γιατί είναι κήποι του παραδείσου. Παιδιά στέκονται στις βρύσες, γιατί στον παράδεισο δεν πάει κανείς σύμφωνα με την ηλικία του.  Κορυδαλλοί με το όμορφο κελάηδημά τους στέκονται στις όχθες των ποταμών. Οι άγγελοι χορτάτοι από την παραδεισένια ομορφιά, αφού είναι ο χώρος τους, στέκονται στις λεμονιές.  Τα αηδόνια ξυπνούν κι αρχίζουν το γλυκοκελάηδημα.  Ουράνιες φλογέρες  συνοδεύουν το όμορφο τραγούδι τους και το βούισμα των εντόμων μαζί με τα τραγούδια των νεκρών κρατάει το ίσο σε αυτήν την ουράνια ψαλμωδία. Δεν φοβούνται το θάνατο, όσοι έχουν καθαρά χέρια, καθαρή καρδιά.

Άλλωστε ο ποιητής το απέδειξε. Δεν υπολόγισε την ντελικάτη υγεία του και έτρεξε με πάθος να πολεμήσει για την πατρίδα. Οι θύρες του ουρανού άνοιξαν για χάρη του σε όλο τους το μεγαλείο και ο νεαρός Σαραντάρης άφοβα τις διάβηκε. Και μαζί του μπήκαν όλες οι ομορφιές της φύσης, κάθε τι που ομορφαίνει αυτή την εφήμερη  ζωή.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s