Η επιτυχημένη διδασκαλία

Η διδασκαλία είναι δημιουργία. Αυτό γίνεται αντιληπτό, όταν  η ίδια διδασκαλία, το ίδιο μάθημα, όπως λέμε, ενώ επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο από τον ίδιο δάσκαλο στους μαθητές του, κάθε φορά είναι διαφορετική, μολονότι ακολουθεί τα ίδια διδακτικά μονοπάτια. Οι συνειδητοποιημένοι δάσκαλοι έχουν πλήρη αντίληψη του γεγονότος. Γι αυτό  έχουν κάθε λόγο να φιλοδοξούν η προσπάθειά τους στο διδάσκειν να είναι επιτυχημένη, να φέρει καρπούς. Για να απολαμβάνουν όμως οι δάσκαλοι την ικανοποίηση και τη χαρά της δημιουργίας, πρέπει να λάβουν υπόψη τους κάποιες προϋποθέσεις, απαραίτητες, ώστε η διδασκαλία τους να έχει μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας.

Πρώτα –πρώτα, ο κάθε διδάσκαλος οφείλει να  έχει μελετήσει σε βάθος όλη την ύλη που πρόκειται να διδάξει, πριν ξεκινήσει η σχολική χρονιά. Να έχει προγραμματίσει και σχεδιάσει κατά το δυνατόν το έργο του. Ο προγραμματισμός αυτός θα αποτελεί ένα συμβόλαιο με τον εαυτό του, αλλά δεν θα είναι ανελαστικός, για να μπορεί να τον αναπροσαρμόζει, όταν το απαιτούν οι περιστάσεις.  Και όχι μόνο το έργο που πρόκειται να διδάξει οφείλει να έχει μελετήσει, αλλά και όλη, αν είναι δυνατόν, τη βιβλιογραφία που υπάρχει γύρω απ’ αυτό να έχει διαβάσει,  ώστε με πλούσιο προβληματισμό και περισσότερες δυνατότητες προσέγγισης του έργου να συνομιλεί με τους μαθητές τους. Τα βοηθήματα επίσης που χρησιμοποιεί ο διδάσκων πρέπει είναι επιστημονικού επιπέδου και όχι αυτά που χρησιμοποιούν οι μαθητές. Και δεν διστάζει βέβαια να τα συστήνει  και στους μαθητές του, αν του το ζητήσουν. Έτσι γερά οπλισμένος ο δάσκαλος ανεβαίνει στην έδρα και κοιτάζει κατάματα με θάρρος και αυτοπεποίθηση τους μαθητές του. Έτσι καλά οπλισμένος προχωρεί στην παρουσίαση, αλλά και την ερμηνεία των κειμένων, ιστορικών, φιλολογικών κλπ, που πρόκειται να επεξεργαστεί με τους συνεργάτες – μαθητές του. Ο καλός δάσκαλος  δεν αυτοσχεδιάζει. Γιατί ο αυτοσχεδιασμός φανερώνει απειρία, προχειρότητα, αδιαφορία, αναποτελεσματικότητα. Με λίγα λόγια, ο απροετοίμαστος δάσκαλος, που στηρίζεται στην έμπνευση της στιγμής, καλά θα κάνει να αλλάξει επάγγελμα. Για την Ελλάδα βρε γαμώ το.

Ερμηνεία ενός κειμένου σημαίνει ολόπλευρη προσέγγιση και μελέτη. Αυτή μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους, με τη βοήθεια της καλής γνώσης του αντικειμένου και της  βιβλιογραφίας. Γνωστοί δρόμοι ερμηνευτικής προσέγγισης είναι οι εξής: α) Ιστορική και πολιτική προσέγγιση, για να κατανοούν τα παιδιά τις αιτιοκρατικές σχέσεις και το πολιτισμικό περιβάλλον. β) Κοινωνιολογική προσέγγιση, με την οποία ερευνώνται οι κοινωνικές συνιστώσες της εποχής και οι επιπτώσεις τους. γ) Ψυχολογική προσέγγιση. Κατ’ αυτήν εξετάζεται η συμπεριφορά των ηρώων, για να γνωρίσουν οι διδασκόμενοι την προσωπικότητά τους και να προβούν σε χαρακτηρισμούς. Προσπάθεια γίνεται ώστε οι χαρακτηρισμοί αυτοί να αιτιολογούνται και να μην αποδίδονται μονολεκτικά. δ) Η διδακτική προσέγγιση. Το ζητούμενο εδώ είναι να προωθηθεί ο προβληματισμός των παιδιών, ώστε τα δεδομένα της μάθησης να τα μεταφέρουν και να τα εφαρμόσουν στη δική τους πραγματικότητα. Πρόκειται για μια σημαντική εργασία, που επιδιώκει να προετοιμάσει τους νέους για τη ζωή . ε) Αισθητική προσέγγιση. Στόχος είναι να καλλιεργηθούν οι νέοι αισθητικά και να μάθουν να εκτιμούν το ωραίο, όπου το συναντούν.

Ύστερα από όλα αυτά γίνεται κατανοητό, νομίζω πως  δίκαια ο Κακριδής επιμένει : «Βαρύ, πολύ βαρύ το έργο της ερμηνείας» . Ο διαβασμένος όμως δάσκαλος, που αγαπάει τη δουλειά του και το παιδί, εύκολα το αναλαμβάνει αυτό το βάρος. Εύκολα και συνειδητά. Εντοπίζει τις κατάλληλες ερμηνευτικές μεθόδους, που θα ακολουθήσει, για να υπηρετήσει το κείμενο σωστά. Έχει προετοιμαστεί για το πώς θα τις συνδυάσει αποδοτικότερα, πώς θα τις αξιοποιήσει γόνιμα, αποφεύγοντας την τυποποίηση και την ανία.

Θα ήθελα για το τέλος να προτείνω στους νέους συναδέλφους να δοκιμάσουν και άλλες μεθόδους διδασκαλίας, διάφορες από τις γνωστά σχεδιασμένες, αλλά πρωτότυπες και δυναμικές. Ως παράδειγμα αναφέρω μια από τις πολλές προτάσεις που έγιναν σε ένα Σεμινάριο για τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, που έγινε στη Λεμεσό της Κύπρου 28-31 Μαΐου το 1991.

Στο Σεμινάριο αυτό κατατέθηκαν αξιόλογες, πρωτότυπες και με δυναμική μάθησης διδακτικές προτάσεις για τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο, που κύρια επιδίωξη είχαν μέσα από τη σύνδεση γλώσσας και πολιτισμού, να βγάλουν το μάθημα από την αίθουσα διδασκαλίας και να το οδηγήσουν στην ύπαιθρο, στους αρχαίου χώρους μαζί με τα αρχαία πρωτότυπα κείμενα. Έξω από την αίθουσα διδασκαλίας, με την κατάλληλη καθοδήγηση οι μαθητές θα ενεργοποιήσουν όλες τους τις αισθήσεις, αφή, γεύση, όραση, όσφρηση, ακοή, νόηση, και συνολικά θα κατακτήσουν τη γνώση.  Η πειραματική προσπάθεια έδωσε αξιόλογα αποτελέσματα. Για όσους θέλουν να ενημερωθούν, παραπέμπουμε στο: Ανδρέας Βοσκός – Θεόδωρος Παπακωνσταντίνου, Σε συνεργασία με Ερευνητική Ομάδα, Από τη Μετάφραση στο Πρωτότυπο. Συμβολή στην ανανέωση της Διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών στη Μέση Εκπαίδευση, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1992, σ. 30-131.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s