Φώτης Αγγουλές ένας Θεόφιλος της ποίησης

Ι. Αλλάξτε τη μοίρα σας
Άβουλος μη σταθείς στιγμή μπρος στης ζωής τη στράτα
κι είν’ όμορφα τα γηρατειά κι είναι γλυκά τα νιάτα.
Χιλιόγλωσση είν’ η προσευχή κι έχει απ’ τα χρόνια πια γεράσει
κι όμως ως του θεού τ’ αφτιά ποτέ δεν έχει φτάσει.
Τίποτα – Τίποτα καλό σε σας δεν έχουν δώσει
όσοι σοφοί κι αν πέρασαν και παντογνώστες και μεγάλοι.
Ποιον περιμένετε ναρθεί; Ποιον καρτερείτε να σας σώσει;
 
Εσείς οι ίδιοι με τα χέρια σας
με το μυαλό σας, με την πράξη,
αν δεν αλλάξετε τη μοίρα σας,

ποτέ της δεν θ’ αλλάξει.

. Μην ξεκινήσεις άσκοπα

Mην ξεκινήσεις άσκοπα, δεν έχει ο δρόμος τέρμα,

και είναι κύκλος η φυγή, κι η λύτρωση ένα ψέμα.

Μην ξεκινήσεις, ρίζωσε στην πατρική σου γη,

και σκάψε την και κάμε την περβόλι.

Αυτοί που ξεκινήσανε, κάποιαν αυγή για μια φυγή,

ρυτιδωμένοι και σκυφτοί ξαναγυρίσαν όλοι.

ΙΙΙ. «Καίγονται»
Αυτούς εγώ που τραγουδώ, δεν έχουνε φτερά.
Δεν τους μεθά καμιά φυγή, δεν τους τραβούν τ’ αστέρια,
έχουνε μια ζεστή καρδιά, δυο ροζιασμένα χέρια,
κι είναι δεμένοι με τη γη.
Απ’ της αυγής το χάραγμα, ως του βραδιού τα θάμπη,
μοχθούν για δυο πικρές ελιές και μια μπουκιά ψωμί,
ιδρώνουν κι απ’ τον ίδρω τους ανθοβολούνε οι κάμποι,
καίγονται κι απ’ τις φλόγες τους φωτίζεται η ζωή.
Λίγα λόγια για τον ποιητή.
Ο Φώτης Αγγουλές γεννήθηκε  στον Τσεσμέ της Μικράς Ασίας το 1911. Ο πατέρας του, ψαρομανάβης,  είχε  το παρατσούκλι Αγγουλές. Το παρανόμι αυτό κράτησε ως επίθετο  ο Φώτης αντί για το πραγματικό του επίθετο,  Χονδρουδάκης. Με τους διωγμούς των χριστιανών του 1914-18 από τους Τούρκους, η οικογένεια πέρασε απέναντι, στη Χίο.
Ο Φώτης  στη Β’ Δημοτικού διέκοψε το σχολείο. Οι λόγοι γνωστοί. Η παιδαγωγική ανεπάρκεια των δασκάλων της εποχής, που φόρτωναν τα παιδιά με ξύλο αντί να τα καθοδηγούν να βρουν τη γνώση, τα έδιωχνε ενωρίς από το σχολείο, κάτι που βόλευε πολύ την ντόπια και ξένη ολιγαρχία.
Σε ηλικία 15 χρόνων άρχισε να σκαρώνει στίχους. Τότε πήγε μαθητευόμενος τυπογράφος στην τοπική εφημερίδα «Ελευθερία», όπου είχε την ευκαιρία να συναντήσει νέους διανοούμενους της περιοχής.
Κάποια στιγμή,  αρχίζει να δημοσιεύει τα δικά του ποιήματα. Τότε δημοσίευσε ένα σατιρικό του ποίημα κατά του δικτάτορα Μουσολίνι στην εφημερίδα «Αλήθεια». Η ντόπια εξουσία τον οδήγησε στο δικαστήριο. Αθωώθηκε βέβαια, αλλά έκτοτε καθορίστηκε ως αριστερός και «επικίνδυνος».
Η ζωή του έκτοτε υπήρξε περιπετειώδης. Στράτευση, Μέση Ανατολή, βοηθητικός λόγω φρονημάτων, σαλπιγκτής, ασυρματιστής.  Αποσπάστηκε στην Ιερουσαλήμ όπου στο τυπογραφείο του Πατριαρχείου τύπωνε το στρατιωτικό ψυχαγωγικό περιοδικό «Ελλάς». Στη συνέχεια μετατέθηκε στο κυβερνητικό γραφείο Τύπου Καΐρου, προϊστάμενος ήταν ο Γιώργος Σεφέρης. Στο Κάιρο γνώρισε και  παντρεύτηκε την Έλλη Κυριαζή. Μαζί έζησαν μόνο 4 μήνες. Γιατί δεν ήταν μόνο οι ξένοι που τον αντιμάχονταν. Ήταν και οι αντιθέσεις των Ελλήνων και των προσφύγων που βρέθηκαν στη Μ. Ανατολή, που τον είχαν στο στόχαστρο. Σε συλλήψεις που έγιναν ανάμεσά τους ήταν και ο Φώτης. Το 1945 επέστρεψε στην πατρίδα. Στη γυναίκα του για πολιτικούς λόγους δεν επέτρεψαν να τον ακολουθήσει. Εμεινε για λίγο στην Αθήνα, αλλά η πείνα τον ξανάφερε στη Χίο. Εκεί τον περίμεναν νέες διώξεις. Το 1948, καθώς τύπωνε μια παράνομη εφημερίδα, πιάνεται και οδηγείται στα Γιούρα. Καταδικάζεται σε 12 χρόνια. Αποφυλακίζεται το 1956 από την Κέρκυρα, έχοντας συμπληρώσει τα 2/3 της ποινής του. Ξανά στη Χίο. Αλλά κι εκεί, καθώς δεν έχει υπογράψει «δήλωση μετανοίας», η Ασφάλεια έγινε ο μπαμπούλας του. Του συμπαραστάθηκαν όμως οι απλοί άνθρωποι. Τον κερνούσαν, τον χαρτζιλίκωναν, του έδιναν ψάρια να τα μεταπουλήσει. Του έδωσαν δουλειά στην εφημερίδα «Χιακός λαός». Τότε   τύπωσε τη συλλογή του «Πορεία στη νύχτα». Ακολούθησαν κι άλλες συλλογές του: «Φλόγες του δάσους», «Φουτσιγιάμα», «Ποιήματα». Όμως καταπονημένος από τις κακουχίες πέθανε το 1964 στο πλοίο, σ’ ένα ταξίδι από τη Χίο στον Πειραιά. Κηδεύτηκε με έξοδα του Δήμου Χίου.
Τα ποιήματα
Από τα τρία ποιήματά του που παραθέσαμε γίνεται φανερός ο πατριωτισμός του, η αγάπη του στον αγωνιστή άνθρωπο, καθώς και στη μάνα γη, τη Γαία των Αρχαίων, που με αναγραμματισμό γίνεται αγία και στην παγγαία (πανγαία) των Αρχαίων, που με αναγραμματισμό γίνεται παναγία (ως επίθετο).
Στο πρώτο του στιχάκι δηλώνεται η πίστη του πως δεν υπάρχουν μεσσίες, κι αν ο λαός θέλει να σωθεί, πρέπει να προσπαθήσει μόνος του, να στηριχτεί στις δικές του δυνάμεις.
Η επικαιρότητα των ποιημάτων του εντοπίζεται επίσης και στην ανάγκη επιστροφής στην γεωργία και όχι στη φυγή, στο δεύτερο και το τρίτο στιχάκι. Τώρα στην κρίση περισσότερο παρά ποτέ έγινε κατανοητό πως επιβάλλεται ο Έλληνας να ξαναγίνει δημιουργός και παραγωγός.  Η γεωργία και η κτηνοτροφία είναι δημιουργία. Το δημοσιοϋπαλληλίκι δεν είναι. Είναι βέβαια αραλίκι. Αλλά τι είναι τελικά αυτό που καταξιώνει το άτομο, το αραλίκι ή εργασία και η δημιουργία.
Ένα άλλο στοιχείο, που πρέπει να επισημανθεί είναι η προτροπή του στο λαό να μην ξενιτεύεται. Η πατρίδα δεν σώζεται με τον ξενιτεμό, αλλά με την παραμονή και την εργασία στον τόπο που γεννήθηκε κανείς.
Φώτης Αγγουλές. Ένας λαϊκός ήρωας, ένας πριμιτίβ της ποίησης, αυτοδίδακτος, ναΐφ, που εκφράζεται με λόγια απλά, εφηβικά, ανήλικα για μεγάλα θέματα, σημαντικά για τη ζωή των ενηλίκων.  Ένας Θεόφιλος της ποίησης στην εποχή μας.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s