Ομηρικοί τραγουδιστές

Αοιδοί. Είναι οι τροβαδούροι της εποχής του Ομήρου. Τραγουδούσαν για να διασκεδάζουν τους άρχοντες στα ανάκτορα. Δεν ανήκουν στο υπηρετικό προσωπικό. Ανήκουν στην τάξη των δημιουργών και εμπνέουν το σεβασμό με τη τέχνη τους. Γι αυτό η σχέση τους με τον άνακτα δεν είναι σε επίπεδο δούλου και αφέντη. Είναι σε επίπεδο προσφοράς υπηρεσίας στον άρχοντα για το κοινό καλό. Παραμένει βέβαια αναπάντητο το ερώτημα πώς θα ζούσαν χωρίς τα παλάτια και την εύνοια αρχόντων και βασιλιάδων.

Για να διασκεδάζουν αυτόν και τους ανθρώπους του διέθεταν πλούσιο ρεπερτόριο, προϊόν προφανώς της συντεχνίας τους, και ήταν πάντοτε έτοιμοι να ικανοποιήσουν με την κιθάρα τους τις επιθυμίες των ακροατών τους. Ο Όμηρος αναφέρει ονομαστικά δύο αοιδούς, το Δημόδοκο στο νησί των Φαιάκων και το Φήμιο στην Ιθάκη. Φρονούμε ότι δεν είναι τυχαία η μνημόνευση των αοιδών στα προαναφερθέντα νησιά, αφού τελικά η ζωή και οι περιπέτειες του Οδυσσέα εγκιβωτίστηκαν ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο οίκους. Από τη Σχερία, όπου αναβιώνουν οι περιπέτειες του παρελθόντος, στην Ιθάκη για νέες περιπέτειες.

Από τα στοιχεία που μας δίνει ο ίδιος ο ποιητής για το επάγγελμά του, οι αοιδοί είναι αυτοδίδακτοι δημιουργοί και τραγουδούν με τη συνοδεία κιθάρας ή φόρμιγγας. Η κοινωνική θέση των αοιδών στον κόσμο του Ομήρου είναι διακριτή. Ο Φήμιος για να πείσει τον Οδυσσέα για τη σημασία της τέχνης του υποστηρίζει ότι ψάλλει για θεούς και για ανθρώπους[1]. Θεωρούνται συνεπώς θεόπνευστα πρόσωπα, τα οποία προστατεύουν και εμπνέουν οι μούσες. Διαμένουν στα ανάκτορα των βασιλέων, τους οποίου οφείλουν να σέβονται και να υπακούν. Έτσι εξηγείται που ο Φήμιος, κατά τα όσα υποστηρίζει ο ποιητής, τραγούδαγε για τους μνηστήρες της Πηνελόπης στην περιουσία του Οδυσσέα από φόβο. «ἤειδε παρά μνηστῆρσιν ἀνάγκῃ»[2]. Η Πηνελόπη πάντως ήταν δυσαρεστημένη γι αυτό, αλλά δεν ακολούθησε το παράδειγμα της Κλυταιμνήστρας. Θα μπορούσε όμως, όπως η γυναίκα του  Αγαμέμνονα, να τον πετάξει έξω από το παλάτι και να τον αφήσει να πεθάνει από την πείνα[3].

        Οι αοιδοί ως ειδικοί τεχνίτες ψάλλουν θρύλους και παραδόσεις του παρελθόντος και η τέχνη τους, όπως και τα τραγούδια τους είναι κληρονομιά των πατέρων τους. Ένας καλός αοιδός μπορούσε να ψάλλει μεγαλόφωνα και με ρυθμό τα τραγούδια που είχαν μέχρι την εποχή του συντεθεί. Στην καλύτερη περίπτωση μπορούσε να τα ερμηνεύσει με το δικό του προσωπικό ύφος. Ένας προικισμένος όμως αοιδός, μπορούσε να πλουτίσει την επική παράδοση με νέα θεόπνευστα έργα σφραγισμένα με το δικό του χάρισμα.


[1] Οδ. χ 346 «…ὅς τε θεοῖσι καὶ ἀνθρώποισι ἀείδω».

[2] Οδ. α, 153-154 «κῆρυξ δ’ ἐν χερσὶν κίθαριν περικαλλέα θῆκεν

Φημίῶ, ὅς ρ’ ἤειδε παρά μνηστῆρσιν ἀνάγκῃ»

[3] Οδ. γ στ. 265-271.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s