Οι Θήτες

Θήτης. Η λέξη ευρίσκεται στον Όμηρο. Και τι δεν βρίσκεται στον Όμηρο! Όλη η Ελλάδα.

Θής, θητός, πιο πιθανή ετυμολογία από το τίθημι, τίθεμαι=θέτω, θέτω τον εαυτό μου στη δούλεψη, στην  υπηρεσία κάποιου.

Θής=ο χωρικός, ο εργάτης της γης, ο δουλοπάροικος. Στην αρχαία Αθήνα υπήρχε η τάξη των θητών, ήταν η τέταρτη και τελευταία κοινωνική τάξη, η εσχάτη των πολιτών με το μικρότερο ως ανύπαρκτο εισόδημα. Υπήρχε και το θυληκό Θήσσα ή θήττα, η εργάτρια κόρη, η εργαζόμενη επί μισθώ. Άλλα παράγωγα της λέξης: θητεύω=δουλεύω επί μισθώ,   θητεία=η μισθωτή υπηρεσία. Εξού και η στρατιωτική θητεία, αυτό τα λέει όλα.

        Όσο η ζωή είναι ωραία για βασιλείς και αριστοκράτες, άλλο τόσο είναι σκληρή για τους φτωχούς και άπορους. Και δεν εννοούμε μόνο τους δούλους. Εννοούμε στη συγκεκριμένη περίπτωση τους ελεύθερους και πένητες. Γιατί τελικά ο άνθρωπος έχει τόση ελευθερία, όση του επιτρέπουν οι οικονομικές τους δυνάμεις. Όσοι από τους φτωχούς κατόρθωσαν να εκχερσώσουν ένα κομμάτι γης με τον ιδρώτα τους, ανήκουν στους ελεύθερους μικροκαλλιεργητές και απολαμβάνουν μια φτωχή και σε ένα βαθμό ανεξάρτητη ζωή. Μερικοί από αυτούς, αν το χωράφι τους αποφέρει καρπούς, είναι περισσότερο τυχεροί και απολαμβάνουν μια καλύτερη ζωή. Όσοι όμως δεν κατόρθωσαν κάτι τέτοιο ή το πέτυχαν αρχικά, αλλά στη συνέχεια απέτυχαν να το διατηρήσουν, περιέπεσαν στην τάξη των ακτημόνων, οι οποίοι για να επιβιώσουν έπρεπε να μισθώσουν τη δύναμή τους στα χωράφια των πλουσίων. Αυτοί είναι οι θήτες. Είναι το πλήθος των ανθρώπων που δεν έχουν ούτε γη, ούτε επαγγελματική ειδίκευση. Πολλές φορές ούτε πατρίδα και συγγενείς.  Αυτοί ζουν όπως μπορούν.

Στην ομηρική εποχή ο όρος θήτης σήμαινε τον πολίτη εκείνο που είχε χάσει τη γη του και κατά συνέπεια κάθε δεσμό με το γένος και την κοινότητα. Και στον Ησίοδο ο ίδιος όρος αναφέρεται για τον εργαζόμενο ακτήμονα τον εξαρτημένο από τον γαιοκτήμονα -αριστοκράτη. Οι θήτες λοιπόν δεν είναι δούλοι, δηλαδή άνθρωποι που πε­ριέπεσαν στη σκλαβιά μετά από αιχμαλωσία είτε σε πόλε­μο είτε σε πειρατική επιδρομή. Είναι ελεύθεροι πολίτες, καλλιεργητές, στη δούλεψη αυτών που κατέχουν τη γη. Το ότι όμως είναι ακτήμονες, αυτό ακριβώς καθορίζει και τη μοίρα τους μέσα στην κοινότητα που ζουν. Για να επι­βιώσουν αναγκάζονται να εκμισθώνουν τη σωματική τους δύναμη. Είναι το μόνο δικό τους που διαθέτουν, αν το έχουν. Και είναι εκτεθειμένοι μόνιμα στη διάκριση και την εκμετάλλευση των ιδιοκτητών της γης.

Στην Οδύσσεια γίνεται ολοφάνερο τι είδους κόσμος ζητούσε μια τέτοια εποχιακή δουλειά. Φυγάδες, ανέστιοι, πένητες, αλλά κυρίως ένας μεγάλος αριθμός ακτημόνων. Τέτοιοι άνθρωποι καλούνται ακόμη και μετανάστες, όπως τουλάχιστον παραπονείται ο Αχιλλέας,  όταν κατηγορεί τον Αγαμέμνονα στο στρατόπεδο των Αχαιών ότι ο Αρχιστράτηγος αντιμετώπισε το γιο της Θέτιδας σαν ένα περιφρονημένο μετανάστη.

Οι θήτες χρησιμοποιούνταν μόνο στη γεωργία εποχιακά. Έτσι  συμβουλεύει ο Ησίοδος τους γεωργούς: να προσλαμβάνουν θήτες για το θερισμό και μόλις τελειώσει η περίοδος του θερισμού να τους διώχνουν έξω από το σπίτι. Στοιχίζουν λιγότερο.

Μια εικόνα για τη μοίρα των θητών έχουμε από τη ραψωδία Φ της Ιλιάδας. Εκεί ο Ποσειδώνας υπενθυμίζει στον Απόλλωνα, ότι κάποτε οι δυο τους τιμωρήθηκαν από το Δία να δουλέψουν στον περήφανο Λαομέδοντα.  Ο Ποσειδώνας έχτισε για τους Τρώες το αδάμαστο τείχος και ο Απόλλωνας έβοσκε τα βόδια τους. Όταν όμως πέρασε ο χρόνος και ήρθε η ώρα της πληρωμής, ο Λαομέδο­ντας τους κράτησε όλο το μισθό τους και τους έδιωξε απειλώντας τους ότι θα τους έδενε τα πόδια και τα χέρια και θα τους πουλούσε σαν δού­λους. Και τελειώνει ο Ποσειδώνας με καημό:

“Κι εμείς του γυρισμού τραβούσαμε το δρόμο θυμωμένοι

για το μιστό που δε μας πλέρωσε κι ας μας τον είχε τάξει”.

Η τάξη των θητών ως η πιο περιφρονημένη και σχεδόν εξωπαραγωγική μερίδα της ομηρικής κοινωνίας, οι θήτες εκτεθειμένοι στην αδικία των ισχυ­ρών και σπρωχμένοι από την ανάγκη της επιβίωσης στην αναδουλειά κατέφευγαν στην επαιτεία και, γιατί όχι, στην κλοπή.

Βέβαια οι έχοντες, καθώς και οι εξασφαλισμένοι υποστήριζαν ότι η τεμπελιά ήταν που έσπρωχνε τους θήτες στη ζητιανιά και όχι η ανέχεια. Συγκεκριμένα στη ραψωδία ρ της Οδύσσειας ο γιδοβο­σκός Μελάνθιος πρότεινε στον Οδυσσέα, που τον πίστευε πως ήταν θήτης-ζητιάνος και για αυτό κατώτερός του, να τον πάρει δούλο στα γίδια του. Και δεν παρέλειψε να τον κατηγορήσει ως   τεμπέλη, που προτιμά να ζητιανεύει παρά να δουλεύει.

“Μα τώρα που κακόμαθε, πού πια δουλειά να πιάσει

μον’ θα τ’ αρέσει στο χωριό να τρέχει ζαρωμένος,

να βόσκει με τη ζητιανιά την άπατη κοιλιά του”.

Στην Οδύσσεια ο ποιητής μας δίνει δύο χαρακτηρι­στικές φιγούρες ζητιάνων. Ο ένας ήταν ο ‘Ιρος

“ Τον είπε Αρναίο η μάννα του από γεννησιμιό του

μα τα παιδιά μες το χωριό τονε φωνάζαν ‘Ιρο

γιατί έτρεχε όπου του ‘λεγαν μηνύματα να φέρει”.

Ο ίδιος ο ποιητής στο έπος υποστηρίζει ότι στη λαιμαργία άλλος δεύτερος δεν ήταν.

Άλλη εικόνα ζητιάνου είναι ο ίδιος ο Οδυσ­σέας. Η Αθηνά, σαν την καλή νεράιδα του παραμυθιού, για να συναντήσει τους δικούς του μεταμόρφωσε το βασιλιά της Ιθάκης σε γέρο επαίτη, με θαμπά μάτια και χλαμύδα γεμάτη τρύπες, λιγδερή και μαυροκαπνισμένη. Του ‘ριξε μια μαδημένη προβιά από ελάφι πάνω από τη χλαμύδα και του κρέμασε στον ώμο ένα παλιό τρύπιο ψωμοσάκκουλο, πού ‘χε στις άκρες σχοινί στριμμένο για να κρέμεται. Κι ακόμη στο χέρι του ‘δωσε ραβδί για να στηρίζεται στις μακρινές πεζοπορίες.

Μόνιμα πεινασμένοι και παραπεταμένοι γύριζαν στ’ αρχοντόσπιτα καρτερώντας λίγο φαΐ. Δεν ήταν βέβαια καθόλου ευπρόσδεκτοι αλλά ανεκτοί από ανάγκη. Να τι λέει ένας νέος προς τον Αντίνοο, που χτύπησε τον Οδυσσέα ως  ζητιάνο στο αρχοντικό του.

“Καλό δεν ήταν το φτωχό ζητιάνο να χτυπήσεις.

Γιατί μπορεί κάποιος θεός απ ‘ τους ουράνιους να ναι”.

Θήτες και ζητιάνοι μ’ αυτή την κακοτυχία δεμένοι, όπου και να πήγαιναν συναντούσαν την ταπείνωση και την καταφρόνια. Τους περιφρονούσαν και τους κακομεταχειρίζονταν κι αυτοί ακόμη οι δούλοι, οι οποίοι συγκριτικά μ’ αυτούς τους ζήτουλες ένιωθαν σε πιο πλεονεκτική θέση. Η Μελανθώ, η δούλα της Πηνελόπης, λέει προς το ζη­τιάνο – Οδυσσέα με τον αέρα της νοικοκυράς.

“Εδώ όλη νύχτα θα χουμε κι απόψε τον μπελά σου

στο σπίτι να στριφογυρνάς να λαχταράς τις δούλες;

Φεύγα απ’ την πόρτα, αδιάντροπε, κι ότι έφαγες σου

φτάνει

να μη της φας με το δαυλί, κι όξω το δρόμο πιάσεις”.

Στα σκληρά λόγια της Μελανθώς θα απαντήσει με παράπονο ο Οδυσσέας

“Γιατί καημένη μ’  άπονη καρδιά μαζί μου τάχεις;

Μήπως γιατί είμαι αδύνατος και κακοφορεμένος,

και ζητιανεύω στο χωριό; Έτσι με σπρώχνει η ανάγκη.

Τέτοιοι είναι οι άμοιροι φτωχοί και παραπεταμένοι”.

Αυτή ήταν η ζωή των θητών τους χρόνους εκείνους και για πολλά ακόμη χρόνια αργότερα, μέχρι που ο Σόλωνας πρώτος έλαβε πρόνοια να καλυτερέψει κάπως η κατάστα­σή τους, χωρίς να τους δώσει όμως πολιτικά δι­καιώματα. Καλύτερες μέρες οι θήτες γνώρισαν στα χρόνια του Θεμιστοκλή, του Περικλή, του Κλέωνα. Η τύχη τους δέθηκε με το ναυτικό και την Αθηναϊκή δημοκρατία. Αυτά τα δύο ευνοούσαν το ένα το άλλο και τα δύο μαζί τους θήτες, που αποζητούσαν διέξοδο στο οικονομικό τους αδιέξοδο σαν ερέτες στα αθηναϊκά πλοία. Αλλά μέχρι να φτάσουν τα πράγματα και να εξελιχθούν έτσι, οι θήτες πέρασαν πραγματικά δύσκολες εποχές κι η κοινωνική τους θέση φαίνεται περιθωριοποιημένη. Ο ζητιάνος θεωρείται παρασιτικό μέλος της κοινωνίας και άξιος περιφρόνησης.

Ένας από τους μνηστήρες του θρόνου της Ιθάκης, ο Ευρύμαχος, θα προτείνει στον βασιλιά Οδυσσέα να τον πάρει στη δούλεψή του.

“ Δέχεσαι ξένε, αν σ ‘ έπαιρνα στη δούλεψή μου νάρθεις,

σ ‘ ένα μου κτήμα απόμακρο καλό μισθό να παίρνεις,

κλαδιά να κόβεις για φραγμό και δέντρα να φυτεύεις;

Πλήθιο θα σούδινα ψωμί και ρούχα να φορέσεις

κι ένα ζευγάρι θάβαζες στα πόδια σου τσαρούχια”.

Μετά απ’ όσα είπαμε σχετικά με τη χαμηλή κοινωνική θέση των θητών, αντιλαμβανόμαστε πόσο ταπεινωτική είναι για τον Οδυσσέα η πρόταση του Ευρύμαχου. Θυμίζουμε την τύχη του Απόλλωνα και του Ποσειδώνα στην  Τροία, όπου η μοίρα τους ήταν χειρότερη κι απ’ αυτή των δούλων. Οι δούλοι, ως μέρος της περιουσίας είχαν μόνιμη στέγη πάνω απ’ το κεφάλι τους. Υπήρχαν άνθρω­ποι που τους νοιάζονταν, τους συμβούλευαν, τους καθοδη­γούσαν. Και γενικά είχαν την αίσθηση ότι ανήκαν κάπου. Σε αντίθεση με τους θήτες, οι οποίοι ήταν πολλές φορές απάτριδες, ακτήμονες οπωσδήποτε και άστεγοι. Χωρίς οικογένεια, χωρίς αν­θρώπους να τους σκέπτονται, περιφέρονταν μετέωροι και ανασφα­λείς, “ξεινοι” όπως τους αποκαλεί ο χοιροβοσκός Εύμαιος, ακόμη και στην ίδια τους την πατρίδα, εκτεθειμένος στη βία και στην αδικία.

 

Ποιοι παράγοντες καθόρισαν τη μοίρα αυτών των ανθρώπων; Ο Όμηρος μας αφήνει να σκεφτούμε. Έτσι μπορούμε να θεωρήσουμε υπεύθυνες δύο βασικές αιτίες. Τον πόλεμο, που απογυμνώνει κάθε ηττη­μένο που θα επιζήσει από πατρίδα, γη, οικογένεια από τη μια, και την άνοδο της τάξης των ευγενών που σταδιακά συγκέ­ντρωσαν στα χέρια τους τη γη, αποστερώντας την από διάφορους μικροϊδιοκτήτες, από την άλλη. Στην τάξη των θητών επίσης ξέπεφταν σε ξένη γη όσοι παρέβαιναν τους νόμους του γένους και διώχνονταν από τη φυλή.

 

Στη μόνη περίπτωση που η ζωή του θήτη μπορεί να έχει κάποια αξία είναι συγκρινόμενη με τον θάνατο. Ο Οδυσσέας στη λ ραψωδία επισκέπτεται τον Κάτω Κόσμο. Εκεί στον ‘Αδη συναντιέται και με την ψυχή του νεκρού Αχιλλέα. Ο βασιλιάς της Iθάκης καλοτυχίζει το γιο της Θέτιδας που κι όταν ζούσε σαν θεό τον τιμούσαν οι Αργίτες και νεκρός τώρα στους νεκρούς μεγάλη δύναμη έχει. Κι έρχεται γεμάτη πίκρα η απάντηση του βασιλιά των Μυρμιδόνων, για να μας προσγειώσει .

“Δυσσέα για το θάνατο μη με παρηγορήσεις.

Θάθελα νάμαι χωρικός και να ξενοδουλεύω

σε αφέντη δίχως χτήματα, πούναι το βιος του λίγο,

παρά να βασιλεύω εδώ στους πεθαμένους όλους.

Μόνο σ’ αυτό το πλαίσιο η μοίρα του θήτη μπορεί να είναι ανεκτή. Μόνο συγκρινόμενος με ένα νεκρό ο θήτης έχει κάποια αξία.

Ο Πλάτωνας ορίζει (Πολιτεία Β, 371) ως εξής τη θέση των θητών: οι μισθωτοί είναι αυτοί που πωλούν τη χρήση της σωματικής τους δύναμης και ονομάζουν μισθό την τιμή που εισπράττουν. Ενώ η Κλ. Μοσσέ υποστηρίζει ότι «εκείνο που πουλάνε με αντπάλλαγμα ένα μισθό, δεν είναι η εργασία τους, έννοια αφηρημένη που μπορεί να πάρει αξία μόνο μέσα σε ένα σύστημα, όπου δεσπόζει το εμπόρευμα, αλλά το σώμα τους ή μάλλον τη φυσική δύναμη που αυτό αντιπροσωπεύει. Με άλλα λόγια,είναι ελεύθεροι, πουλάνε ένα μέρος του εαυτού τους, μπαίνοντας έτσι σε εκείνη τη θέση εξάρτησης που δημιουργεί η σχέση υπηρεσίας».

Αυτό, για να εκτιμήσουμε καλύτερα τις πολιτικοκοινωνικές κατατάσεις της εποχής μας μετά την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου. Θήτες θα καταντήσουμε κι εμείς και τα παιδιά μας και τα τα εγγόνια μας.  Θήτες της περιουσίας μας στην ίδια μας την πατρίδα.

Αλλά, βλέπετε, ο κ Λοβέρδος και ίσως και κάποιοι άλλοι βολευτές γνώριζαν το Γουδί και την ανεπαρκή επανάσταση του

1909. Μια αστική επανάσταση, με αδύναμα επιειρήματα και αιτήματα κοινωνικά, ιδίως αυτά που αφορούσαν στη λαϊκή τάξη. Τι σημαίνει όμως θήτης και τι θητεύω δεν το γνώριζαν ούτε το γνωρίζουν καθόλου. Αλλά τι λέω, αφού πολλοί από αυτούς, ακόμη και ως στρατιώτες, δεν έκαναν ούτε τη στρατιωτική τους θητεία.
Advertisements

2 Σχόλια

  1. Θαυμάσιο!!!!

    Απάντηση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s