Για την αθανασία

Δεν πρόκειται βέβαια για την «αγία» του Αιγάλεω. Πρόκειται για τον κρυφό πόθο του κάθε ανθρώπου, να μείνει αθάνατος. Να μην πεθάνει ποτέ.

Ο άνθρωπος δεν γνωρίζει τι γίνεται μετά, τι υπάρχει μετά τη ζωή. Κανείς ποτέ δεν γύρισε από εκεί για να τον πληροφρήσει.

Το βέβαιο είναι πως  ο καθένας από εμάς φοβάται το θάνατο. Το άγνωστο πάντα γεννά φόβους και μάλιστα τ0υς  χειρότερους. Γιατί οι φόβοι του θανάτου είναι απρόσωποι με επικίνδυνη εξέλιξη. Κατά συνέπεια, αιώνες τώρα με διάφορες ιστορικές, φιλοσοφικές, θρησκευτικές θεωρίες προσπαθεί ο θνητός να δώσει απαντήσεις στο μυστήριο του θανάτου, απαντήσεις της παρηγοριάς.

Η επιθυμία λοιπόν της αιώνιας ζωής τον κρυφοκαίει και τον ωθεί σε ευχές με κεντρική την ιδέα της υγείας και της μακρόχρονης ζωής. Ο φόβος του θανάτου είναι τόσο βαθειά ριζωμένος μέσα στον καθένα, ώστε να τον συγκρατεί από κακές και βλαβερές ενέργειες εις βάρος των άλλων ανθρώπων. Δεν ευπάρχει φάρμακο εναντίον του φόβου του θανάτου, εκτός από ένα. Αυτό είναι η αγάπη. Μόνο όποιος αγαπά πραγματικά, δεν φοβάται το θάνατο ή τουλάχιστον δεν αφήνει το φόβο του θανάτου να κατακυριεύσει τη ζωή του. Ίαμα της ανθρώπινης ψυχής είναι μόνο η αγάπη.

Ιστορικά: Ο Γκιλγκαμές, ήρωας των Σουμμερίων, φιλοδόξησε για τη ζωή του την αθανασία. Γιατί οι θεοί του (όχι ο Θεός) να είναι αθάνατοι και όχι αυτός; Για το σκοπό αυτό ξεκίνησε ένα δύσκολο, επίμονο και επίπονο ταξίδι, να φτάσει στην  πηγή της αθανασίας, από τα νερά της οποίας, όποιος έπινε νερό, γινόταν αθάνατος. Το ταξίδι του Γκιλγκαμές παρουσιάζει πολύ ενδιαφέρον και αξίζει να το διαβάσει κανείς. Είναι γεμάτο περιπέτειες και γνώσεις. Η αθανασία όμως δεν κατακτιέται.

Στο ταξίδι του ο Μέγας Αλέξανδρος, κατά μία εκδοχή, αναζήτησε με τη σειρά του την πηγή της αιώνιας ζωής, για να πιει από το νερό της και να μείνει αιώνια αθάνατος. Λένε μάλιστα πως έφτασε ως την πηγή, πήρε το αθάνατο νερό σε ένα μικρό δοχείο. Δεν το ήπιε όμως επί τόπου, λες και η μοίρα δεν το ήθελε κάτι τέτοιο. Ήθελε να γυρίσει στην πατρίδα του, να λουστεί, να φύγει από πάνω του η σκόνη του μακρινού δρόμου και ενδεδυμένος με την αυτοκρατορική ένδυση να πιει το αθάνατο νερό και να γίνει και ο ίδιος αθάνατος. Να γίνουν όλα κατά πώς ταιριάζει σε έναν επί γης θεό. Αλλά, για να μη μακρυγορούμε, στο παλάτι του και κατά την ώρα που οι υπηρέτες τον έλουζαν, γύρισε ξαφνικά η αδελφή του η Θεσσαλονίκη, είδε το δοχείο με το αθάνατο νερό και διψασμένη καθώς ήταν το άρπαξε και το ήπιε. Όταν αργότερα έμαθε την αλήθεια και επειδή ήταν αργά να αλλάξει κάτι, έπεσε στη θάλασσα να πνιγεί. Δεν πνίγηκε όμως. Οι θεοί τη λυπήθηκαν και τη μεταμόρφωσαν σε Γοργόνα. Εκείνη όμως πικραμένη για ό,τι έγινε γυρίζει στη θάλασσα και ρωτά τους ναυτικούς αν ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος. Αλίμονο σε όποιον της πει ότι δεν ζει. Τον περιμένει ο θάνατος.

Όποιος όμως πει πως πέθανε ο βασιλιάς Αλέξανδρος ούτως ή άλλως είναι λάθος. Οι σπουδαίοι άνθρωποι δεν πεθαίνουν ποτέ. Ζουν μέσα από το έργο τους. Θυμηθείτε μερικούς: Πλάτων, Αριστοτέλης, Σωκράτης, Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης, Αριστοφάνης και πάνω από όλους ο Όμηρος.

Στη μεσαιωνική περίοδο ο Διγενής Ακρίτας. Την αθανασία διεκδικούσε κι αυτός. Πίστευε ότι του άξιζε. Το μεγαλείο και η δόξα του από τις νίκες του εναντίον των Αράβων και πλήθος άλλων κατακτητών και επιδρομέων, που εποφθαλμιούσαν τη Βασιλεύουσα τον είχαν ήδη κάνει αθάνατο στη συνείδηση των ανθρώπων. Όμως αυτός αναζητούσε την αιώνια ζωή. Γι αυτό όταν ήρθε η ώρα να πεθάνει, δεν παραδόθηκε στο χάρο άνευ όρων. Έδωσε σκληρή μάχη εναντίον του στα μαρμαρένια αλώνια. Με πείσμα και τρομερή αντρειοσύνη διεκδίκησε την αιώνια ζωή. Αλλά όπως συνέβη με τον Γκιλγκαμές ή τον Μεγαλέξανδρο δεν το κατάφερε. Γι άλλη μια φορά ο θάνατος νίκησε, γιατί οι θεοί δεν ήθελαν την αθανασία για τον άνθρωπο. Ήθελαν να τον κρατούν στο χέρι και να τον ελέγχουν πάντα μέσα από το φόβο του θανάτου.

Πριν κλείσω το άρθρο θα καταθέσω μια απορία και παρακακλώ για την απάντηση.

Ο Οδυσσέας στα περιπετειώδη ταξίδια του έφτασε και στο νησί της Καλυψώς, όπου η νύμφη τον κράτησε κοντά της για επτά χρόνια. Όταν όμως ήρθε η ώρα και οι Έλληνες θεοί την πρόσταξαν να τον αφήσει να γυρίσει στην Ιθάκη του, εκείνη ως μόνο μέσο που βρήκε για να μη φύγει από κοντά της ο Οδυσσέας και να ξεπεράσει τους θεούς ήταν να του προσφέρει την αθανασία. Του ζήτησε δηλαδή να μείνει κοντά της  και σε αντάλλαγμα θα του χάριζε την αιώνια ζωή. Ποιος θα έλεγε όχι σε μια τέτοια πρόταση; Ο Οδυσσέας το είπε. Αρνήθηκε την αθανασία, δώρο που του το πρόδφεραν στο πιάτο.

Σιγά μη πιστέψουμε τώρα πως η νοσταλγία της πατρίδας ή της Πηνελόπης ή έστω της περιουσίας του τον έσπρωξε να αρνηθεί μια τόσο δελεαστική πρόταση, τον Οδυσσέα, ένα θνητό, τον οποίο, όπως και όλους εμάς, ο θάνατος τον περιμένει στη γωνία.

Τι ακριβώς συμβαίνει; Περιμένω απάντηση

Advertisements

One response to this post.

  1. ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΥΠΕΡΒΟΛΗ .ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΞΕΙ ΤΗΝ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΕΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΓΙΑΤΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΟΥΤΕ ΚΙ ΕΓΩ ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΩ

    Απάντηση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s