Πολυτεχνική Εκπαίδευση ΙΙ.

Η πολυτεχνική εκπαίδευση προτάθηκε από τους σοσιαλιστές παιδαγωγούς, αποτελεί το καινούριο στοιχείο του 12χρονου σχολείου και αποτελεί την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στην παιδαγωγική της νέας αγωγής και τη μαρξιστική παιδαγωγική. Στηρίζεται στο παιδαγωγικό αίτημα των Μαρξ και Ένγκελς για το σχηματισμό ανθρώπου με γερή θεωρητική μόρφωση και άριστη τεχνική κατάρτιση.
Ο Μαρξ εισήγαγε στην εκπαίδευση την πολυτεχνική μόρφωση ως μέθοδο για την αύξηση της κοινωνικής παραγωγής και ως την μοναδική διέξοδο για τη δημιουργία ανθρώπων ολόπλευρα αναπτυγμένων. Οδηγήθηκε εκεί από την ανάπτυξη της βιομηχανίας και τις εξελίξεις της παραγωγής, οι οποίες ζητούσαν εργαζόμενο άρτια καταρτισμένο, που να ανταποκρίνεται σε μεγάλο βαθμό στις ανάγκες μιας πολύμορφα ανεπτυγμένης βαριάς βιομηχανίας. Το αίτημα της ανάπτυξης και ευαισθητοποίησης όλων των ψυχοπνευματικών ιδιοτήτων του εργάτη επέβαλε την εφαρμογή της πολυτεχνικής μόρφωσης στο σχολείο, γιατί μόνο η λειτουργία αυτή μπορούσε να δώσει στην κοινωνία τους κατάλληλους εργάτες για την παραγωγή και ακόμα να γίνει αντιστάθμισμα στην εξειδίκευση του εργαζόμενου, που επικρατεί στην αστική μορφή της παραγωγής και δημιουργεί το «μονοδιάστατο» άνθρωπο.
Η μαρξιστική-Λενινιστική αντίληψη υποστήριξε ότι η εκδημοκρατικοποίηση στην ανάπτυξη της οικονομίας θα προκύψει από την άνοδο της βιομηχανικής παραγωγής στη βάση της επιστήμης και της τεχνολογίας. Ανάλογη πεποίθηση αναπτύχθηκε και στην Ελλάδα των μεταπολεμικών χρόνων από τους σοσιαλιστές, ότι δηλαδή στον εκδημοκρατισμό της ελληνικής κοινωνίας θα συμβάλει πολύ η ανάπτυξη της βιομηχανίας, η οποία θα επιφέρει την οικονομική και την πνευματική άνοδο στη Χώρα. Το εγχείρημα συνεπώς επέβαλε σύνδεση του σχολείου με την οικονομική παραγωγή και εργαζόμενους, που να κατέχουν τις επιστημονικές γνώσεις όλων των κλάδων της παραγωγής. Γι αυτό το λόγο στο σχολείο η εκπαίδευση όφειλε κατά κύριο λόγο να είναι επιστημονικοτεχνική σε επίπεδο ουσιαστικών στοιχειακών γνώσεων στη βάση της ένωσης της θεωρίας με την πράξη. Τα κατώτερα, μεσαία και ανώτερα στελέχη εργαζομένων, που θα συνέβαλαν με τις γνώσεις τους στην άνοδο της ελληνικής βιομηχανίας και θα στήριζαν την ελληνική παραγωγή, όφειλαν να γνωρίζουν βασικά στοιχεία της επιστήμης και της τεχνικής και να έχουν δυνατότητες μετάβασης από ένα κύκλο τεχνικής εργασίας σε άλλο. Να αντιλαμβάνονται αμέσως το χαρακτήρα της νέας δουλειάς και να προσαρμόζονται εύκολα στη χρήση και τη λειτουργία των νέων τεχνικών και των εργαλείων τους.
Το βαθύτερο νόημα της πολυτεχνικής εκπαίδευσης είναι ότι η γενική εγκυκλοπαιδική μόρφωση, παράλληλα με τις άλλες γνώσεις, πρέπει να εφοδιάζει τον μαθητή και με κατάλληλο γνωστικό υλικό, που να τον ωφελεί όχι μόνο διανοητικά αλλά και πρακτικά και να τον μεταβάλει σε συνειδητό και δημιουργικό εργάτη της παραγωγής. Είναι, με τα λόγια τα δικά μας, η πολυτεχνική εκπαίδευση μία εκπαιδευτική λειτουργία γενικής παιδευτικής αντίληψης, που άπτεται όλων των μαθημάτων στο 12χρονο σχολείο. Πυρήνα της έχει τον «πολυτεχνισμό», ο οποίος δεν είναι μάθημα, αλλά μάθηση – «γέφυρα» της θεωρητικής με την πρακτική κατάρτιση για κάθε μάθημα θεωρητικής και πρακτικής κατεύθυνσης. Τα κύρια χαρακτηριστικά της, με τα λόγια της Ιμβριώτη, είναι: ένωση διδασκαλίας και παραγωγικής εργασίας• σύνδεση θεωρίας και πρακτικής• σκέψης και πράξης• πνευματικής εργασίας και εργασίας του χεριού.
Ο Πολυτεχνισμός μέσα από τη σύνδεση της διδασκαλίας των διαφόρων κλάδων της επιστήμης με την τεχνική, τοποθετεί τη γεωργία και τη βιομηχανία στη θέση που τους αναλογεί στην οικονομία της χώρας. Ακόμη διευκολύνει τους νέους να διαλέξουν ελεύθερα και αβίαστα την εργασία που επιθυμούν, τους παρέχει δυνατότητες εύκολης προσαρμογής, τους επιτρέπει, αν χρειαστεί, να αλλάξουν επάγγελμα. Αυτή η ανάγκη, όπως είναι φυσικό, επαναπροσδιορίζει την επιστήμη και την τοποθετεί στις πραγματικές κοινωνικές της διαστάσεις στη βάση της μελέτης των αρχών της σύγχρονης παραγωγής στο σύνολό της. Ανάλογα ανασυντάσσει και τα προγράμματα του σχολείου, να διαμορφωθούν έτσι, ώστε οι επιστημονικές γνώσεις να συνδεθούν με τη ζωή και να επαληθευτούν στην πράξη.

Ενδεικτική βιβλιογραφία
1. N. A. Konstantinov-E.N. Mendinsky-M.Φ. Sabaeva, Istoria Pedagogiki, Moska, εκδ.Prosvechenie 1974.
2. Maurice Debesse- Gaston Mialaret, Οι Παιδαγωγικές Επιστήμες, (μτφρ. Αντιγόνης Τζώρτζη), Τ. 3, «Δίπτυχο», Αθήνα 1984.
3. Μ. Παπαμαύρος, Σύστημα Νέας Παιδαγωγικής, Αθήνα 1961.
4. Α. Κ. Δανασσής-Αφεντάκης, Η εξέλιξη της Παιδαγωγικής και Διδακτικής Σκέψης, (17ος – 20ος αι.), Αθήνα 19923.
5. Φρ. ΄Ενγκελς, Αντι-Ντύρινγκ, μετ. Τ. Στεργίου, εκδ. Αναγνωστίδη, Αθήνα 1963.
6. K. Marx και F. Engels, «Διαλεκτά έργα», τ. ΙΙ, Γνώση, Αθήνα χ.χ.
7. Ρ. Ιμβριώτη, Ανθρωπιστική παιδεία, Γενική και Πολυτεχνική Μόρφωση, Αθήνα 1955.
8. Χρύσα Χρονοπούλου, Η παιδαγωγική και εκπαιδευτική δράση της Ρόζας Ιμβριώτη, Διδακτορική Διατριβή, Αθήνα 2002.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s