Η πειρατεία πηγή πλούτου στα ομηρικά έπη

Η πρώτη πηγή άντλησης δούλων ήταν η αιχμαλωσία. Οι νικητές εισβολείς πολεμιστές σκότωναν τους ηττημένους άνδρες και έσερναν στην αιχμαλωσία τις γυναίκες και τα παιδιά, που μπορούσαν να χειραγωγήσουν εύκολα. Η ενέργεια εθεωρείτο πολεμική αρετή και ευκαιρία για καύχημα. Το εθνικό δίκαιο των Ελλήνων άλλωστε όριζε ότι όλοι οι βάρβαροι αιχμάλωτοι γίνονταν δούλο .
Άλλες πηγές δούλων ήσαν η αρπαγή, η αγορά αιχμαλώτων από πλανόδιους δουλεμπόρους – απαγωγείς, η φυσική αναπαραγωγή, μετά την άδεια του αφέντη-άρχοντα.
Δούλοι ακόμα αποτελούσαν μέρος της προίκας της νύφης. Ο άρχοντας μπορούσε επίσης να τους προσφέρει και ως δώρο. Όσο η οικονομία εξελισσόταν και οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις εμβάθυναν, οι ευκαιρίες για αύξηση του δουλικού προσωπικού πολλαπλασιάζονταν. Φτωχοί Έλληνες από ανέχεια υποχρεώνονταν ή να πουλάνε τα παιδιά τους ως δούλους ή οι ίδιοι να ανταλλάσσουν την ελευθερία τους με τη δουλεία, για να επιβιώσουν, μετά από αδυναμία εκπλήρωσης των οικονομικών τους υποχρεώσεων. Στη δουλεία ακόμη κατέληγαν ελεύθεροι μετά από εμπλοκή τους σε βιαιοπραγίες ή εγκλήματα.
Θα σταθούμε λίγο περισσότερο στην πειρατεία, φαινόμενο που έλαβε τεράστιες διαστάσεις με το χρόνο και απέβη πηγή χρυσοφόρα, που τροφοδοτούσε τους οίκους με δούλους και τους δουλεμπόρους με χρήμα. Αποτελούσε κατ’ εξοχήν ασχολία των ηρώων, γιατί η επιτυχία στις πειρατικές επιχειρήσεις ήταν έκφραση των σωματικών και πνευματικών προτερημάτων του ομηρικού ήρωα. Η πειρατεία συνδεόταν άμεσα με το εμπόριο, γιατί προμήθευε τα δουλοπάζαρα με σκλάβους και οι ρίζες της φτάνουν ως τη βαθιά αρχαιότητα . Οι πειρατές άρπαζαν και ελεύθερους και δούλους με σκοπό να τους εμπορευτούν. Μια επιτυχημένη πειρατική επιδρομή αποτελούσε ευκαιρία για καύχημα των πρωταγωνιστών της. Η ανδραγαθία αυτή δεν άφησε ανεπηρέαστη ούτε την ποίηση. Ένα πολύ παλιό τραγούδι, που η αρχαία παράδοση αποδίδει στον Υβρία τον Κρητικό, διασώζεται για να υμνήσει εκείνους που ζούσαν από την πειρατεία, που έκαναν επιδρομές, κυρίευαν τις πολιτείες, σκότωναν τους άντρες και έσερναν στα σκλαβοπάζαρα τις γυναίκες και τα παιδιά. Διασώζει ακόμη σαφέστατα την αντίληψη ότι αυτός που ηττάται στις μάχες είναι δειλός ή ανίκανος να χειρίζεται τα όπλα και γι αυτό του αξίζει η σκλαβιά .
Πλούτη έχω κοντάρι και σπαθί τρανό
Και για φύλαξή μου ασπίδα γερή.
Μ’ αυτό οργώνω, μ’ αυτό θερίζω και με τ’ άλλο
Μεσ’ τ’ αμπέλι το γλυκό κρασί πατώ.
Κι είμαι αφέντης της σκλαβολογιάς ατός μου
Κι όσοι γι άρματα δεν έχουν καρδιά, μυαλό,
Πέφτουν άψυχα κουφάρια ομπρός μου
Βασιλιά με κράζουν και με προσκυνούν.
Το φαινόμενο της πειρατείας έχει τα ίχνη της στο πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα, όπως πληροφορούμεθα από τα έπη του Ομήρου, στα οποία εμφανίζεται ως άθλημα. Το γεγονός βεβαιώνει και ο Θουκυδίδης, που είχε υπόψη του την αρχαία παράδοση. Γρήγορα η πειρατεία συνδέθηκε με το εμπόριο και διαδόθηκε σε πολλές πόλεις της Μεσογείου. Οι Μυκηναίοι άνακτες και βασιλείς κέρδιζαν τους θησαυρούς τους κυρίως με τον πόλεμο και την αρπαγή και λιγότερο με την παραγωγή και το εμπόριο .
Δεν είναι εύκολο να γνωρίζουμε την κοινωνική προέλευση των πειρατών. Θα μπορούσε κάλλιστα να βρίσκονται και εύποροι ανάμεσα στους πειρατές, όπως για παράδειγμα ο Οδυσσέας, ο οποίος δεν διστάζει να καυχηθεί στις παραπλανητικές ιστορίες του προς τον Εύμαιο για τη δράση του ως πειρατής, καμαρώνει που άσκησε το έργο του πειρατή εννέα φορές και εμφανίζει την πειρατεία ως νόμιμο μέσο πλουτισμού, σύμφωνα με τα ηθικά κριτήρια της εποχής. Όμως το πιθανότερο είναι η στροφή προς την πειρατεία αρχικά να συνδέεται με την ανάγκη εξεύρεσης πόρων για επιβίωση και στη συνέχεια με την ανάγκη της ικανοποίησης της απληστίας των ανθρώπων, που δεν έχει φραγμό.
Οι πειρατές άρπαζαν και ελεύθερους και δούλους. Αλλά ο δούλος άξιζε λιγότερο από έναν ελεύθερο. Η πώληση ή απελευθέρωση ενός ελεύθερου άφηνε μεγαλύτερα κέρδη. Ο λόγος για πώληση δούλων μας οδηγεί στην διατύπωση της άποψης ότι από την εποχή του Ομήρου ακόμη ανθούσε το δουλεμπόριο. Το δουλεμπόριο είναι άλλη μια πηγή πλουτισμού για τους «χρυσοθήρες» της εποχής. Οι πειρατές θα πρέπει να έπαιζαν επίσης το ρόλο του δουλέμπορα με μεγάλη επιτυχία και το επιτήδευμα θα πρέπει να απέδιδε σοβαρά κέρδη. Δεν γνωρίζουμε μόνο αν στην εποχή του Ομήρου υπήρχε τόπος, στον οποίο θα μπορούσε κανείς να πουλήσει ή να αγοράσει δούλους για τις ανάγκες του, όπως συνέβαινε στους κλασικούς χρόνους. Οι μαρτυρίες από τα έπη μιλάνε για γυρολόγους δουλεμπόρους, που πήγαιναν οι ίδιοι στα παλάτια των πλουσίων και παζάρευαν το εμπόρευμά τους. Στον ελληνικό χώρο, όπως παραδίδεται, το δουλεμπόριο ξεκίνησε από τη Χίο. Γρήγορα όμως εξαπλώθηκε και στην άλλη Ελλάδα. Χώρες όπως η Συρία, η Μικρά Ασία, η Φρυγία, η Λυκία, η Καρία, ο Πόντος, η Θράκη, η Δήλος, η Σάμος, το Βυζάντιο, η Αθήνα. επιδίδονταν σε σκληρό δουλεμπόριο.
Η κατώτερη τιμή δούλου στην κλασική αρχαιότητα ήταν μισή μνα και η ανώτερη έφτανε στις δέκα μνες. Η τιμή τριπλασιαζόταν αν υπήρχε προτίμηση για ορισμένες κατηγορίες δούλων, όπως στις ωραίες γυναίκες, τις αυλητρίδες, τους κιθαρωδούς, τους ειδικευμένους τεχνίτες και τους μορφωμένους, τους οποίους χρησιμοποιούσαν για γραμματείς και δασκάλους των παιδιών τους. Στα ομηρικά χρόνια όμως η αξία των δούλων μετρούσε με τον αριθμό των βοών. Ξεκινούσε για παράδειγμα από τέσσερα βόδια και έφτανε τα είκοσι, αν επρόκειτο για δούλο εκλεκτής γενιάς, από τον οποίο προσδοκούσαν πολλά οφέλη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s