Η Εκπαίδευση των εκπαιδευτικών

Σύμφωνα με το νόμο 1566 που αφορά στη «δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης» στους σκοπούς του σχολείου είναι να αναπτύξουν οι μαθητές «δημιουργική και κριτική σκέψη και συναντίληψη συλλογικής προσπάθειας και συνεργασίας, ώστε να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες και με την υπεύθυνη συμμετοχή τους να συντελούν αποφασιστικά στην πρόοδο του κοινωνικού συνόλου…». Το σχολείο συνεπώς οφείλει να προσφέρει στους μαθητές τις αναγκαίες γνώσεις και δεξιότητες για την αντιμετώπιση της μελλοντικής ζωής, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.
Για την υλοποίηση του βασικού σκοπού σχολείου προαπαιτούμενο είναι να συνδυαστούν τρεις παράγοντες:
α) Η διδακτέα ύλη,
β) Οι γενικοί και μερικοί σκοποί των διδασκομένων μαθημάτων και
γ) Η ευθύνη των εκπαιδευτικών.
Οι δύο πρώτοι παράγοντες δηλαδή η διδακτέα ύλη και οι γενικοί και μερικοί σκοποί των διδασκομένων μαθημάτων εξαρτώνται από το Αναλυτικό Πρόγραμμα ή Πρόγραμμα Σπουδών.
Ο τρίτος παράγοντας αφορά στην ευθύνη των εκπαιδευτικών.
Επειδή στο πρόσωπο του εκπαιδευτικού ενσαρκώνεται το σύστημα αξιών μιας κοινωνίας, ο δάσκαλος ως πολιτιστικός και ανθρωπιστικός φορέας, πρέπει να έχει συνείδηση της αποστολής του. Επομένως για να υπηρετήσει σωστά τον κοινωνικό του προορισμό απαιτείται πρώτιστα να κατέχει άριστα το γνωστικό του αντικείμενο. Στη συνέχεια να έχει καλλιεργήσει και τις εξής θεμελιώδεις αρχές: αυτοαντίληψη, καθολική θεώρηση του κόσμου, ανθρωπισμό και επαγγελματισμό. Οι αρχές αυτές αλληλοτροφοδοτούνται και συνάμα τροφοδοτούν τη διδακτική διαδικασία:
Η παιδαγωγική σχέση δεν θεωρείται μονοδιάστατη μεταβίβαση της γνώσης από το δάσκαλο στο μαθητή, αλλά διαπροσωπική επικοινωνία ερμηνείας και ταξινόμησης του κόσμου και του τρόπου σκέψης. Απαιτείται λοιπόν ο δάσκαλος ως προσωπικότητα και πρότυπο να διακρίνεται για την αδιάσπαστη ενότητα του λογικού και του συναισθήματος, προκειμένου να συμβάλλει επιτυχώς στη διαμόρφωση ενός νέου τελικού σκοπού της Αγωγής, που σημαίνει: να ξέρεις να είσαι και να μπορείς να είσαι. Αυτό εκλαμβάνεται ως ανθρωπιστική ανανέωση της Αγωγής και είναι μια διαδικασία συνεχούς μετασχηματισμού, που σηματοδοτεί το πέρασμα από μια κατάσταση σε μία άλλη περισσότερο επεξεργασμένη. Η μετάβαση αυτή, που μπορεί να μεταφραστεί σε προοδευτική εξέλιξη, πρέπει να προκαλείται και να συντηρείται από τα μορφωτικά ιδρύματα, τα οποία με βάση τις αλλαγές των κοινωνικών δομών θα μεριμνούν για τη διαρκή επιμόρφωση των παιδαγωγών, που αναλαμβάνουν το ρόλο τους σ’ αυτές τις εξελισσόμενες δομές και προσδιορίζουν τη μορφωτική σχέση. Επιβάλλεται λοιπόν η συνεχής ψυχοπαιδαγωγική και διδακτική ενημέρωση του εκπαιδευτικού, ώστε να βρίσκεται σε ετοιμότητα προσαρμογής στις αλλαγές της κοινωνίας.
Οι Προτάσεις μας λοιπόν αφορούν τόσο στη βασική κατάρτιση των εκπαιδευτικών, όσο και στην επιμόρφωσή τους. Προτείνουμε στη βασική κατάρτιση των μελλοντικών εκπαιδευτικών όλων των σχολών να υπάρχει ως υποχρεωτικό μάθημα η παιδαγωγική επιστήμη σε επίπεδο θεωρίας και να μετασχηματίζεται σε πράξη με μικροδιδασκαλίες. Τις μικροδιδασκαλίες αυτές τις θεωρούμε ως ένα πρώτο βάπτισμα στην σχολική πρακτική. Οι διδασκαλίες αυτού του τύπου, για να είναι αποτελεσματικές, πρέπει να συντονίζονται από έμπειρους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι να συνδυάζουν την επιστημονική γνώση με τις αρχές της ψυχοπαιδαγωγικής. Να πραγματοποιούνται σε εργαστήριο διδασκαλίας και μάθησης. Η ύπαρξη του εργαστηρίου θεωρείται σημαντική, γιατί παρέχει στον αδοκίμαστο υποψήφιο δάσκαλο το ασφαλές έδαφος για την πρακτική του άσκηση. Ο χώρος αυτός να διαθέτει σύστημα βιντεοσκόπησης, ώστε ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος βλέποντας την προσπάθειά του να αυτοαξιολογείται και να ανατροφοδοτείται. Κατά την άσκηση των διδασκαλιών αυτών ο φοιτητής βοηθείται στην προσπάθειά του από τους συμφοιτητές του, οι οποίοι για την καλύτερη διεξαγωγή του πειράματος εθελοντικά παίζουν ρόλο μαθητών, ώστε να πάρει το εργαστήριο κατά το δυνατόν την εικόνα της σχολικής τάξης και η πράξη τη μορφή πρότυπης διδασκαλίας. Κατά τη διαδικασία της άσκησης θα καταβάλλεται προσπάθεια, ώστε αυτή να ξεκινά από δεξιότητες, να προχωρεί σε πλέγμα δεξιοτήτων και τέλος σε στρατηγικές αλληλεπίδρασης. Επιλέγουμε την τακτική της μικροδιδασκαλίας στο επίπεδο της βασικής κατάρτισης των υποψηφίων εκπαιδευτικών, γιατί δεν είναι τόσο χρονοβόρα και γιατί ψυχοπαιδαγωγικά είναι αποδεκτό ότι η εργαστηριακή διδακτική μαθησιακή διαδικασία πρέπει να προηγείται της διδασκαλίας μέσα στην τάξη. Η πειραματική της διδασκαλίας στο εργαστήριο πρέπει κατά την άποψή μας να διαρκεί ένα χρόνο, να είναι υποχρεωτική για όλους τους φοιτητές των λεγόμενων καθηγητικών σχολών και να περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα του τρίτου έτους σπουδών τους.
Η σύνδεση της θεωρίας και της πράξης κατά τη βασική κατάρτιση των μελλοντικών δασκάλων δεν θα περιοριστεί μόνο στις μικροδιδασκαλίες. Κατά τα δύο τελευταία προπτυχιακά εξάμηνα, θα συμπληρωθεί με παρακολουθήσεις διδασκαλιών, που διεξάγουν έμπειροι καθηγητές στο χώρο εργασίας τους. Θεωρούνται απαραίτητες, για να έχουν οι φοιτητές κατά το δυνατόν πραγματική εικόνα του σχολείου. Επίσης υποστηρίζουμε όλοι οι υποψήφιοι εκπαιδευτικοί κατά τη διάρκεια των τελευταίων εξαμήνων των βασικών τους σπουδών να έχουν την ευκαιρία να οργανώσουν διδασκαλίες και να τις πραγματοποιήσουν σε σχολεία.
Μετά το πέρας των βασικών σπουδών, για όσους επιθυμούν να ακολουθήσουν δασκαλική πορεία, προτείνουμε ένα επιπλέον διάστημα τεσσάρων εξαμήνων θεωρητικής και πρακτικής προετοιμασίας. Τα δύο πρώτα εξάμηνα θα αφιερωθούν στην βαθύτερη μελέτη και κατάκτηση του γνωστικού αντικειμένου, το οποίο θα κληθούν να διδάξουν οι υποψήφιοι καθηγητές. Το τρίτο και τέταρτο εξάμηνο θα διατεθεί για την πρακτική τους εξάσκηση Αυτό το διάστημα θα περιλαμβάνει παρακολουθήσεις διδασκαλιών, τις οποίες θα διεξάγουν καθηγητές κατάλληλα επιμορφωμένοι και διδασκαλίες των ίδιων των υποψηφίων με την καθοδήγηση ειδικά καταρτισμένων καθηγητών. Οι τελευταίοι στη συνέχεια θα τους αξιολογήσουν, προκειμένου να αποκτήσουν οι υποψήφιοι το απαραίτητο πιστοποιητικό διδακτικής και παιδαγωγικής επάρκειας, που το θεωρούμε απαραίτητο για την υλοποίηση του βασικού σκοπού της Αγωγής. Βέβαιο όμως είναι ότι αυτή η επιμόρφωση θα αποτελέσει τη βάση για τις διαρκείς επιμορφώσεις που θα ακολουθήσουν σε τακτά χρονικά διαστήματα καθόλη την πορεία του κάθε εκπαιδευτικού, μετά το διορισμό του.
Επειδή κατά τη διδακτική διαδικασία ισχυρό μέσον μετάδοσης μηνυμάτων είναι συγχρόνως η γλώσσα και η μη λεκτική επικοινωνία, πρέπει όλοι οι υποψήφιοι δάσκαλοι να επιμορφώνονται και στην απόκτηση ποιότητας λόγου, της οποίας η παιδευτική εμβέλεια είναι παγκόσμια αναγνωρισμένη. Η ορθοφωνία, ο τόνος και η ποιότητα της φωνής, η σαφήνεια του λόγου και η ευστοχία των λέξεων να θεωρούνται βασικά στοιχεία μιας καλής διδασκαλίας. Η ποιότητα του λόγου απαλλάσσει τον εκπαιδευτικό από τη γλώσσα «της αγχωμένης προχειρότητας» και του μειονεκτικού συναισθήματος ότι είναι ευάλωτος στα μάτια των μαθητών του. Έτσι, με την παραστατική δύναμη του ασκημένου λόγου του θα προσπαθήσει να αντισταθμίσει τα εικονομηνύματα, με τα οποία βομβαρδίζεται καθημερινά το παιδί και τα οποία συμβάλλουν στη λεξιπενία του.
Η γλώσσα του σώματος επίσης, είναι γνωστό ότι επιδρά εξίσου στην ανθρώπινη επικοινωνία και επιβάλλεται να θεωρηθεί μέρος της τυπικής εκπαίδευσης. Ο τρόπος ανάγνωσης, ερμηνείας και πρόσληψης του κόσμου, το ύφος και η προσωπική έκφραση του εκπαιδευτικού μπορεί να ρυθμίσει ή να απορυθμίσει την παιδευτική προσπάθεια. Η συνειδητή παρατήρηση των πράξεων, των κινήσεων, των εκφράσεων, του τρόπου ντυσίματος των εκπαιδευτικών μπορεί να επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό την προσωπικότητα και τη συμπεριφορά των μαθητών, που παρατηρούν τις σωματικές ενδείξεις του δάσκαλου και λαμβάνουν σήματα που εγχαράσσονται στο υποσυνείδητό τους και επηρεάζουν τις μελλοντικές διαπροσωπικές τους σχέσεις. Γιατί η ενέργεια που εκπέμπει η σκέψη ενός ατόμου κινείται πέρα από τα όρια του εγκεφάλου του, δημιουργεί μια προσωπική ατμόσφαιρα και «εντυπώνει μια κάποια επιρροή στους εγκεφάλους εκείνων των ατόμων που εισέρχονται μέσα στο δικό του πεδίο ενέργειας».
Ο κόσμος έχει αναπτύξει μεγάλες ταχύτητες, η ζωή τρέχει, οι επιστήμες σε όλους τους τομείς του επιστητού εξελίσσονται ραγδαία. Οι σύγχρονες κοινωνικές εξελίξεις επιβάλλουν επαναπροσδιορισμό του ρόλου και του έργου του εκπαιδευτικού και δικαιολογούν την ανάγκη της δημιουργίας ενός ολοκληρωμένου συστήματος επιμόρφωσής του.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s