Η πτώχευση

Πτώχευση, πτωχεύω, πτωχός, ρίζα πτω- από όπου και το ρήμα πίπτω με ενεστωτικό αναδιπλασιασμό, όπως λέμε εμείς οι φιλόλογοι. Ούτως ή άλλως πίπτω με ή χωρίς αναδιπλασιασμό θε πεί πέφτω. Ο φτωχός λοιπόν είναι αυτός που έχει πέσει, ο πεσμένος, αυτός που είναι χάμω κι οι άλλοι μπορούν να τον πατήσουν. Ως πτωχευμένος μάλιστα η φτώχια τον περιβάλλει από παντού, ρέει πάνω του. Άλλα παράγωγα επίσης: πτώσις, πτώμα.
Αν θυμηθούμε όμως τους αρχικούς του χρόνους, θα δούμε πως στο ίδιο ρήμα εκτός από το θέμα πτω- υπάρχει και το θέμα πεσ- (το βρίσκουμε στον μέλλοντα του ρήματος και τον αόριστο β΄, δηλ. πεσούμαι, έπεσον). Το θέμα πεσ-, από όπου και οι πεσοί=τα ζάρια, αυτά που τα πετάμε, γίνεται και πετ-, όθεν και το ρήμα πέτ-ομαι. Το οποίο πάλι μας οδηγεί στο πέσιμο, αλλά με πέταγμα. Σ’ αυτή την περίπτωση το πέσιμο σίγουρα οφείλεται είτε σε χοντρό εμπόδιο, τυχαίο ή σκόπιμο, είτε σε χοντρό σπρώξιμο είτε σε χοντρή τρικλοποδιά.
Στα λατινικά υπάρχει η ίδια λέξη, pet-o, με την ίδια σημασία, πέφτω. Και το πέφτω και το πίπτω και το peto έχουν παθητική έννοια. Το υποκείμενο του ρήματος κάτι παθαίνει. Πέτομαι επίσης θα πει ρίχνω τον εαυτό μου χάμω, καταπίπτω. Άλλες ερμηνείες: καταστρέφομαι, αποτυγχάνω. Πίπτω στη μάχη θα πει αποτυγχάνω ή αστοχώ ή χάνω τη μάχη.
Το ρήμα μπορούμε να το βρούμε σύνθετο με πολλές προθέσεις και ανάλογες σημασίες, όπως: εισ-πίπτω, εκ-πίπτω, εμ-πίπτω, προ-πίπτω (προπετής), προς-πίπτω (προσπέφτω), συμ-πίπτω, κατα-πίπτω (κατάπτωση), μετα-πίπτω (μετάπτωση), επι-πίπτω, απο-πίπτω, παρα-πίπτω (παράπεσε), υπο-πίπτω, περι-πίπτω (περίπτωση). Δύσκολα κάποιος όταν πέση, πέφτει στα μαλακά. Αλλά και αυτό μπορεί να συμβεί. Έτσι έχουμε τη φράση ευ-πίπτω, που θα πει ευτυχώ, είμαι τυχερός. Από κει και η λέξη ευ-πετής=τυχεράκιας.
Υπάρχουν ακόμη και οι λέξεις: α-πτως = ο μη πίπτων, αυτός που δεν πέφτει με τίποτα. Μάλλον δεν μας εκφράζει εμάς τους Έλληνες, δεν είμαστε α-πτωτες.
Αλλά επειδή η πτώχευση έχει να κάνει με τα δάνεια, δηλαδή πτώχευση και δάνεια πάνε παρέα, ας δούμε ετυμολογικά και τη λέξη το δάνειο. Προέρχεται από τη λέξη το δάνος, εος. Η ρίζα είναι δαν- και συγγενεύει άμεσα με το ρίμα δίδομι ( θεμα δο-)=δίνω. Το ίδιο βρίσκουμε και στα λατινικά, do, dono=δανείζω. Αρχικά ή λέξη δάνος ήταν το δώρο, η προσφορά, είχε δηλαδή θετική έννοια. Γι αυτό συνδέεται στενά με το ρήμα δαίω=μοιράζω, κάτι που συνέβαινε στις προσοσιαλιστικές κοινωνίες, όπου τα πάντα ανήκαν στους πάντες. Τελικά όμως κατέληξε να σημαίνει αυτό, που όλοι σήμερα γνωρίζουμε και από το οποίο «δυστυχώς επτωχεύσαμε» (Σπυρίδων Τρικούπης 1893 μ.Χ).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s