Ω νιότη, της ζωής μου Άνοιξη

Ο λαϊκός τραγουδιστός λέει: «Νάσαν τα νιάτα δυο φορές τα γηρατιά καμία…», εκφράζοντας έτσι το παράπονο που υπάρχει στο συλλογικό ασυνείδητο του λαού για τη νεότητα και το γρήγορα πέρασμα΄της. Και δεν είναι μόνο η νεότητα που χάνεται, είναι τα γηρατιά που έρχονται και τα ακολουθούν αρώστιες και θάνατος. Αυτό οι θνητοί δεν μπορούν να το συγχωρέσουν στους θεούς τους. Αυτοί να ζουν αιώνια, ενώ οι άνθρωποι να γερνούν και να πεθαίνουν.
Αλλά και ο αρχαίος τραγουδιστής εκφράζει ακριβώς τον ίδιο καημό. Το βρήκα διαβάζοντας το χορικό από την τραγωδία του Ευριπίδη Ηρακλής Μαινόμενος.
Η τραγωδία γράφτηκε από τον Ευριπίδη ανάμεσα στο 421 και το 415 π. Χ. Η υπόθεση εκτυλίσσεται στη Θήβα και βέβαια συνδέεται με τη ζωή του Ηρακλή, του γιου του Αμφιτρύονα και της Αλκμήνης, αλλά στην πραγματικότητα του γιου του Δία και της Αλκμήνης, της κόρης του βασιλιά της Θήβας Κρέοντα. Η μυθολογική παράδοση βάζει τον Ηρακλή να σκοτώνει τη γυναίκα του Μεγάρα και τα τρία του παιδιά σε μια κρίση μανίας, που του προκάλεσε η Ηρα. Για το λόγο αυτό θα εκτελέσει κάτω από τις διαταγές του Ευρυσθέα, βασιλιά των Μυκηνών, δώδεκα άθλους, για να εξαγνισθεί από τα κακουργήματά του. Στη συγκεκριμένη τραγωδία, όπως δουλεύτηκε από τον Ευριπίδη, ο Ηρακλής καταλαμβάνεται από θεϊκή μανία και δολοφονεί τη γυναίκα και τα τρία του παιδιά, αφού έχει εκτελέσει επιτυχώς τους άθλους του. Έτσι δεν υπάρχει για τον ήρωα δρόμος εξαγνισμού. Και η ζωή του γίνεται πιο δυσβάσταχτη και δυστυχισμένη, χωρίς συγχώρεση.
Στο έργο του Ευριπίδη το ηρωϊκό έργο του Ηρακλή σκιάζεται από βαθιά θλίψη, γιατί γνωρίζει πολύ καλά πως δεν πρόκειται να βρει συγχώρεση ούτε τιμές από τους θεούς, για τουε άθλους που έπραξε. Έτσι η τραγωδία αποκτάει τις πραγματικές της διαστάσεις.
Στο χορικό τώρα. Όπως θυμόμαστε από το σχολείο, τα χορικά ήταν λαϊκά τραγούδια, που εκφράζανε επίσης τη συλλογική λαϊκή συνείδηση ή αλλιώς τους καημούς του λαού, που δεν ήταν διαφορετικοί από τους καημούς των ηρώων και των πρωταγωνιστών των τραγωδιών. Αποτελούσαν τη μετάβαση από το ένα επεισόδιο της τραγωδίας στο άλλο, χωρίς κατ’ ανάγκη να συνδέονται άμεσα με την υπόθεση του έργου. Το χορικό που θα μας απασχολήσει, όπως ήδη είπαμε, αναφέρεται στη νεότητα, που εγκαταλείπει τόσο γρήγορα τον άνθρωπο και τι σημαίνει αυτό για τον ίδιο. Ας θυμηθούμε. Νεότης σημαίνει υγεία, σημαίνει θάρρος, χαρά, διάθεση για δράση, ενέργεια, δύναμη. Σημαίναι ακόμη όνειρα, ελπίδες πραγματοποίησης των ονείρων, επιθυμίες, έρωτες και μια αίσθηση πως ο κόσμος μας ανήκει. Γεράματα σημαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Άδει λοιπόν ο λαϊκός τραγουδιστής στην ορχήστρα του αρχαίου θεάτρου και το ακροατήριο ακούει και συγκατανεύει:
«Πόσο γλυκιά είναι η νιότη πάντα
πόσο βαριά τα γηρατιά,
βαρύτερα κι από της Αίτνας τις κορφές
κάθονται στο κεφάλι μου
και σκοτεινιάζουν της ματιάς τη λάμψη.
Τα πλούτη θρόνου της Ασίας
μήτε παλάτια στο χρυσό γεμάτα
δε θά θελα ποτέ κάλλιο απ’ τη νιότη,
που ναι πανέμορφη στον πλούτο,
πανέμορφη στη φτώχια.
Τα θλιβερά μισώ γεράματα
που έχουν θάνατο. Μακάρι
στο κύμα να χαθούνε και ποτέ
να μη ζυγώσουν των ανθρώπων
τα σπίτια και τις πολιτείες,
μα να πλανιόντουσαν ψηλά
φτεροκοπώντας στον αιθέρα.
(Η μετάφραση είναι του Τάσου Ρούσσου)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s