ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

Το βιβλίο το έγραψε ο Αγιαναργυριώτης συγγραφέας και ερευνητής της τοπικής ιστορίας Ανδρέας Μηλιώνης. Ολόκληρος ο τίτλος είναι: Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ Οδοιπορικό στο χώρο και στο χρόνο

Η παρουσίαση έγινε στις 25-1-2010 στο κτήριο Τέχνης και Πολιτισμού, αίθουσα Μαρία-Έλενα.

Θεωρώ σημαντική στιγμή της ζωής μου, όταν μου τηλεφώνησε ο Ανδρέας Μηλιώνης και μου ζήτησε να κάνω τη φιλολογική επιμέλεια του βιβλίου, που ως κεντρικό θέμα του είχε στην ιστορία των Αγίων Αναργύρων. Είχα παρακολουθήσει σχεδόν από την αρχή την προσπάθεια του Ανδρέα για τη δημιουργία αυτού του έργου και ήταν από τα καλύτερά μου να έρχομαι στο Δημαρχείο, όπου εκείνος καθημερινά δεχόταν κόσμο, έγραφε, συνέθετε τις μαρτυρίες και τις πληροφορίες. Μου άρεσε να μαθαίνω κάθε φορά τι καινούργιο είχε συγκεντρώσει και πώς σκόπευε να το αξιοποιήσει. Μέχρι τη στιγμή, που μας ανακοίνωσε ότι το βιβλίο είχε ολοκληρωθεί.

Θεωρείται πολύ σημαντική όχι μόνο η εθνική μας ιστορία, αλλά και η ιστορία του τόπου που γεννηθήκαμε και ζούμε, γιατί οι άνθρωποι με τις δράσεις μας καταφάσκουμε τη γύρω πραγματικότητα. Κατά συνέπεια συμβάλλουμε και στη διαμόρφωσή της. Είναι λοιπόν η τοπική μας ιστορία  κομμάτι από την ψυχή και το αίμα μας.

Διηγόταν για παράδειγμα  ο παππούς  μου πώς ο Ιωάννης Μέρλας έσωσε παιδιά, έγκυες και άλλο πληθυσμό των Αγίων από την ασιτία και το θάνατο, δημιουργώντας στη διάρκεια της κατοχής συσσίτια στα βουστάσιά του. Διηγόταν επίσης  πώς ο Νίκος Κορωναίος με την παλικαριά του και με τη βοήθεια συντρόφων του τοπικού ΕΑΜ έσωσε το 301 και την Τσούμπα από τον κίνδυνο να ανατιναχθεί στον αέρα, δράση αντίποινας των ηττημένων κατακτητών κατά την αποχώρησή τους. Σε πολλούς από μας δεν είναι γνωστοί ούτε ο Μέρλας ούτε ο Κορωναίος. Είναι όμως γείτονες και συντοπίτες. Με τη δράση τους ούτως ή άλλως συνέβαλαν στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας της πόλης μας. Είναι λοιπόν κομμάτι της τοπικής μας ιστορίας.

Το βιβλίο το διάβασα αρκετές φορές. Τόσο κατά τη διάρκεια της συγγραφής του, όπως προανέφερα, όσο και όταν ολοκληρωμένο σχεδόν το πήρα στα χέρια μου για συστηματική επιμέλεια Το μελέτησα και σαν μορφή και σαν περιεχόμενο. Μορφικά είναι άψογο. Πιστεύω πως ακόμη και στα σημεία στίξεως υπήρξε πολύ προσεγμένη δουλειά. Εκείνο όμως που είναι ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο, είναι ο τρόπος που ο συγγραφέας εισάγει τον αναγνώστη στο κάθε θέμα, με μια μικρή, αλλά ζουμερή εισαγωγή. Αυτή η ζεστή εισαγωγή χτυπά κατευθείαν στην καρδιά. Ας ακούσουμε κάτι από το κεφάλαιο που αναφέρεται στις γραμμές και τα  τρένα. «Μάθαμε να ζούμε με τα τρένα…».

Με γλώσσα γλαφυρή, διάφανη, λιτή και απέριττη μας οδηγεί ο συγγραφέας σε κάθε γωνιά της πόλης και μας συστήνει τα έργα και τις ημέρες των ανθρώπων της. Με ύφος καθόλου δασκαλίστικο, αντίθετα φιλικό, κουβεντιαστό και κάποτε συνωμοτικό αξιοποιεί τις μαρτυρίες των συνδημοτών μας. Με σαφήνεια και ζωηρότητα εκθέτει τα γεγονότα Με σεβασμό καταγράφει τις απόψεις τους και τις μεταξύ τους διαφορές, τις αντιπαραβάλλει και τις συνδέει λογικά. Δεν περιφρονεί τίποτε. Αλλά και επιλέγει το ουσιαστικά απαραίτητο να κατατεθεί. Άλλωστε η τοπική ιστορία, μπορεί να καταγράφεται από τις δράσεις και τις μαρτυρίες των κατοίκων του τόπου, αλλά δεν αποτελεί ποτέ κτήμα κανενός, γιατί δεν είναι η ιστορία του ενός, είναι όλων, του συνόλου, όπου ο καθένας είναι ένα μόνο μέρος της μεγάλης αλυσίδας.

Κάτι ακόμη που συγκινεί στο βιβλίο είναι μικρές φράσεις ως επωδοί από προφορικές αφηγήσεις δημοτών ή βαθύτερες σκέψεις του συγγραφέα. Γιατί διαβάζοντάς τες θαρρείς πως πήγασαν από τα μύχια της ψυχής του. «Να, η γέρικη ελιά. Ποιος ξέρει τι είδε και πόσα πέρασε στη ζωή της;» γράφει ο Μηλιώνης στο οικείο κεφάλαιο. Εν ολίγοις, ο ιστορικός ερευνητής και φίλος μας χρησιμοποίησε κάθε λέξη, κάθε φράση, κάθε παράγραφο, κάθε κεφάλαιο, για να δημιουργήσει αυτό το έργο, όπως έπρεπε και γιατί έπρεπε.

Άξιο προσοχής επίσης είναι οι φωτογραφίες, που φωτίζουν τη δράση και τα γεγονότα.  Είναι πολύ ρεαλιστικός  ο τρόπος που τοποθέτησε στο βιβλίο, ανάμεσα στα γράμματα του κειμένου τις φωτογραφίες της ιστορίας των συνδημοτών μας, που στοιχειοθέτησαν την ταυτότητα του Δήμου μας. Ξέρετε, θεωρείται πολύ σημαντικό πρόβλημα της αισθητικής, ο τρόπος με τον οποίο θα στηθούν οι φωτογραφίες, για να συναρμόσουν και να υπηρετήσουν ένα κείμενο, βιβλίο, σύγγραμμα ή ό,τι άλλο. Χρειάζεται μαστοριά και μάτι καλλιτέχνη. Ε, λοιπόν ο Ανδρέας ο Μηλιώνης διαθέτει και αυτά τα ταλέντα. Η μέθοδος που εφάρμοσε στην τοποθέτηση και αρίθμηση των φωτογραφιών, οι λεζάντες με τις οποίες τις συμπλήρωσε, είναι γοητευτικά. Για  μένα δυο φορές, γιατί με τον Ανδρέα μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά και στον ίδιο δρόμο, στην οδό Πραξιτέλους της Τσούμπας. Όταν λοιπόν ανακαλύπτεις τέτοιες αρετές στο φίλο των παιδικών σου χρόνων, πώς να μη νοιώθεις περηφάνια. Σε μας δεν έχει θέσει το κλασικό «ουδείς προφήτης εν τη εαυτού πατρίδι». Που σημαίνει άρνηση, για ακαθόριστους ψυχολογικούς λόγους, να  αναγνωρίσουμε την αξία του συντοπίτης μας. Κάθε άλλο. Αποτελεί τιμή και ευκαιρία για καύχημα να βλέπεις τον άνθρωπο της γειτονιάς σου να ξεδιπλώνει τόσα και τέτοιας ποιότητας ταλέντα και να τα ομολογείς με καμάρι. Και στην πόλη των Αγίων έχουμε, πιστέψτε με, πολλούς και αξιόλογους σε πολλούς τομείς της τέχνης κυρίως, αλλά και της επιστήμης συντοπίτες μας, για τους οποίους αξίζει να καμαρώνουμε και να περιαυτολογούμε. «Αυτός είναι αγιαναργυριώτης».

Η προσέγγιση των θεμάτων τώρα, έχει γίνει επίσης με σεβασμό και αντικειμενικότητα, όπως αρμόζει σε ιστορικό ερευνητή. Ψύχραιμα ερευνά και καταγράφει τα πλέον σημαντικά γεγονότα του τόπου, καθώς και τους πρωταγωνιστές του. Σε πνεύμα δημοκρατικότητας διατηρεί τις ίσες αποστάσεις στις αντιθέσεις. Ο συγγραφέας καθόλου δεν πιστεύει πως ο νεκρός δεδικαίωται ανεξάρτητα από την εν ζωή δράση του. Είναι όμως δύσκολο και όταν μάλιστα γράφεις για τον τόπο σου και τους ανθρώπους του, που είναι και δικοί σου άνθρωποι, να είσαι αυστηρός και αδέκαστος κριτής, για πράγματα και ενέργειες, που είναι αποτέλεσμα σκληρών κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, κάτω από τις οποίες όλοι οι άνθρωποι δεν έχουμε τις ίδιες δυνάμεις και αντοχές, ούτε και την ανάλογη πνευματική ευελιξία πολλές φορές να αντιδράσουμε. Είναι λοιπόν πολύ προσεκτικός στην κριτική του, καθώς και στον τρόπο που παραδίνει στην κρίση μας, αλλά και στην αιωνιότητα τις ανθρώπινες ενέργειες και τα πρόσωπα του στενού οικογενειακού και φιλικού περιβάλλοντος. Δεν ωραιοποιεί τίποτε, δεν καταδικάζει κανέναν και σαν ώριμο πολιτικά πνεύμα που είναι, αναγνωρίζει στον καθένα ελευθερία συνείδησης, αρκεί αυτή να μην καταδυναστεύει την ελευθερία του άλλου.

Με όχημα λοιπόν αυτές τις αρχές και αυτά τα γλωσσικά μέσα μας οδηγεί στον τόπο και στο χρόνο των Αγίων. Κι εμείς με εμπιστοσύνη τον ακολουθούμε.

Ξεκινά από την εξιστόρηση του αττικού τοπίου. Μας ξεναγεί στη φυσιογνωμία του, στη χιλιόχρονη ιστορία του, στον πλούσιο ελαιώνα του για να επικεντρωθεί στην ελιά του Πεισίστρατου, που αποτελεί για μας ιστορικό μνημείο της φύσης και τοπικό καύχημα.

Αφού μας περάσει μέσα από το Βυζάντιο και την τουρκοκρατία, που ρήμαξε τη μεγάλη πρωτεύουσα από ανθρώπους, ιδέες και πολιτισμό, θα αναφερθεί στην επανελλήνιση και την απελευθέρωση της χώρας, μνημονεύοντας τις μάχες της Παλιγγενεσίας. Θα περιγράψει με ζωντανά και πλούσια χρώματα το αττικό τοπίο, τμήμα του οποίου είναι οι Άγιοι, και θα μας γνωρίσει τους νερόμυλους του Κηφισού.

Έτσι, σταδιακά και διαφωτιστικά θα μπούμε στα μέρη μας. Σήμα κατατεθέν τα τρένα. Και όχι μόνο, θα γνωρίσουμε γιατί και πώς δημιουργήθηκε ο Πύργος της Βασιλίσσης και το βασιλικό περιβόλι, τα πρώτα ανθοκήπια και οι δημιουργοί τους. Οι πρώτοι κάτοικοι. Οι πρώτοι οικιστικοί πυρήνες. Οι κάτοικοι της εσωτερικής μετακίνησης.

Θα ακολουθήσει η επεισοδιακή δημιουργία της κοινότητας. Αυτό κι αν έχει ενδιαφέρον. Εγώ τα είχα ακούσει από τον παππού μου, σαν ένα ιλαροτραγικό παραμύθι. Εδώ όμως θα ακούσουμε από όλα αυτά την απόφαση της δημιουργίας της.  Λίγους μήνες μετά την ίδρυση της κοινότητας, η Αρχιεπισκοπή Αθηνών αναγνώρισε και την ενορία των Αγίων.

Στο κοινωνιογράφημα του 1935 ο ιστορικός μας πληροφορεί: «Ήμασταν ένα κοινωνικό μωσαϊκό. Άτομα δραστήρια, δημιουργικά, πολυτεχνίτες αλλά και χαλασοσπίτηδες, αυτόκλητοι πρωταγωνιστές σε ένα σενάριο συναρπαστικό. Το παιχνίδι ήταν ανοιχτό. Η καθημερινότητα είχε ένα ρόλο για τον καθένα, για να βγάλει το «εγώ» του, την ιδιαιτερότητά του  την παραξενιά του αν θέλεις, να κερδίσει το προσωπικό του στοίχημα». Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία, που παραθέτει ο συγγραφέας, το 1935: το 26% των κατοίκων είναι Κυκλαδίτες, κύρια Μυκονιάτες, Ναξιώτες, Ανδριώτες, Συριανοί, Τηνιακοί και Τζιώτες. Το 16% Πελοποννήσιοι κυρίως από Αρκαδία, Κορινθία και Ηλεία. 16% Κρήτες, 15% πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, την Ανατολική Ρωμυλία, τον Πόντο. 8% Στερεοελλαδίτες και Ευβοιώτες. 7% Επτανήσιοι, κυρίως Κεφαλλονίτες. Επίσης, σε μικρότερα ποσοστά εγκαταστάθηκαν εδώ Μακεδόνες, Ηπειρώτες, αλλά και Βαυαροί, Μαυροβούνιοι, Ρουμάνοι. Εν ολίγοις όλη η Ελλάδα δηλώνει παρούσα σε μια στενή λωρίδα γης, που αποδείχτηκε εξαιρετικά φιλόξενη, αφού μπόρεσε να χωρέσει και τους πρόσφυγες από τη Ρωσία.

Συνεχίζοντας το οδοιπορικό, μας ξεναγεί στις γειτονιές και τις συνοικίες, για να φτάσει στο σχολείο. Σχολείο Πατρίδα και σπίτι για τα παιδιά.

Η πόλη μας σιγά σιγά διαμορφώνεται, μεγαλώνει, προοδεύει. Ηλεκτροφωτίζεται, αποκτά αγορά, οι δρόμοι της αποκτούν όνομα. Οι άνθρωποι διασκεδάζουν, φτιάχνουν πανηγύρια, χώρους «κοινωνικής συνάθροισης», Σουαρέ και Βεγγέρες.

Ύστερα ήλθε ο πόλεμος.  Ακολούθησε η τριπλή κατοχή και η αντίσταση, ο αγώνας για ψωμί, παιδεία, ελευθερία. Ο Θανάσης Ράμμος θυμάται ακόμα τα λόγια του νεαρού καθοδηγητή: «Σύντροφε, πάμε για οργανωμένη αντίσταση. Ο κατακτητής δεν θα φύγει με ξόρκια και αγιαστούρες, αλλά με τη μαζική και ενεργό αντίσταση όλων των πατριωτών…». Ανθίζει η δράση των σαμποτέρ, η διάσωση του 301 και της Τσούμπας. Ακολούθησαν τα «πέτρινα χρόνια». Τώρα τα μπάνια και οι εκδρομές γίνονταν με ανοιχτά φορτηγά και κλειστά στόματα. «Άνευ πολιτικών συζητήσεων».

Ούτως ή άλλως η ζωή συνεχίζεται, καθώς και οι προσπάθειες για ανασυγκρότηση. Τώρα έπρεπε να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες του εμφυλίου. Τη δεκαετία του ΄50 δέκα χιλιάδες νέοι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν στους Αγίους.

Όλοι έπρεπε να ζήσουν και για να ζήσουν έπρεπε να δραστηριοποιηθούν. Το 1955 ο εμπορικός οδηγός των Αγίων είναι ομολογουμένως πολύ πλούσιος σε ονόματα και επιτηδεύματα. Κουρεία, καφενεία, οπωροπωλεία, παντοπωλεία, ψαράδικα, φούρνοι, εμπορικά πάσης φύσεως. Τα σπίτια πλήθυναν. Πλήθυναν και τα σινεμά. Οι κινηματογράφοι άφησαν πολλές αναμνήσεις. Ας θυμηθούμε τα «σινεμά που αγαπήσαμε»: Ντάλια, Ορφέας, Ρόξυ, Αθηνά, Λίντο, Αϊντα, Ιφιγένεια. Τέλος η Μαρία Έλενα, που μετά από πολλές προσπάθειες ο Δήμος κατόρθωσε να αποκτήσει και σήμερα να είναι στη διάθεση κάθε πολιτιστικής έκφρασης, αληθινό κόσμημα πολιτισμού για τον τόπο μας.

Υπάρχει κάτι ακόμη για το οποίο υπερηφανευόμαστε. Πρόκειται για τα στούντιο της Φίνος Φιλμ. Ο εμπορικός με τον ποιοτικό κινηματογράφο συναντήθηκαν, αγαπήθηκαν και παντρεύτηκαν στου Αγίους Αναργύρους, με τις ευλογίες του Φιλοποίμενα Φίνου και μια πλειάδα αξιόλογων ηθοποιών, σεναριογράφων σκηνοθετών.

Ανάμεσα σε όλον αυτό τον πλούτο έκφρασης δεν θα μπορούσε να μην υπάρξει χώρος και για το πνεύμα, για τις πνευματικές ανησυχίες των Αγίων. Στεγάστηκαν στην Κασταλία Κρήνη στο μεταίχμιο του 50 με 60. Ξέρετε ποια ήταν η Κασταλία Κρήνη, η πηγή, από την οποία η Πυθία στους Δελφούς έπινε νερό και προετοιμαζόταν να μεταφέρει στους θνητούς τις αποφάσεις των αθανάτων, που πολλές φορές ήταν διφορούμενες, γιατί και οι θεοί έκαναν τις πονηριές τους τότε.

Ακολούθησε η δικτατορία, η μεταπολίτευση, τα νέα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα. Η φυσιογνωμία της πόλης μας μέρα με την ημέρα άλλαζε. Το ίδιο και μεις. Όμως, όπως γράφει ο συγγραφέας: «όλα αυτά τα χρόνια της ογδοντάχρονης ιστορικής διαδρομής της, η πόλη των Αγίων δεν απορροφήθηκε από τους κραδασμούς μιας ισοπεδωτικής ανάπτυξης, που “κλωνοποίησε” άλλες περιοχές της πρωτεύουσας. Το αντίθετο: κατάφερε να παραμείνει ένας χώρος επώνυμος, διατηρώντας και ισχυροποιώντας την πολιτιστικής της ταυτότητα».

Η ιερή ελιά, τα βυζαντινά μικρά εκκλησάκια, το Πάρκο Περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης, ο Πευκώνας, η βίλλα Μέρλα, το στούντιο της Φίνος φιλμ, τα ανθοκήπια, κι ακόμη το 301, που τόσο επιθυμούμε να φύγει και να γίνει για μας τόπος αναψυχής, αλλά και τόπος πολιτιστικής δημιουργίας. Ας κρατήσουμε τις σκοπιές, για να το θυμόμαστε. Ούτως ή άλλως στους Αγίους πάντα υπάρχει χρόνος και άνθρωποι κατάλληλοι για να κάνουν αυτόν τον τόπο όλο και καλύτερο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s