Η διαθεματική διδασκαλία στο δωδεκάχρονο σχολείο

Η διδακτική μέθοδος της Ενιαίας Συγκεντρωτικής Διδασκαλίας συνδέεται με τις παιδαγωγικές αντιλήψεις σπουδαίων παιδαγωγών του 20ου αι. όπως των Bruner, Piaget, Brown. Οι υποστηρικτές της μεθόδου θεωρούν ότι ο παραδοσιακός τρόπος προσφοράς του γνωστικού αγαθού ξεχωριστά και απομονωμένα κατά κλάδους δυσκολεύει τους μαθητές να κατανοήσουν και να ανακαλύψουν τις βαθύτερες σχέσεις που συνδέουν τα «διαφορετικά» πεδία γνώσης, εξαιτίας του κατακερματισμού της ύλης. Με τη μέθοδο αυτή επιδιώκεται η οικοδόμηση γνώσεων, οι οποίες συνδυάζουν τη θεωρία με την πράξη και τη σύνδεση με τα θέματα της καθημερινής ζωής. Επιδιώκεται να αποτελέσουν μια ενότητα πλευρές ενός θέματος, που στο παραδοσιακό πρόγραμμα διδάσκονται αποκομμένες μέσω διαφορετικών επιμέρους θεμάτων. Πιστεύεται ότι η συνένωση μαθημάτων διαφορετικών επιστημονικών κλάδων, τα οποία στην παραδοσιακή πρακτική διδάσκονται ξεχωριστά το ένα από το άλλο, βοηθεί τα παιδιά να κατανοήσουν τον κόσμο γύρω τους, να τον κρίνουν στις πραγματικές του διαστάσεις και να τον αλλάξουν. Αυτές οι αντιλήψεις για τη διδασκαλία δημιουργούν τις προϋποθέσεις για έναν ερευνητικό προσανατολισμό στη μάθηση. Ως μέθοδος καλλιεργεί την αυτενέργεια και υποκινεί τις ανακαλυπτικές διεργασίες στο μαθητή και τελικά οδηγεί στη μάθηση όχι μέσω της απομνημόνευσης, αλλά μέσω «σχεδίων εργασίας», που προβάλλουν την πολύμορφη όψη της ζωής. Έτσι ο μαθητής, πέρα από τις συγκεκριμένες γνώσεις που αποκομίζει, διαμορφώνει εννοιολογικά εργαλεία και διδάσκεται τρόπους «να σκέπτεται και να μαθαίνει».

Η Ρόζα Ιμβριώτη θεωρεί τη μέθοδο της Ενιαίας Συγκεντρωτικής Διδασκαλίας πολύ σημαντική για την υλοποίηση των στόχων του δημοκρατικού σχολείου. Η ίδια γνωρίζουμε ότι υποστήριζε τη μέθοδο της Ενιαίας Συγκεντρωτικής Διδασκαλίας από τη θητεία της στο Πρότυπο Ειδικό Σχολείο Αθηνών. Από τότε την πίστευε ως την πλέον κατάλληλη για τη σύνδεση του νοητικά καθυστερημένου παιδιού με την πραγματικότητα και ζητούσε από τους δασκάλους του σχολείου της την εφαρμογή της μεθόδου. Για τον ίδιο λόγο ζητά να εφαρμοστεί η μέθοδος και στο δημοκρατικό σχολείο εξελικτικά, με έναν τρόπο κατά τον οποίο το κάθε στοιχείο της να γεννιέται από ένα προηγούμενο και να γεννάει ένα επόμενο, βέβαιη ότι σε ένα νοητικά ανεπτυγμένο περιβάλλον η μέθοδος θα αποδώσει περισσότερους καρπούς. Αυτό θα επιτευχθεί αν σ’ ολόκληρο το δημοκρατικό σχολείο δώσουμε την ύλη κατά διδακτικές ενότητες, στις οποίες τα θέματα θα δίνονται αλυσιδωτά, ώστε να καταδεικνύεται ότι το κάθε θέμα είναι αίτιο για το επόμενο και συνέπεια του προηγούμενου. Οι διδακτικές ενότητες θα διαιρούνται σε υποενότητες για  την καλύτερη μελέτη τους, χωρίς να αυτονομείται η μια από την άλλη, γιατί είναι απαραίτητο να διατηρεί το παιδί στη μνήμη του το ενιαίο της ύλης, ώστε να μη χάνει ο μαθητής την ενότητα της πραγματικότητας. Η όλη προσπάθεια για να επιτύχει πρέπει να στηριχθεί σε τρεις αρχές, οι οποίες, σύμφωνα με την παιδαγωγό, υπηρετούν το σκοπό του σχολείου. Αυτές είναι: η μελέτη της ζωής και όχι της επιστήμης· η μελέτη της ζωής σε όλες τις διαστάσεις της και με όλες τις δυνατές συνδέσεις· η διαλεκτική πρόοδος της διδασκαλία από το «κοντινό στο μακρινό».

«Οι σκοποί που θέτει κάθε δημοκρατικό σχολείο, πρέπει να έχουν απαραίτητη προϋπόθεση τις τρεις πάρα πάνω αρχές».

Κατά την πρώτη αρχή, που αφορά στη μελέτη της ζωής καθεαυτής, το μεμονωμένο και άμεσο, επειδή γεννά στην ψυχή του παιδιού συγκίνηση και ενδιαφέρον, αποτελεί τη βάση, πάνω στην οποία θα στηριχθεί η γνώση, η οποία από απλή και συγκεκριμένη θα προχωρήσει στη γενίκευση, θα επιστημοποιηθεί, συστηματοποιηθεί και θα καταλήξει, εξελικτικά, διαδοχικά, και πάντοτε σε σχέση με την ηλικία του παιδιού, στην αφαίρεση.

Κατά τη δεύτερη αρχή, την αρχή της «γενικής σύνδεσης» για τη διαλεκτική φορά των φαινομένων κατά αίτιο και αποτέλεσμα, προτείνεται η εφαρμογή της διαλεκτικής μεθόδου κατά τη διδακτική πράξη. Γιατί η διαλεκτική ερμηνεία των φαινομένων της ζωής, κατά την παιδαγωγό, «είναι ένα εσωτερικό, δυναμικό αντίκρυσμα που πηγαίνει ως το βάθος των φαινομένων κι από κει οδηγιέται ο μελετητής στη σωστή ερμηνεία και κατανοεί βαθειά αιτίες και αποτελέσματα».

Η τρίτη αρχή, «από το κοντινό στο μακρινό» δε σημαίνει μόνο από τα γνωστά στα άγνωστα. Ό,τι κυρίως υπονοεί η Ιμβριώτη αναφέρεται: «στο άμεσα συγκεκριμένο, το γνωστό, που το βλέπει μπροστά του το παιδί και παίρνει τις κατ’ αίσθηση αντιλήψεις και παραστάσεις να στηριχθεί η κατανόηση του μακρινού, του άγνωστου, του σύνθετου, του αφηρημένου». Η απλή παρατήρηση των άμεσων όψεων της ζωής από το παιδί θα αποτελέσει τη βάση που θα «χτίσει ολόκληρο το οικοδόμημα, θα κάνει ολόκληρη τη νοητική επεξεργασία ο μαθητής για ν’ αποχτήσει σωστές και σταθερές γνώσεις».

Με την ενιαία συγκεντρωτική διδασκαλία, στη βάση των αναφερθέντων αρχών και με τη χρήση κατάλληλων καθοδηγητικών ερωτήσεων, πάνω σε μια διδακτική ενότητα, που εξακτινώνεται  σε ομόκεντρους κύκλους, «συνδέονται άνετα, αβίαστα και στενά, υποστηρίζει η παιδαγωγός, η εργασία του χεριού με τη νοητική επεξεργασία, το συγκεκριμένο με το αφηρημένο, η πράξη με τη θεωρία». Η γνώση που οικοδομείται μ’ αυτό τον τρόπο οδηγεί πιο επιτυχημένα στην πολυσύνθετη πραγματικότητα, ενώ συγχρόνως προσφέρει ένα υψηλότερο επίπεδο γενίκευσης και αφαίρεσης, ως αποτέλεσμα της δημιουργικής σύνθεσης διαφορετικών θεματικών πεδίων.

Η υποστήριξη της Ενιαίας Συγκεντρωτικής ή Διαθεματικής Μεθόδου, γιατί και έτσι επικράτησε να λέγεται η μέθοδος αυτή, συνδέεται, όπως επισημάναμε ήδη, με την παιδαγωγική του κινήματος της Νέας Αγωγής, της οποίας κεντρικό στοιχείο της παιδαγωγικής της φιλοσοφίας είναι η ενεργητική ανακαλυπτική μέθοδος στη διδασκαλία. Κοινό στοιχείο σε όλες τις μαθησιακές διαδικασίες της διαθεματικής προσέγγισης είναι η άποψη πως η γνώση δεν αναπτύσσεται απλώς μέσω μιας διαδικασίας μεταβίβασης πληροφοριών συσσωρευτικού χαρακτήρα από το δάσκαλο στο μαθητή, αλλά μέσω μιας διαδικασίας συνεχούς διαπραγμάτευσης, μετασχηματισμού και ανακατασκευής του συνόλου των γνώσεων.

Τη μέθοδο της Ενιαίας Συγκεντρωτικής Διδασκαλίας υιοθέτησε και το σοβιετικό Ενιαίο Σχολείο Εργασίας από την ίδρυσή του. Η Κρούπσκαγια, η οποία αντιλαμβανόταν την εκπαιδευτική διαδικασία στην ολότητά της, δηλαδή ως ενότητα σκοπών, περιεχομένου, μεθόδων, μέσων και οργανωτικών μορφών για τη διδασκαλία των διαφόρων μαθημάτων, υποστήριζε ότι η ολότητα αυτή επιτυγχάνεται με την Ενιαία Συγκεντρωτική Διδασκαλία, ως υποχρεωτική μαρξιστική αρχή για την κατάρτιση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Υποστήριζε ότι οι συσχετίσεις αυτές: εκφράζουν τη συνολική προσέγγιση της παιδείας και της αγωγής· προσδιορίζουν τα γενικά εκπαιδευτικά–παιδαγωγικά καθήκοντα για τη διαμόρφωση στους μαθητές ενός συστήματος γνώσεων, δεξιοτήτων και σχέσεων· συμβάλλουν στην ανάπτυξη συστήματος ιδεών, νόμων, εννοιών και μεθόδων απόκτησης γνώσεων από όλους τους τομείς της επιστήμης· τέλος επισημαίνει ότι είναι αδύνατη η διαμόρφωση της διαλεκτικής κοσμοαντίληψης στους μαθητές, χωρίς τη σύνδεση των γνώσεων από τα διάφορα μαθήματα στη βάση μιας ενιαίας διαλεκτικής μεθόδου.

Η θέση της Ιμβριώτη ότι η Ενιαία Συγκεντρωτική Διδασκαλία υπηρετεί άριστα το σκοπό του δημοκρατικού σχολείου στη διάσταση της δημιουργίας του ολόπλευρα μορφωμένου ανθρώπου εναρμονίζεται και με τις αρχές του κινήματος της Νέας Αγωγής και με το Ενιαίο Σχολείο Εργασίας της Ρωσίας. Γνωρίζουμε άλλωστε ότι κατά τους εκπαιδευτικούς μετασχηματισμούς που συνέβησαν στη Ρωσία μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στηρίχθηκε στη δημιουργική σύνθεση των αρχών του σχολείου εργασίας της Δύσης και των αρχών του παραγωγικού σχολείου εργασίας, που εισήγαγε ο Μαρξ.


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s