Τα Μαρασλιακά

Το κείμενο αφορά τη θητεία της Ρόζας Ιμβριώτη στο Μαράσλειο Διδασκαλείο

Σταθμός στην πορεία της Ιμβριώτη θα είναι η συμμετοχή της στη μεταρρυθμιστική προσπάθεια που αποφασίστηκε στο Μαράσλειο Διδασκαλείο το 1924. Στο Διδασκαλείο θα έχει την ελευθερία να συνδυάσει από την έδρα τις αρετές του σχολείου εργασίας και τη διαλεκτική οπτική στη διδασκαλία της ιστορίας. Στις πρωτοποριακές όμως για τα δεδομένα της εποχής διδακτικές πρωτοβουλίες της η εύθραυστη αστική τάξη θα βάλει φρένο, διότι η διδασκαλία της ιστορίας μέσα από τις πηγές στο πνεύμα του μαρξισμού και η δραστηριοποίηση των εφήβων στην αναζήτηση του πυρήνα του ιστορικού γίγνεσθαι με συνέπεια τη δυνατότητα καλλιέργειας ιστορικοκριτικής σκέψης, ενόχλησαν την εξουσία. Αλλά ας εκθέσουμε τα γεγονότα αναλυτικά, αφού τα συνδέσουμε με την πρώτη μεταρρυθμιστική απόπειρα.

Το 1923 αποφασίστηκε ο εκσυγχρονισμός του Μαρασλείου Διδασκαλείου. Στόχος ήταν να εναρμονιστεί η εκπαίδευση με τα αιτήματα της εποχής για κοινωνική πρόοδο και αναβάθμιση του επιπέδου του λαού. Στη νέα αυτή μεταρρυθμιστική απόπειρα από τους αρχηγούς του Εκπαιδευτικού Ομίλου κρίθηκε κατάλληλη να συμπεριληφθεί στο διδακτικό προσωπικό και η Ρόζα Ιμβριώτη. Η παιδαγωγός με τη δράση και συμμετοχή της στον Εκπαιδευτικό Όμιλο και το γυναικείο κίνημα, τα υπομνήματα και τα άρθρα της για τη γυναικεία εκπαίδευση, αλλά ειδικότερα με την αρθρογραφία της για το Σχολείο Εργασίας και το λαϊκό σχολείο αποκάλυψε στο χώρο των προοδευτικών εκπαιδευτικών και της προοδευτικής διανόησης την ιδεολογική και παιδαγωγική της ταυτότητα. Υπήρχαν λοιπόν όλες οι προϋποθέσεις για να καταλάβει έδρα στο αναβαθμισμένο Μαράσλειο Διδασκαλείο. Η παρουσία της στο μορφωτικό αυτό ίδρυμα πιστοποιείται τον Απρίλιο του 1924 .

Θυμίζουμε εδώ πως η πρώτη μεταρρυθμιστική προσπάθεια, που είχε ξεκινήσει το 1917, προχώρησε, όχι χωρίς δυσκολίες, μέχρι το 1920. Στις εκλογές όμως της 1ης Νοεμβρίου του 1920 το Κόμμα Φιλελευθέρων καταψηφίστηκε. Η κυβέρνηση του Γούναρη, διάδοχος κυβερνητική παράταξη, συγκέντρωσε γύρω της όλα τα συντηρητικά στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας . Μέσα σ’ αυτό το κλίμα όλη η ανανεωτική προσπάθεια του Εκπαιδευτικού Ομίλου ανατράπηκε . Μετά την ήττα όμως στο μικρασιατικό μέτωπο οι φιλοβενιζελικές δυνάμεις το Σεπτέμβριο του 1922 πήραν πάλι τα ηνία της χώρας στα χέρια τους συσπειρωμένες γύρω από τον Πλαστήρα και τον Γονατά. Με Υπουργό Παιδείας τον Κ. Γόντικα και Γενικό Γραμματέα το Δημήτρη Γληνό , το πρόβλημα της εκπαίδευσης επανέρχεται στο προσκήνιο. Η νέα πολιτική κατάσταση δημιούργησε το αισιόδοξο κλίμα στους πρωτεργάτες του εκπαιδευτικού δημοτικισμού ότι το μεταρρυθμιστικό έργο του 1917-1920 μπορούσε να συνεχιστεί με περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας αυτή τη φορά. Γι’ αυτό το σκοπό ο Γληνός αναζητά στη Γερμανία το συνεργάτη και συνοδοιπόρο στους κοινωνικούς και εκπαιδευτικούς αγώνες Αλέξανδρο Δελμούζο .

Ο Δελμούζος βρίσκεται στο Μόναχο από το 1921. Παρακολουθεί τα μαθήματα του Γερμανού παιδαγωγού Kerschensteiner, κήρυκα του Σχολείου Εργασίας (Arbeitschule), και γοητεύεται από τις φρέσκες παιδαγωγικές του απόψεις. Το γράμμα λοιπόν του Γληνού για τις νέες συνθήκες και ελπίδες σχολικής αναγέννησης που διαμορφώθηκαν στη χώρα τον βρήκε την κατάλληλη στιγμή. Γι αυτό και δεν μπόρεσε να αρνηθεί την πρόσκληση και την πρόκληση για μια νέα σχολική πραγματικότητα στην πατρίδα. Στόχο του έβαλε τη νέα μεταρρυθμιστική προσπάθεια σε θεωρητικό επίπεδο να τη στηρίξει στις παιδαγωγικές καινοτομίες του Kerschensteiner, αφού όμως την προσαρμόσει στα ελληνικά δεδομένα. Αναφορικά δε με το πρακτικό μέρος, προτίμησε να στηρίξει το Νέο Σχολείο στη μέθοδο που πρότεινε ο Gaudig και η σχολή του, γιατί έβρισκε ότι περιείχε «πλήθος πραχτικές διδασκαλίες και παραδείγματα» πρόσφορα, για να βρίσκει ο δάσκαλος έτοιμες πρακτικές διδακτικής μεθοδολογίας .

Έτσι τον Οκτώβριο του 1923 με νομοθετικό διάταγμα ιδρύεται τετρατάξιο πρότυπο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαιδεύσεως στο Μαράσλειο Εκπαιδευτήριο, για την προετοιμασία διδακτικού προσωπικού της Πρωτοβάθμιας. Διευθυντής του διορίζεται ο Αλέξανδρος Δελμούζος. Ταυτόχρονα, επίσης στο Μαράσλειο, ιδρύεται μεταπανεπιστημιακό μορφωτικό ίδρυμα, η Παιδαγωγική Ακαδημία, με διευθυντή το Δημήτρη Γληνό για μετεκπαίδευση καθηγητών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, με σκοπό οι απόφοιτοι να στελεχώσουν μελλοντικά τα Διδασκαλεία. Τα δύο ιδρύματα απέβλεπαν με τη συνεργασία τους να δώσουν στα σχολεία της Δημοτικής και Μέσης τους φωτισμένους δασκάλους που απαιτούσε η εκπαιδευτική αλλαγή, ώστε να πνεύσει νέος άνεμος στην εκπαίδευση .

Κατά την ανανέωση του διδακτικού του δυναμικού, ο Δελμούζος δεν ανανέωσε ολοκληρωτικά το προσωπικό του Διδασκαλείου ούτε των προτύπων δημοτικών σχολείων του, με συνέπεια να υπάρχει ανομοιογένεια στη σύνθεση του διδακτικού προσωπικού. Οι νέοι δάσκαλοι και καθηγητές, που κλήθηκαν από το Δελμούζο να αποτελέσουν το «δυνατό πυρήνα» προώθησης των συγχρόνων παιδαγωγικών αντιλήψεων στο Μαράσλειο, όφειλαν να συνυπάρξουν με παλιούς συναδέλφους, ιδίως των προτύπων δημοτικών, που είχαν συντηρητικές παιδαγωγικές και γλωσσικές ιδέες.

Ανάμεσα στους καθηγητές, που θεωρήθηκαν κατάλληλοι να αποτελέσουν ένα δυναμικό πυρήνα, ικανό να οδηγήσει στις νέες μορφές διδακτικής ήταν και η Ρόζα Ιμβριώτη. Η νεαρή παιδαγωγός κλήθηκε να διδάξει τα φιλολογικά μαθήματα και κυρίως το μάθημα της ιστορίας. Ο σκοπός των ιστορικών και φιλολογικών μαθημάτων στο Μαράσλειο ήταν διπλός. Πρωταρχικά όφειλαν να διδάξουν στο παιδί καλύτερα τη μητρική του γλώσσα. Έπειτα την ιστορία του έθνους του, ώστε να του καλλιεργήσουν την αγάπη για τη δική του πατρίδα και κατ’ επέκταση για τις πατρίδες και των άλλων ανθρώπων. Τέλος, συμπληρωματικά μερικά φιλολογικά και καλλιτεχνικά έργα, «για να το φρονηματίσουν και να του μορφώσουν τη σκέψη και τις άλλες ψυχικές λειτουργίες». Από την άλλη όμως επιδιώκεται μέσα από τη διδασκαλία τους κάτι πολύ περισσότερο. «…Γυρεύουν ακόμα ν’ ανοίξουν τα μάτια του παιδιού στον ηθικό κόσμο, στην ανθρώπινη ψυχή και τους θησαυρούς της. Να του δώσουν τα στοιχεία για να νιώσει ο καθένας ανάλογα με τη δύναμή του και την εμπειρία του τον άνθρωπο και την αποστολή του, τον εαυτό του, την κοινωνία και τον τόπο του». Για μια τόσο υψηλή αποστολή η Ιμβριώτη προετοιμάζεται από το Γληνό και το Δελμούζο από το Σεπτέμβριο του 1923. Έτσι σε διάστημα επτά μηνών περίπου από τριτοβάθμια ελληνοδιδασκάλισσα προάγεται στο βαθμό του τμηματάρχη Β΄, αναγκαίο, για να μπορέσει να διαδραματίσει στο Μαράσλειο το ρόλο, που απαιτούσε η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Παρόλα αυτά η επιλογή της στο διδακτικό προσωπικό εγκυμονούσε κινδύνους, γιατί στο Διδασκαλείο έπρεπε να συνυπάρξει και να συνεργαστεί με συναδέλφους συντηρητικούς, φορείς παρωχημένων κοινωνικών και γλωσσοεκπαιδευτικών αντιλήψεων, τους οποίους όφειλε να πείσει για την αναγκαιότητα των διδακτικών νεωτερισμών.

Η Διδακτική μέθοδος

Η αναδιοργάνωση του Μαρασλείου Διδασκαλείου, όπως σημειώσαμε, είχε διπλή κατεύθυνση. Από τη μια επιχειρούσε την προετοιμασία δασκάλων ικανών να εφαρμόσουν στα σχολεία τις σημαντικότερες τουλάχιστον από τις αρχές του κινήματος της Νέας Αγωγής. Από την άλλη πάλι οι δάσκαλοι αυτοί έπρεπε να μεταφέρουν το νέο παιδαγωγικό πνεύμα στην εκπαίδευση, που για τα ελληνικά δεδομένα ήταν συνδεδεμένο με τον εκπαιδευτικό δημοτικισμό. Η συμπόρευση του Μαρασλείου με το πνεύμα των συγχρόνων παιδαγωγικών ιδεών της αυτενέργειας και αυτοδιδασκαλίας, επιδιώκετο με συνεχείς συνεδριάσεις του διδακτικού προσωπικού, κάτω από την καθοδήγηση του Δελμούζου. Έτσι διαμορφώνονταν σταδιακά οι αρχές και το πνεύμα, που καθόριζαν τη μέθοδο διδασκαλίας των μαθημάτων και άνοιγαν δρόμο διαφορετικό απ’ αυτόν που επικρατούσε ως τότε στην ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα.

Από την ανάγνωση των άρθρων της Ιμβριώτη, αλλά και των άλλων πρωταγωνιστών της μεταρρύθμισης του 1923 μπορούμε να δώσουμε εν συντομία μία εικόνα του τρόπου εκπαίδευσης των υποψηφίων δασκάλων του Μαρασλείου. Οι αρχές στις οποίες πρέπει να στηριχθεί ένα σχολείο για να εκπληρώσει τον κοινωνικό του προορισμό διατυπώνονται από την Ιμβριώτη ως εξής: Το κάθε εκπαιδευτικό σύστημα είναι γέννημα της κοινωνίας του, της οποίας τις ανάγκες υπηρετεί. Αν η κοινωνία αλλάξει, πρέπει να αναπροσαρμοστεί και το εκπαιδευτικό σύστημα στη βάση των αναγκών της, προκειμένου να την υπηρετήσει σωστά. Αν μια κοινωνία επιθυμεί να κυβερνηθεί δημοκρατικά, δηλαδή με ισότητα και ελευθερία, πρέπει πρώτα να επιδιώξει την εκδημοκρατικοποίηση της παιδείας. Που σημαίνει: όλοι ίσα δικαιώματα και στην παιδεία.

Το σχολείο δεν θα υπηρετεί μόνο μια κοινωνική τάξη, αλλά το σύνολο του λαού. Χρέος έχει να βοηθήσει τον καθένα να φτάσει ως εκεί, που οι δικές του δυνατότητες του επιτρέπουν. Σ’ αυτήν την πορεία δεν πρέπει κανείς να εμποδίζεται από τις οικονομικές και κοινωνικές του συνθήκες. Το σχολείο, έχοντας προωθήσει όλους μαζί και τον καθένα χωριστά ως εκεί που μπορεί να φτάσει, δίνει την δυνατότητα στην κοινωνία από το σύνολο του έμψυχου δυναμικού της να επιλέξει τον κατάλληλο άνθρωπο για την κατάλληλη θέση. Μόνον έτσι υπηρετείται σωστά η κοινωνία μέσα από την εκπαίδευση. Βέβαια το σχολείο ως μέρος του εποικοδομήματος δεν μπορεί να αλλάξει την κοινωνία. Μπορεί όμως, αν λειτουργήσει δημοκρατικά και «με πνεύμα δικαιοσύνης και συμπάθειας», να τη  βελτιώσει.

Ο δάσκαλος που καλείται να διδάξει στο νέο σχολείο, πρέπει να εργαστεί με βάση τις αρχές των νέων παιδαγωγικών αντιλήψεων, που αναφέραμε ήδη, και να ενεργοποιήσει το μαθητή σε δύο επίπεδα. Ως άτομο και ως ομάδα. Αυτό σημαίνει: Να οργανώσει και να ρυθμίσει την ελεύθερη και δημιουργική εργασία των παιδιών σύμφωνα με τους στόχους του συνδυάζοντας κατάλληλα την ατομική με την ομαδική προσπάθεια. Κατά την ατομική προσπάθεια, να συνδυάσει τους παιδαγωγικούς σκοπούς με τα φυσικά ενδιαφέροντα του παιδιού, για την καλύτερη επιτυχία του στόχου του. Να φέρει το παιδί σε άμεση επαφή με τα πράγματα. Να θέσει το προς έρευνα πρόβλημα, να αποσυρθεί διακριτικά και να αφήσει το παιδί μόνο του να βρει τη λύση.  Κατά την ομαδική σχολική προσπάθεια, δάσκαλος και μαθητές βάζουν το πρόβλημα και στη συνέχεια οι μαθητές καθορίζουν το σκοπό και τη μέθοδο για τη λύση του. Με μια τέτοια διδασκαλία το παιδί αναπτύσσει ενεργητικότητα και πρωτοβουλία. Σκέψη, βούληση και συναίσθημα εντατικοποιούνται. Νόηση και βούληση πειθαρχούν, η ψυχή του «μορφώνεται». Οι σχέσεις του με το δάσκαλο και το γνωστικό υλικό αναβαθμίζονται.

Η ατομική προσπάθεια που καταβάλλει, προκειμένου να νικήσει τον εαυτό του και το υλικό του, για να δώσει λύσεις στα προβλήματα, που εμφανίζονται μέσα από μια τέτοια διδακτική προσέγγιση, δυναμώνει την ψυχή του. Γίνεται αυτάρκης και ικανός να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της ζωής. Εξυψώνεται σε πνευματική και ηθική προσωπικότητα. Η εργασία του μέσα στη σχολική ομάδα τον μεταβάλλει σε «κύτταρο» ολόκληρης της τάξης. Στην προσπάθειά του για την επιτυχία του στόχου δίνει ό,τι καλύτερο μπορεί. Έτσι ο συνδυασμός ατομικής και ομαδικής εργασίας στο Νέο Σχολείο προικίζει τον άνθρωπο με κοινωνικές αρετές, κατάλληλες να συμβάλλουν στην καλυτέρευση της κοινωνίας.

Μια τέτοια μέθοδος διδασκαλίας, σύμφωνη με το πνεύμα του Σχολείου Εργασίας, δημιουργεί μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα στην τάξη. Η κοινωνική ζωή στην αίθουσα διδασκαλίας είναι πλούσια. Κυριαρχεί η ζωή και η χαρά για δημιουργία. Υπάρχει ελευθερία έκφρασης. Οι γνώμες όλων είναι σεβαστές. Ακούγεται και η γνώμη του αδύνατου, αλλά και ο δυνατός στη γνώμη μαθαίνει να υποτάσσεται στο σύνολο. Χάνεται η ατομική φιλοδοξία και γεννιέται η φιλοδοξία για την ομάδα, στην επιθυμία της από κοινού επιτυχίας του στόχου. Οι μαθητές χαίρονται να προσφέρουν στη μαθησιακή διαδικασία. Μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα βιώνονται οι κοινωνικές αρετές και πλάθονται συνειδητοί, δημοκρατικοί πολίτες[1].

Σε κάποιους αμύητους ίσως αυτά ακούγονται ρομαντικά, ίσως και δύσκολα να εφαρμοστούν. Οι εξελίξεις όμως στη βιολογία, την παιδαγωγική και την ψυχολογία βεβαιώνουν το δυνατό της επιτυχίας μιας τέτοιας παιδαγωγικής αντιμετώπισης του μαθητικού πληθυσμού. Απλώς, εκείνο που χρειάζεται είναι η γνώση, η υπομονή, η επιμονή στο στόχο και κυρίως η παιδαγωγική αγάπη.

Με αυτές τις απόψεις για το σχολείο και τον κοινωνικό του σκοπό έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι για τη διδασκαλία των ιστορικών και των άλλων φιλολογικών μαθημάτων η Ιμβριώτη ήταν ο «κατάλληλος άνθρωπος για την κατάλληλη θέση». Ήξερε πολύ καλά τι έπρεπε να πράξει και πώς να το πράξει, για να επιτύχει τι ποθητό αποτέλεσμα. Κι όμως. Η εκσυγχρονιστική μέθοδος που εφάρμοζε η Ιμβριώτη στα φιλολογικά μαθήματα και ιδιαίτερα στο μάθημα της ιστορίας, καθώς  και το νέο πνεύμα που εισήγαγε στη διερεύνηση του ιστορικού γίγνεσθαι, στάθηκε η αφορμή να ξεκινήσει εναντίον του Μαρασλείου εκστρατεία, που απλώθηκε σε όλο τον τρόπο λειτουργίας του, καθώς και στα πρόσωπα που είχαν την ευθύνη του. Αυτή τη φορά βέβαια στο κέντρο βολής δεν βρέθηκε μόνο  ο Δελμούζος, αλλά και η Ιμβριώτη.

Θεωρητικά η εκπαίδευση καλύπτει το θέμα της μύησης του ανθρώπου στα μυστικά της λειτουργίας της κοινωνικής ομάδας και της ζωής της.  Οι συντηρητικές δυνάμεις μάχονται να επιβάλλουν τον φρονηματιστικό χαρακτήρα στην εκπαίδευση και να υποτάξουν τον επιστημονικό. Και σε ένα μεγάλο βαθμό επιτυγχάνουν το σκοπό τους. Από αυτή την άποψη και σε όλες τις εποχές η άρχουσα τάξη προσπάθησε και πέτυχε να έχει κάτω από τον έλεγχό της την εκπαίδευση και μέσα από αυτήν πέτυχε να ελέγχει τη νεολαία. Γιατί πιστεύουν, και δεν είναι λάθος αυτό, ότι ελέγχοντας τη νεολαία εξασφαλίζουν τη διαιώνιση του καθεστώτος.

Η Πορεία προς την ανατροπή

Στο Μαράσλειο για όλα τα μαθήματα γίνονταν πρότυπες διδασκαλίες, με σκοπό την προσαρμογή των μεθόδων μάθησης στις απαιτήσεις της νέας εκπαιδευτικής αντίληψης. Μετά από κάθε παράδοση μαθήματος  ακολουθούσε συνεδρίαση, στην οποία συμμετείχε το διδακτικό προσωπικό του Διδασκαλείου και των δασκάλων των προτύπων Δημοτικών. Στις συνεδριάσεις αυτές εκφράζονταν γνώμες και ασκείτο κριτική σχετικά  με την ύλη, το πνεύμα  και τη μέθοδο του κάθε μαθήματος, με στόχο να διαμορφωθεί έτσι, ώστε να υπηρετεί τις βασικές αρχές του κινήματος της Νέας Αγωγής. Η Ιμβριώτη με τη σειρά της στο πλαίσιο της προσπάθειας έκανε δύο δειγματικές διδασκαλίες στην ιστορία και συγκεκριμένα στην Ελληνική Επανάσταση. Όπως γινόταν πάντα, ακολούθησε συνεδρίαση του προσωπικού. Στη συνεδρίαση η παιδαγωγός ανέπτυξε διεξοδικά τη φιλοσοφία και τον τρόπο με τον οποίο εργάστηκε. Τη διδασκαλία της ισχυρίστηκε ότι τη στήριξε στο διπλό υποθετικό ερώτημα αν η επανάσταση είναι «αυθόρμητη» απόφαση και εκτέλεση όλου του ελληνικού λαού ή έγινε με την πρωτοβουλία της αστικής τάξης, η οποία στο ξεκίνημα και την ορμή της παρέσυρε και τους άλλους Έλληνες. Για να δικαιολογήσει μάλιστα το ρόλο της αστικής τάξης στην Ελληνική επανάσταση, αναφέρθηκε  στην άνοδο της τάξης αυτής στην Ευρώπη και στην επίδραση που άσκησε στις άλλες χώρες, τονίζοντας έτσι και την ουσιαστική επίδραση του οικονομικού παράγοντα κατά την εξέταση των ιστορικών γεγονότων, τον οποίο θεωρούσε ως ένα από τα σημαντικότερα επίπεδα του πολιτισμού. Με τα διδακτικά ερωτήματα που έθετε η παιδαγωγός και βέβαια με τη μέθοδό της δεν διαφοροποιούσε μόνο το σκοπό της διδασκαλίας του μαθήματος, αλλά άνοιγε «κλειστά» της ιστορίας μονοπάτια στα μάτια των παιδιών. Ασκούσε τους μαθητές της, όπως ακριβώς το επιδίωκε, να κινούνται ελεύθερα στο ιστορικό παρελθόν και να εισδύουν βαθιά στα μηνύματα της.

Δεν είναι δύσκολο, νομίζω, από την εισήγησή της να αντιληφθούμε ότι τα σημεία που δημιούργησαν ανησυχίες στους συντηρητικούς δασκάλους ήταν από τη μια η έμφαση στον οικονομικό παράγοντα, που οδηγεί κατ’ ευθείαν στο Μαρξισμό. Από την άλλη, η εμπλοκή της αστικής τάξης στην Ελληνική Επανάσταση με πρωταγωνιστικό ρόλο και βοηθητικό το ρόλο της λαϊκής συμμετοχής, που υποβαθμίζει έτσι το εθνικό στοιχείο και «αμαυρώνει» την ιερότητα του αγώνα. Το πρώτο ερώτημα έχει να κάνει άμεσα με τη μέθοδο και την οπτική της διδασκαλίας του μαθήματος. Το δεύτερο είναι ζήτημα εθνικό.

Η εισήγησή της, όπως ήταν επόμενο, ξεσήκωσε οξύτατη αντίδραση τόσο ανάμεσα στους συντηρητικούς δασκάλους συναδέλφους της του Διδασκαλείου, όσο και τους αντίστοιχους δασκάλους των προτύπων Δημοτικών. Διότι ό,τι είναι αυτονόητο για τον προοδευτικό άνθρωπο, είναι πρόβλημα για το συντηρητικό. Δικαιολογημένα λοιπόν ο δάσκαλος Χ. Δημητρακόπουλος θα ζητήσει εξηγήσεις και θα διαφοροποιηθεί και ως προς τη μέθοδο και ως προς την εθνική διάσταση της διδασκαλίας της, με δεδομένο μάλιστα ότι δεν του είναι άγνωστη η φιλομαρξιστική τοποθέτηση της Ιμβριώτη. Στο πλευρό του θα συμπαραταχθούν δύο ακόμη δάσκαλοι, ο Κ. Κάρμας και ο Ι. Γεννηματάς. Οι τρεις τους λόγω των αντιρρήσεων, αλλά  και της αδυναμίας τους να κατανοήσουν το νέο πνεύμα της διδασκαλίας, που έπρεπε να κυριαρχήσει στο Μαράσλειο, θα απομακρυνθούν από το Διδασκαλείο μετά από την επέμβαση του Προέδρου του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου[1]. Η απόφαση του Δελμούζου να τους απομακρύνει από το Διδασκαλείο, θα τους εξωθήσει να δημοσιεύσουν το συμβάν και τις αντιρρήσεις τους σχετικά με τη διδακτική μεθοδολογία του μαθήματος στις εφημερίδες, κρίνοντας τον τρόπο αυτό ως μέσον άμυνας για την αδικία που κατά την κρίση τους υπέστησαν[2]. Από κει και πέρα η διαφορά τους με το Μαράσλειο θα γίνει όπλο για τις δυνάμεις, που έβλεπαν με υποψία την εκσυγχρονιστική κοινωνική και παιδαγωγική πρωτοβουλία του Μαρασλείου.

Αυτές τις δυνάμεις τις είχε συσπειρώσει κυρίως ο φόβος της εξάπλωσης του κομμουνισμού, μετά την απήχηση των ιδεών της Οκτωβριανής Επανάστασης και τη σύγκλιση πολλών Ελλήνων διανοουμένων γύρω από τις κομμουνιστικές και σοσιαλιστικές ιδέες. Ο φόβος της εκτροπής των πολιτικών πραγμάτων σε μια νέα ιδεολογικοπολιτική αντίληψη επιδεινώθηκε μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας άφηνε ιδεολογικό άνοιγμα στις κομμουνιστικές ιδέες και ο κίνδυνος από την εξάπλωσή τους έγινε μεγαλύτερος, μετά την εγκατάσταση των προσφύγων και την περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση των λαϊκών στρωμάτων[3].

Η εγκαθίδρυση της πρώτης Ελληνικής Δημοκρατίας και η κατάργηση της Βασιλείας, θεσμός ανέκαθεν θεωρούμενος ως προπύργιο αναχαίτισης του κομμουνισμού, οδήγησε τα πράγματα στα όριά τους. Η πολιτική κρίση που ακολούθησε, μετά την απομάκρυνση του Αλ. Παπαναστασίου από την εξουσία, έφερε στην επικαιρότητα τα οξύτατα οικονομικά προβλήματα που μάστιζαν τη χώρα. Η νομισματική αστάθεια και ο πληθωρισμός έκαναν δύσκολη τη θέση των εργαζομένων και στις συνεχείς απεργίες των εργατών το κράτος απαντούσε με τη βία[4]. Η ελληνική κοινωνία βρισκόταν σε αναβρασμό, κατάσταση που εκμεταλλεύτηκε ο Θεόδωρος Πάγκαλος, για να επιβάλει δικτατορία. Ανίκανος να λύσει τα πολιτικά και οικονομικά προβλήματα, επιδόθηκε σε διωγμό κομμουνιστών και άλλων δημοκρατικών πολιτών ως τη μόνη θεραπεία της κρίσης. Η πολιτική συμπεριφορά του δικτάτορα ευνοούσε πάρα πολύ τους σκοπούς και τις επιδιώξεις των συντηρητικών δυνάμεων, που απέβλεπαν να ανακόψουν την εκπαιδευτική μεταρρυθμιστική προσπάθεια, που συντελείτο στο ανανεωμένο Διδασκαλείο. Το εκσυγχρονιστικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Μαρασλείου περιείχε κινδύνους για τα κεκτημένα τους δικαιώματα και έπρεπε να. ανατραπεί. Η συνειδητοποίηση των μαζών, που ευαγγελιζόταν η νέα εκπαιδευτική πρωτοβουλία, προοιώνιζε βαθύτερη ριζοσπαστικοποίηση των λαϊκών τάξεων και εγκυμονούσε κινδύνους για τις κυρίαρχες πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις. Επιθυμία λοιπόν των δυνάμεων αυτών ήταν να περάσει το Μαράσλειο κάτω από τον έλεγχό τους. Γι αυτό δεν θα αρκεστούν μόνο στη διαστρέβλωση της προσπάθειας. Θα ενισχύσουν την πολεμική τους ακόμη με τις γνωστές κατηγορίες περί αθεΐας και ανηθικότητας, καθώς και την κατάργηση της ιδιοκτησίας, προκειμένου να πετύχουν το στόχο τους.

Η πολεμική αυτή υποχρέωσε το Δελμούζο να ζητήσει από τη Ρόζα Ιμβριώτη να υποβάλει τη μετάθεσή της[5]. Έτσι, το 1925 η Ρόζα Ιμβριώτη δε βρίσκεται ανάμεσα στο προσωπικό του Μαρασλείου. Με αίτησή της έχει μετατεθεί στο 1ο Γυμνάσιο θηλέων Αθηνών, όπου θα παραμείνει μέχρι την απόλυσή της το Φεβρουάριο του 1926[6]. Ο Δελμούζος θα θεωρήσει την απομάκρυνσή της σημαντική απώλεια. Συγκεκριμένα θα γράψει: «Έτσι χάσαμε ένα μέλος του προσωπικού που εργάστηκε μαζί μας περισσότερο από ένα χρόνο ειδικά στα ιστορικοφιλολογικά μαθήματα, στον κλάδο δηλαδή εκείνο από όπου κυρίως αρχίσαμε τη συστηματική δουλειά του διδασκαλείου»[7].

Ο Παπανούτσος πιστεύει ότι η υπόθεση δεν ξεκίνησε τυχαία και ότι οι τρεις δάσκαλοι ενθαρρύνθηκαν να ενεργήσουν προς την κατεύθυνση αυτή από κύκλους αντιδραστικούς. Εμείς, με αφετηρία την προσωπική μας εμπειρία, θέλουμε επί πλέον να πιστεύουμε ότι το θέμα της Εθνικής Παλιγγενεσίας, όταν επιχειρείται να ερμηνευθεί σε βάθος, πάντοτε είναι πρόσφορο για παρεξηγήσεις. Ακόμη και στις μέρες μας είναι πιθανό μια τέτοια ερμηνεία να προκαλέσει αντιδράσεις. Πολύ περισσότερο στο μικτό ιδεολογικά προσωπικό του Μαρασλείου, όπου ελλόχευε διαρκώς ο κίνδυνος της σύγκρουσης των διαφορετικών ιδεολογιών. Σε μια κοινωνία, στην οποία οι ιδεολογικές αντιθέσεις βρίσκονται διαρκώς στο προσκήνιο, οι συγκρούσεις είναι αναπόφευκτες. Με κίνδυνο να φανούμε δυσάρεστοι, υποστηρίζουμε πως οι κοινωνικές περιστάσεις απαιτούσαν περισσότερη διπλωματικότητα από πλευράς του Διευθυντή και του Υποδιευθυντή του Διδασκαλείου προς τους τρεις δασκάλους. Προτού επιδιώξουν την απομάκρυνσή τους, όφειλαν να επιχειρήσουν να τους πείσουν, να βρουν τρόπο να γεφυρώσουν τις αντιθέσεις. Γιατί η παιδαγωγική δεν είναι μια πρακτική που εξαντλείται στις αίθουσες διδασκαλίας, αλλά πρέπει να απλώνεται σε κάθε εκδήλωση της ζωής και ιδιαίτερα στον τομέα των ανθρωπίνων σχέσεων. Αυτή τη διευρυμένη παιδαγωγική αντίληψη δεν τη διαπιστώσαμε μελετώντας τα πρακτικά της Συνεδρίασης της 12ης Μαΐου 1925, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στον τρόπο, με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν οι αντιρρήσεις των τριών δημοδιδασκάλων.


[1] Δελμόυζος,, Οι πρώτες προσπάθειες, ό.π., σ. 48.

[2] Χ. Δημητρακοπούλου-Κ. Κάρμα-Ι. Γεννηματά, Ο Κομμουνισμός εις το Μαράσλειον, (εις απάντησιν του κ. Α. Δελμούζου) (αναδημοσίευσις εκ του «Εμπρός» 6-7 Ιουνίου 1925), Τυπογραφικά καταστήματα Ακροπόλεως,  Αθήναι, 1925, σ. 3.

[3] Η ευθυγράμμιση του ΚΚΕ με την απόφαση της Γ’ Διεθνούς το 1924 για ανεξάρτητη Μακεδονία-Θράκη όξυνε τα πάθη και έδωσε την δυνατότητα στους αντιφρονούντες να χαρακτηρίσουν το κομμουνιστικό κόμμα μη πατριωτικό, έτοιμο να απεμπολήσει τα εθνικά ιδανικά, και τους οπαδούς του προδότες· το μήνυμα είχε μεγάλη απήχηση στο λαό. Clogg, ό.π., σ. 182.

[4] Δ. Λιβιεράτος, Κοινωνικοί Αγώνες στην Ελλάδα, (1923-27), ό.π., σ. 99 κ.ε.

[5] ΦΕΚ, 5 Σεπτεμβρίου 1925, α.φ. 188, σ. 832.

[6] ΦΕΚ, 16 Φεβρουαρίου 1926, α.φ. 34, σ. 141.

[7] Δελμούζος, Οι πρώτες προσπάθειες, ό.π., σ. 26.

 


[1] Ιμβριώτη, «Η ιστορική Επιστήμη στο Σχολείο», π. Αναγέννηση, Χρονιά Α΄, τχ. 4, Αθήνα, Δεκέμβρης 1926, σ. 205 κ.ε.

Τα στοιχεία είναι από τη διδακτορική διατριβή: Χρύσα Χρονοπούλου, Η παιδαγωγική και εκπαιδευτική δράση της Ρόζας Ιμβριώτη, Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, τμ. Φ.Π.Ψ. 2002.

About these ads

2 responses to this post.

  1. Κυρία Χρονοπούλου σας βρήκα ψάχνοντας αποφοίτους του Μαρασλείου. Φιλοξενώ την μητέρα μου που είναι απόφοιτος του Μαρασλείου του…1930, δεν είχε την τύχη να έχει δασκάλα την Ρόζα Ιμβριώτη, δίδασκε σε μεγαλύτερη τάξη, έχει πολλές αναμνήσεις από το σχολείο της, μου έχει πεί κι έχω καταγράψει όλους τους συμμαθητές της, επειδή είναι τυφλή από ωχρά κηλίδα αυτό τον καιρό της διαβάζω τα Μαρασλειακά της Μαρίας Ρεπούση και πολλές φορές συγκινείται πολύ. Το θέμα της τώρα: Θα μπορούσε να βρεί τυχόν….συμμαθητές της; Εκανα μιά καταχώρηση στο facebook στο λήμα “Απόφοιτοι Μαρασλείου”, δεν έχω πάρει καμία απάντηση όμως. Δεν είμαι καλή γνώστης του ηλεκτρονικού υπολογιστή και δεν ξέρω τί αλλο να κάνω. Τηλεφωνικά δεν έχω βρεί κάτι. Μπορείτε να με βοηθήσετε με κάποια ιδέα ίσως; Είναι 101 ετών είναι καλός άνθρωπος και ήταν πολύ καλή δασκάλα. Ευχαριστώ πολύ, Ερμίνα Βαρελά

    Απάντηση

    • Κυρία Βαρελά, καλημέρα.
      Διάβασα με συγκίνηση το μήνυμα που μου στείλατε. Είναι εξαιρετικό να είναι η μητέρα σας 101 ετών και να την έχετε ακόμη κοντά σας. Σκέφτομαι πως αν την είχα γνωρίσει στη δεκαετία του 90, ας πούμε το 1996, θα είχα προσθέσει και άλλα στοιχεία στη διατριβή μου σχετικά με τη δράση της Ιμβριώτη στο Μαράσλειο Διδασκαλείο. Σας γνωρίζω όμως ότι η διατριβή μου σχετικά με την παιδαγωγική και εκπαιδευτική δράση της Ιμβριώτη εκδόθηκε από την Εμπειρία Εκδοτική. Εκεί αναγράφονται περισσότερα στοιχεία, τα οποία η μητέρα σας σίγουρα ως δασκάλα θα θυμάται πολύ καλά και θα επικοινωνήσει θαυμάσια μαζί τους και με τα βιώματά της. Ζει και η δική μου μητέρα, είναι 90 ετών και είναι μισότυφλη από ωχρά κηλίδα. Αλλά από μυαλό 400.
      Τώρα, σπουδαστές του Μ. Δ. εγώ δεν ευτύχησα να συναντήσω. Έναν ή δύο που μου είχαν συστήσει για να επικοινωνήσω, ώστε να έχω και προφορικές μαρτυρίες σχετικά με το Μαράσλειο, όταν κατάφερα να τους βρω, είχαν φύγει από τη ζωή.
      Σας εύχομαι να είστε καλά και εσείς και η μητέρα σας και να είστε πάντα μαζί εν ζωή.
      Χρύσα Χρονοπούλου, Δρ. Φιλοσοφίας, Συγγραφέας

      Απάντηση

Υποβολή απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

%d bloggers like this: